Αχ! Βρε Παναγιώτη. Reviewed by Momizat on .   Που να το γνώριζες και ΄σύ που να το ήξερα και ΄γώ … Βλέπεις οι βουλές του Θεού, πάνω απ΄ τις σκέψεις του ανθρώπου. Πέρα από τα σχέδια των ταπεινών του.   Που να το γνώριζες και ΄σύ που να το ήξερα και ΄γώ … Βλέπεις οι βουλές του Θεού, πάνω απ΄ τις σκέψεις του ανθρώπου. Πέρα από τα σχέδια των ταπεινών του. Rating: 0

Αχ! Βρε Παναγιώτη.

Αχ! Βρε Παναγιώτη.

 

padiotiΠου να το γνώριζες και ΄σύ που να το ήξερα και ΄γώ … Βλέπεις οι βουλές του Θεού, πάνω απ΄ τις σκέψεις του ανθρώπου. Πέρα από τα σχέδια των ταπεινών του. Το λέει και η παροιμία : «γελάει ο Θεός με τα σχέδια των ανθρώπων» και είχες πολλά από αυτά.

Θαύμαζα την τέχνη σου αλλά και την τεχνική σου. Σπουδάγματα, κοντά στον Μικρασιάτη πατέρα σου, τον μειλίχιο κύριο Γιώργο. Φαίνονταν στα μακελεμένα δάχτυλά σου. Χέρια δουλεμένα. Ζεστά. Κάθε σφυριά που χτυπούσε κατά λάθος στο χέρι αντί στο αμόνι ήταν μια αφορμή για να μπει η τέχνη μέσα. Καίτοι δεν την χρειάστηκες σε όλον τον επαγγελματικό βίο σου. Τι να την έκανες την τέχνη όταν αποφάσισες να γίνεις έμπορος;

 

Χρειαζόσουν όμως την τεχνική του εμπόρου. Τον τρόπο να πουλάς. Τον είχες. Μελίσσι γίνονταν το Mipel, στην Ασκληπιού. Ο λόγος σου καλαμπουρτζίδικος. Καλοσυνάτος. Στο λεπτό, δημιουργούσες ομήγυρη. Το απέναντι Beller, δικό σου. Κεράσματα, σ΄ όλο τον κόσμο.

 

Αργότερα, χρειάστηκες και την τέχνη, πάλι . Ήσουν ζωντανό παράδειγμα,της σοφίας : «μάθε τέχνη κι άστηνε…». Τα σίδερα μεταμορφώνονταν στα χέρια σου σε καλλίγραμμα κάγκελα, όμορφες εξώπορτες, μεταλλικές φιγούρες.

 

Και στο άλλο τα κατάφερνες πολύ καλά. Στο κοινωνικό. Ήταν ένα από τα χαρίσματά σου. Ποιος φίλος δεν έγινε «μανάλι» από τα κερασμένα τσίπουρά σου ; Ποια φίλη δεν έγινε «στουπί» από το γλυκό κρασί και την πρόσχαρη παρέα σου ;

 

Πόσοι φιλοξενούμενοι, στην αγαπημένη σου Αβδέλα, δεν σου ζήτησαν «να ξαναβρεθούμε Γιώτη». Είχες ένα τρόπο να φέρνεις το χαμόγελο στα χείλη μας. Γνώριζες να κάνεις την παρέα… πανηγύρι. Αυτό πρέπει να το είχες πάρει από την μάνα σου. Αβδελιώτισσα, και μάλιστα, Μπαλοδιμαίϊκη. Τα συνομήλικα ξαδέλφια σου έχουν να λένε ότι το πατρικό σας, στην συνοικία του Καραμανλή, μετατρέπονταν σε «παιδική χαρά». Η κυρά Ευσταθία άδειαζε το ψυγείο και μοίραζε όλους τους κορνέδες και τις πουτίγκες, στην πιτσιρικάδα. Όλα τα εφόδια του σπιτιού για να γλυκάνει την άγουρη ηλικία σας. Οι φίλοι των παιδιών της, παιδιά της. Η γλυκιά (παρα)Μάνα τους. Η Ευτυχία των μικρών. Η Χαρά των παιδιών.

 

Μια τέτοια παρέα είχε μαζευτεί γύρω από σένα, τον Αύγουστο του ΄12, που σε βρήκα στην πλατεία του χωριού. Για μια φορά ακόμα, μέσα στην τρελή χαρά ενώ ήδη είχες ξεκινήσει τον προσωπικό σου αγώνα … Αυτόν που δίνουμε όλοι όσοι γεννηθήκαμε κάποια στιγμή της ζωής μας, στα μαρμαρένια αλώνια. Στην έδρα του αντιπάλου. Ένας αγώνας πάντα άνισος, γιατί ποτέ δεν έχουμε, οι θνητοί, τα ίδια όπλα με τον δρεπανηφόρο αντίπαλο. Είναι αμείλικτος, έχει το πάνω χέρι, ως ισχυρός στο πεδίο της δικής του έδρας και μεταμορφώνει τον ανίσχυρο αντίπαλό του σε «σκιά» του εαυτού του. Ύπουλος σαν φίδι.

 

Σήκωσες τα χέρια (στο αριστερό πάντα το τσιγάρο) και μου ζήτησες να αφήσω την φωτογράφηση και να καθίσω να «βρέξω» το στόμα μου. Πόσο πόνο είχες φέρει μέχρι εδώ ; Πόσο μόχθο είχες πάνω σου μέχρι εκείνη την μέρα ; Πόσα προσωπικά στραπάτσα, αντιμετώπισες ;

Η Λίτσα το γνωρίζει.

Αλλά και πάλι, όση και να ήταν η πίκρα σου, έγινες ο γλυκός Γιώτης που γνωρίζαμε. Μοίρασες για μια φορά ακόμα το χαμόγελο στην παρέα. Ο αγαπημένος ξάδελφος. Ο, πάντα μαζί.

 

Έφυγες πλέον για το ταξίδι που δεν έχει επιστροφή. Ο κόσμος που ήλθε κοντά σου για να σου πει το στερνό αντίο, έπνιξε τον Παραπόταμο, λες και ήταν δεκαπενταύγουστος στα βλαχοχώρια των Γρεβενών. Ένα ιδιότυπο πανηγύρι ακόμα και η στερνή σου στιγμή.

 

Τι να πω ! Εμείς που μένουμε πίσω, πάντα βρίσκουμε έναν τρόπο για να «τακτοποιήσουμε» την ζωή μας. Ο καθένας με την βόλεψή του.

 

Όχι, δεν είναι για όλους το ίδιο. Ο χρόνος θα αργήσει να γίνει πανδαμάτορας για τους δικούς σου. Γιατί δεν είναι μόνο που δεν έφυγες πλήρης ημερών, βρε φίλε, αλλά περισσότερο είναι που άφησες και μερικές δυσαναπλήρωτες εκκρεμότητες πίσω σου.

Εκείνες, οι κορούλες σου, με ποιόν θα μοιραστούν τις χαρές, του μέλλοντος ;

Ποιον θα κρατάνε αγκαζέ, μέχρι να τις παραδώσει στον άντρα της ζωής τους ;

Ποιόν ;

 

Αχ! Βρε Παναγιώτη. Αχ! Βρε Παναγιώτη.

 

(Στον Παναγιώτη Χαστά που άφησε τον μάταιο κόσμο μας εδώ και εννιά μέρες. Την Παρασκευή 7/2/2014 ).

 

Νίκος  Γ. Παδιώτης

(nicopadi@gmail.com)

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή