Απόστολος Καλδάρας – Αξίζει να τον θυμόμαστε για πάντα και προπαντός να τον τραγουδάμε. Reviewed by Momizat on . Ο Απόστολος Καλδάρας ανακάλυψε το μπουζούκι στα Τρίκαλα κατά τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του, γύρω στα 1935, όπως αναφέρει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του. Το πρ Ο Απόστολος Καλδάρας ανακάλυψε το μπουζούκι στα Τρίκαλα κατά τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του, γύρω στα 1935, όπως αναφέρει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του. Το πρ Rating: 0

Απόστολος Καλδάρας – Αξίζει να τον θυμόμαστε για πάντα και προπαντός να τον τραγουδάμε.

Απόστολος Καλδάρας – Αξίζει να τον θυμόμαστε για πάντα και προπαντός να τον τραγουδάμε.

Ο Απόστολος Καλδάρας ανακάλυψε το μπουζούκι στα Τρίκαλα κατά τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του, γύρω στα 1935, όπως αναφέρει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του.

Το πρώτο τραγούδι που έμαθε να παίζει ήταν ένας παλιός μικρασιάτικος ρυθμός, το «Μυστήριο Ζεϊμπέκικο» (η μουσική που έντυσε αργότερα το τραγούδι «Μανταλιός και Μανταλένα») και το κλασικό στο είδος του «Μινόρε του Χαλκιά», δυο σκοποί που έφτασαν στην Ελλάδα από την Αμερική σε έναν δίσκο τo 1931-32.

η εικόνα προφίλ του Θεόφιλος Αναστασίου

του Θεόφιλου Αναστασίου

Στο επάγγελμα άρχισε να βγαίνει από τον Ιούνιο του 1942, ως ερασιτέχνης κι όχι ως επαγγελματίας μουσι-κός, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος. Το πρώτο κέντρο που εμφανίστηκε ήταν το εξοχικό τότε η «Αύρα» στη συνοικία «Τρικκαίογλου», με το συγκρότημα «Μποέμ» (Ταμβακάς, Φα-νάρας και Παπαγεωργίου). Τον επόμενο μήνα έπαιξε στον «Έλατο» (πρώην «Μάντρα του Αλευρά») και τον Οκτώβριο στην «Ταβέρνα των Παιδιών» με τον φίλο του Λάκη Τσατσάγια.

Μετά από τις πρώτες αυτές εμφανίσεις αποφάσισε να επεκτείνει τον κύκλο του και στις υπόλοιπες πόλεις της Θεσσαλίας. Οι βιοποριστικές ανάγκες, η πείνα και η ανέχεια της Κατοχής, ήταν τα κίνητρα πίσω από τον πρώτο κύκλο αυτών των εμφανίσεων και περιοδειών, χωρίς βεβαίως να μπορούμε να αποκλείσουμε και τη νεανική φιλοδοξία. Στις αρχές της επόμενης χρονιάς αποφάσισε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον φίλο και σύντροφό του στις περιοδείες, τον Λάκη Τσατσάγια.


Στη Θεσσαλονίκη ο Απόστολος Καλδάρας, εκτός από την βιοποριστική του ερ-γασία στα μαγαζάκια της εποχής, βρήκε την ευκαιρία να εγγραφεί και στην Γεωπονική Σχολή, δεν συνέχισε όμως για πολύ τις σπουδές του. Στα τέλη του 1945 ταξίδεψε στον Πειραιά.

Ο βιοπορισμός ήταν ή επιτακτικότερη ανάγκη της εποχής και ο Καλδάρας, που δεν είχε άλλα μέσα επιβίωσης, στηρίχτηκε στο ταλέντο του. Ολόκληρο τον χειμώνα του 1945-46 δούλεψε στον Πειραιά. Την Άνοιξη του 1946 έγινε γνωστό πως οι εταιρείες δίσκων θα ξανάρχιζαν τη λειτουργία τους.

Ένα τραγούδι του σ’ έναν δίσκο ήταν για τον νεαρό Καλδάρα η ευκαιρία να γίνει γνωστός στο ευρύτερο κοινό. Πρόσβαση όμως δεν είχε στις δισκογραφικές εταιρείες, γι’ αυτό και στράφηκε στον συμπατριώτη του, τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Το τραγούδι που του πρότεινε για ηχογράφηση ήταν το «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι», ένα τραγούδι που ο Καλδάρας είχε συνθέσει στα χρόνια της Κατοχής. Έτσι το πρώτο τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο του 1946, σε δύο μάλιστα εκδόσεις, και έκανε πολύ καλή εντύπωση στο αγοραστικό κοινό.

Μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, που επανήλθε δριμύτερη η λογοκρισία, είχε αποσπάσει ευνοϊκές κριτικές και από τους δημοσιογράφους που έγραφαν τότε για το λαϊκό τραγούδι. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο ενθαρρυντική για τον νεαρό Καλδάρα. Με την σύσταση του Γιάννη Παπαϊωάννου έγινε δεκτός από τον Μίνωα Μάτσα της εταιρείας Odeon και από το 1947 αρχίζει η αδιάλειπτη μέχρι και το 1990 παρουσία του στο λαϊκό τραγούδι.
Η πορεία του δεν ήταν εύκολη στα πρώτα χρόνια της καριέρας του. Είχε να συ-ναγωνιστεί τους προπολεμικά πασίγνωστους δημιουργούς, (Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χιώτη, Βαμβακάρη, Χατζηχρήστο, Γκόγκο), αλλά και αρκετούς νεότερους που έκαναν μαζί μ’ αυτόν την εμφάνισή τους (Μητσάκης, Μπακάλης, Ζαμπέτας, Δερβενιώτης κλπ).

Η ποιότητα όμως δεν κρύβεται και δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη: «Νύχτωσε χω-ρίς φεγγάρι», «Εβίβα ρεμπέτες», «Παραστρατημένη», «Σκλάβες του Μαχαραγιά», «Πάνω σ’ έναν βράχο», «Η Μπαρμπαριά», «Ας με κρίνει η κοινωνία», «Να το βρεις από άλλη», «Άνθρωπε», «Η γυναίκα που ψηφίζει», «Εγώ είμαι για σένα», «Τι να σου κάνω που σ’ αγαπώ», «Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε», «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», «Άντε παράτα με», «Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει», «Είπα να σβήσω τα παλιά», «Το λαϊκό τσιγάρο», «Τα δώρα», «Η στενοχώρια», «Εμένα με λένε Περικλή», «Στάσου στο 14», «Το παραμύθι της κοινωνίας», «Δεν μετανιώνω που σ’ αγάπησα», «Τι να το κάνω πως είσαι ωραίος», «Το καμαράκι», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Εμείς ταιριάξαμε», «Έκτακτο παράρτημα», «Το χαμένο κορμί», «Εγώ ποτέ δεν αγαπώ», «Θα με γράψει η ιστορία», «Ποιος θα με πληροφορήσει», «Κόκκινο μαύρο», «Συ μου χάραξες πορεία», «Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά», «Το ανώνυμο γράμμα», «Γυάλινος κόσμος». Είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του που έγιναν επιτυχίες και μερικά από αυτά εξακολουθούν και σήμερα ακόμα να συγκινούν όσους τα θυμούνται, αλλά και όσους τα ακούνε για πρώτη φορά.

Ο Καλδάρας ήταν γλυκός, τρυφερός και λυρικός σαν συνθέτης, αλλά και ευγε-νέστατος άνθρωπος, λένε όσοι τον γνώρισαν από κοντά, εντιμότατος και εργατικότατος. Από τότε που πήρε την απόφαση πως η επαγγελματική του σταδιοδρομία θα ήταν ο αβέβαιος χώρος του τραγουδιού, ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά.

Η συνολική του παραγωγή ήταν 620 περίπου τραγούδια. Ο αριθμός μπορεί σε ορισμένους να φαίνεται μικρός, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι εργαζόταν ταυτόχρονα, (μέχρι το 1965 που έχασε την κορούλα του) και στα νυχτερινά κέντρα, όπως π.χ. στου «Μάριου» (χειμερινό και καλοκαιρινό), στη «Φλωρίντα», στη «Μπλε Αλεπού», στη «Ζούγκλα», «Στου Θείου», στ’ «Αηδόνια», στου «Καλαματιανού», στο «Ροσινιόλ», στου «Κεφάλα», στη «Λουζιτάνια», στου «Τζίμη του Χοντρού» και σε πολλά άλλα ακόμα.

Για να προσφέρει περισσότερα στην οικογένειά του ξενιτεύτηκε μάλιστα για δεκατέσσερις μήνες στη Νέα Υόρκη (από τα τέλη του 1958 έως τις αρχές του 1960), απ’ όπου επέστρεψε σαν σπά-γκος, όπως αναφέρει ο ίδιος, καθώς δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στο κρύο και υγρό κλίμα της πόλης, στην στέρηση της οικογένειας και της πατρίδας, όπως επίσης και στις συνθήκες εργασίας που, όπως ανέφεραν όλοι όσοι πήγαν την εποχή εκείνη εκεί, ήταν αποκαρδιωτικές.
Επιστρέφοντας από την Αμερική έπεσε πάνω στην μεγάλη τεχνολογική αλλαγή της δισκογραφίας. Οι δίσκοι των 78 στροφών και τα γραμμόφωνα καταργήθηκαν κι έ-καναν την εμφάνισή τους τα καινούρια μέσα αναπαραγωγής του ήχου: ο δίσκος 45 στροφών και μια καινούρια συσκευή που λεγόταν πικ-απ.

Μέχρι τότε είχε εκδώσει σε δίσκους των 78 στροφών για τα γραμμόφωνα 118 τραγούδια, με πρώτο το «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι και τελευταίο το «Τίγκι-τίγκι» («Μου σπάσανε τον μπαγλαμά»). Το πρώτο τραγούδι του το είπαν στα γραμμόφωνα ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Στράτος Παγιουμτζής και το τελευταίο ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.


Η νέα περίοδος της δισκογραφίας κράτησε δώδεκα χρόνια, από το 1960 μέχρι το 1972. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου πρόσθεσε στο δισκογραφικό του έργο 278 επι-πλέον τραγούδια, με πρώτο «Τα χίλια αχ» με τον Στράτο Διονυσίου και τελευταίο το «Είμαστε το φτωχολόι» με τον Γιώργο Νταλάρα. Οι επιτυχίες του και σ’ αυτή την περί-οδο είναι πάρα πολλές: «Μένα μου πρέπουν σίδερα», «Ανεβαίνω σκαλοπάτια», «Απόψε που ‘χω συννεφιά», «Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει», «Άμα θες να κλάψεις, κλάψε», «Ένας σκύλος και μια γυναίκα», «Λαϊκό τσα-τσα», «Η καρότσα», «Το καινούριο τ’ αγοράκι μου», «Άσε πρώτα να ξεχάσω», «Στ’ Αποστόλη το κουτούκι», «Αφού αμάρτησαν τα δυο σου χείλη», «Όσο φτηνό κρασί κι αν πιω», «Είσαι η μοίρα μου εσύ», «Χρυσό κλουβί κι αγάπη», «Ένα αστέρι πέφτει», «Τέλος δεν έχει ο ουρανός», «Αυτά έχει η ζωή», «Ποτήρι κάνε τα χείλη σου», «Μεγάλος είναι ο Θεός», «Θα κτίσω εκκλησιά», «Εκεί που σμίγει η θάλασσα», «Μην τα φιλάς τα μάτια μου», «Πήρα απ’ τη νιότη χρώ-ματα», «Το λημέρι», «Πετραδάκι πετραδάκι», «Των αστεριών το δρόμο πήρες», «Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ», «Πέσε στην αγκαλιά μου», «Όταν θυμάμαι εκείνη», «Πλάι μου στάσου στη ζωή», «Όνειρο απατηλό», «Λες κι οργώνω μες στα βράχια», «Ένα πουλί πληγώθηκε», «Ένα φύλλο μαραμένο», «Το φτωχό αγόρι», «Πήραμε την κάτω βόλτα», «Εγώ θα ζω με τ’ όνειρο», «Αλλοτινές μου εποχές», «Ας παν στην ευχή τα παλιά», «Α-νεμώνα», «Λάθος μεγάλο κάνεις», «Στο τραπέζι που τα πίνω», «Φορτώθηκα τις τύψεις μου», «Η φαντασία», «Πυρετός», «Αν είναι η αγάπη έγκλημα», «Αύριο πρωί», «Ο θά-νατος του ποιητή», «Πικρή ζωή», «Ανάθεμα την τύχη μου», «Λασπωμένα όνειρα», «Μαυρομάνικο μαχαίρι», «Αχ ο μπαγλαμάς» και πόσα άλλα ακόμα!
Από το 1972 αρχίζει μια νέα δημιουργική περίοδος για τον Απόστολο Καλδάρα, πιο δύσκολη συνθετικά, γιατί εγκαταλείπονται από τις εταιρείες οι δίσκοι των 45 στρο-φών και εγκαινιάζεται η έκδοση δίσκων 33 στροφών (long play).

Τώρα πια δεν απαι-τούνται δύο τραγούδια για να τυπωθεί ένας δίσκος, αλλά δώδεκα, κάτι που δυσκολεύει πολύ τόσο τους συνθέτες, όσο και τους στιχουργούς. Δώδεκα τραγούδια καλής ποιότη-τας δεν είναι εύκολο να ετοιμαστούν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να μην χάνεται η επαφή με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των απαιτήσεων του κοινού και να εξασφαλίζονται οι πωλήσεις. Παρ’ όλα αυτά, ο Καλδάρας κατόρθωσε να γράψει ε-ξαιρετικής ποιότητας τραγούδια, που τον ανέβασαν ακόμη περισσότερο στις προτιμήσεις του κοινού.

Αποτέλεσμα εικόνας για καλδαρας αποστολος
Συνολικά σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου (1972-1990) δημοσίευσε 19 δίσκους 33 στροφών (228 τραγούδια, στα οποία θα πρέπει να προσθέσουμε και 12 ακό-μα από τον δίσκο «Κάποιο αστέρι» που εκδόθηκε το 1991, μετά τον θάνατό του), τους εξής: «Μικρά Ασία», «Βυζαντινός Εσπερινός», «Ροβινσώνες», «Για ρεμπέτες και φί-λους», «Σκόρπια φύλλα», «Ρίζες και χρώματα», «Τα σήμαντρα», «Ο Μιχάλης Μενιδιά-της τραγουδά Απόστολο Καλδάρα», «Η τελευταία νύχτα», «Μην κάνεις όνειρα», «Τα ορθόδοξα», «Λαϊκά μονοπάτια», «Ο Σταμάτης Κόκοτας τραγουδά απόστολο Καλδάρα», «Η συνάντηση», «Τα παράπονά μου», «Όταν μιλούν τα τέλια», «Βραδινές οι ώρες», «Κάθε τραγούδι μου για σένα», «Μπαλάντες του περιθωρίου».
Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του έγραφε ο ίδιος στίχους και μουσική, κάτι που συνέχισε να κάνει σ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, συνεργάστηκε όμως και με πολλούς από τους σημαντικότερους στιχουργούς της εποχής του.

Ο πρώτος στιχουργός με τον οποίο συνεργάστηκε ήταν ο συντοπίτης του Κώστας Βίρβος και στη συνέχεια ο Κώστας Μάνεσης, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, ο Αλέκος Γκούβερης, η Ευτυχία Παπα-γιαννοπούλου, ο Γιώργος Σαμολαδάς, ο Δημήτρης Ρήτας, ο Χρήστος Αργυρόπουλος, ο Πυθαγόρας, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η Σώτια Τσώτου, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, ο Χρήστος Ρουχίτσας, ο Βασίλης Μπουσιώτης.
Για την εκτέλεση των τραγουδιών του οι εταιρείες τού προσέφεραν πάντα τους καλύτερους από τους παλιότερους ερμηνευτές, αλλά και τους καλύτερους από τους πρωτοεμφανιζόμενους, οι οποίοι στη συνέχεια καθιερώθηκαν και ως οι καλύτεροι στο είδος τους. Έτσι εκτός από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Στελάκη Περπινιάδη, τα τραγούδια του ερμήνευσαν: η Στέλλα Χασκήλ, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, η Μαρίκα Νίνου, η Άννα Χρυσάφη, η Ρένα Στάμου, η Ρένα Ντάλια, ο Δημήτρης Ρουμελιώτης, η Σωτηρία Μπέλλου, η Πόλυ Πάνου, η Καίτη Γκρέυ, ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη, η Γιώτα Λίδια, η Βούλα Γκίκα, η Μαριάνα Χατζοπούλου, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Αντώνης Ρεπάνης, ο Στράτος Διονυσίου, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Μιχάλης Μενιδιάτης, η Μαίρη Λίντα, η Φούλη Δημητρίου, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Στα-μάτης Κόκοτας, ο Γιάννης Καλατζής, ο Γιάννης Πάριος, η Λίτσα Διαμάντη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Χάρις Αλεξίου, η Βασιλική Λαβίνα, ο Δημήτρης Κοντολάζος, ο δημήτρης Μητροπάνος, η Ξανθίππη Καραθανάση, η Γλυκερία, ο Ηλίας Κλωναρίδης, η Σοφία Βαλμά, ο ανδρέας Καρακότας, ο Μιχάλης Παπαζήσης.
Η προσφορά του Απόστολου Καλδάρα είναι τεράστια.

Μαζί με όλους τους άλλους δημιουργούς της λαϊκής μουσικής και του λαϊκού τραγουδιού έγραψε ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο στον νεότερο ελληνικό πολιτισμό.

Αξίζει να τον θυμόμαστε για πάντα και προπαντός να τον τραγουδάμε.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή