Β. Παπαστεργίου: Ιθαγένεια για λίγους, όπως υπαγόρευσε το ΣτΕ Reviewed by Momizat on . ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ Η Αριστερά παλινδρομεί μεταξύ μαξιμαλισμού και υποβάθμισης Του Βασίλη Παπαστεργίου Οπως είναι γνωστό, στα μέσα της εβδομάδας που ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ Η Αριστερά παλινδρομεί μεταξύ μαξιμαλισμού και υποβάθμισης Του Βασίλη Παπαστεργίου Οπως είναι γνωστό, στα μέσα της εβδομάδας που Rating: 0

Β. Παπαστεργίου: Ιθαγένεια για λίγους, όπως υπαγόρευσε το ΣτΕ

Β. Παπαστεργίου: Ιθαγένεια για λίγους, όπως υπαγόρευσε το ΣτΕ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ

Η Αριστερά παλινδρομεί μεταξύ μαξιμαλισμού και υποβάθμισης

Του Βασίλη Παπαστεργίου

Οπως είναι γνωστό, στα μέσα της εβδομάδας που πέρασε δόθηκαν στη δημοσιότητα οι βασικές διατάξεις του σχεδίου νόμου για την ιθαγένεια. Το νέο σχέδιο έρχεται να καλύψει το κενό δικαίου που έχει δημιουργηθεί μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 460/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣΤΕ) που έκρινε τις βασικές διατάξεις του Ν.3838/2010 ως αντίθετες στο Σύνταγμα.

Αναγκαία προϋπόθεση η διαπίστωση εθνικής συνείδησης

Σε γενικές γραμμές, ο νέος νόμος αναγνωρίζει τη δυνατότητα αίτησης για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας στη δεύτερη γενιά αλλοδαπών που έχει με επιτυχία θητεύσει στους εκπαιδευτικούς θεσμούς της χώρας, δηλαδή α) στην περίπτωση που ο αιτών έχει ολοκληρώσει επιτυχώς εννέα τάξεις της ελληνικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, β) στην περίπτωση που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τη φοίτηση σε όλες τις τάξεις του ελληνικού Γυμνασίου και Λυκείου και γ) στην περίπτωση που έχει λάβει πτυχίο ελληνικού ΑΕΙ και ΤΕΙ έχοντας προηγουμένως λάβει απολυτήριο ελληνικού Λυκείου. Η χορήγηση της ιθαγένειας δε γίνεται στις πιο πάνω περιπτώσεις άνευ ετέρου, καθώς αναγκαία προϋπόθεση είναι να μεσολαβήσει συνέντευξη, προφανώς για να διαπιστωθεί η εξατομικευμένη σχέση του υποψηφίου με την ελληνική εθνική συνείδηση.
Το σχέδιο νόμου είναι προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις που έθεσε στο σκεπτικό της η γνωστή συντηρητική απόφαση του ΣΤΕ. Τόσο το κριτήριο της εννιάχρονης επιτυχούς φοίτησης στην ελληνική εκπαίδευση όσο και αυτό της ατομικής κρίσης περί της εθνικής συνείδησης του υποψηφίου μέσω ατομικής συνέντευξης υπάρχουν στο σκεπτικό του ΣΤΕ. Από αυτή τη σκοπιά, η κυβέρνηση μπορεί βάσιμα να ισχυριστεί ότι έχει “τα χέρια της δεμένα”, καθώς τυχόν πιο προοδευτικές ρυθμίσεις πιθανόν να προσέκρουαν και πάλι στο τείχος του ΣΤΕ.

Αποκλείονται όσοι δεν ολοκληρώνουν το σχολείο

Επίσης, με βάση τις ρυθμίσεις που προεκτέθηκαν, είναι λογικό να σκεφτούμε ότι ο νέος νόμος για την ιθαγένεια (όπως και ο μεταναστευτικός κώδικας πριν λίγους μήνες) αποκλίνει από τη συνολική ακροδεξιά ρητορική και πρακτική της κυβέρνησης και ιδίως της ηγετικής ομάδας της ΝΔ. Ωστόσο, δεν μπορούμε να είμαστε ευχαριστημένοι και αυτό αφορά τη συνολική στάση όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και του συνόλου των θεσμών της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση και ιδίως στη δεύτερη γενιά.
Κατ’ αρχάς από τις διατάξεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα, είναι προφανές ότι αποσυνδέεται πλήρως η δυνατότητα του δικαιώματος αίτησης για την κτήση της ιθαγένειας από το γεγονός της γέννησης και της επί μακρόν νόμιμης διαμονής στη χώρα. Δηλαδή, τα παιδιά που δεν κατορθώνουν να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, έχοντας ωστόσο γεννηθεί και ζήσει όλη τη ζωή τους στην Ελλάδα, αποκλείονται από τις συγκεκριμένες διατάξεις. Δεύτερον, η συνέντευξη αντικειμενικά λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός επιλογής που είναι δυνατό να περιορίσει σημαντικά τον αριθμό όσων τελικά θα κατορθώσουν να λάβουν την ελληνική ιθαγένεια με βάση τις υπό ψήφιση διατάξεις. Υπάρχει βέβαια η υποχρέωση αιτιολόγησης της τυχόν αρνητικής κρίσης (μια καλή κληρονομιά του Ν.3838/2010), ωστόσο οι νομικοί γνωρίζουμε ότι υπάρχει η πιθανότητα η ελληνική δικαιοσύνη – ιδίως σε αυτό το ζήτημα – να μην υποβάλει σε ουσιαστικό έλεγχο αιτιολογίες που πιθανόν να είναι τυπικές ή ιδεολογικά φορτισμένες.
Ερχόμαστε με αυτόν τον τρόπο στο συνολικό πρόβλημα που έχει η ελληνική κοινωνία να κατανοήσει τη σημασία μιας ανοιχτής πολιτικής για την ιθαγένεια. Το πρόβλημα αυτό αποτυπώθηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην γνωστή απόφαση της Ολομέλειας του ΣΤΕ, στο σκεπτικό της προηγούμενης υπ’ αριθμ. 350/2011 απόφασης του Δ’ Τμήματος του ΣΤΕ, αλλά και στο δημόσιο λόγο ιδίως των στελεχών της σημερινής κυβέρνησης κατά τη δημόσια αντιπαράθεση για τον Ν.3838/2010 (“νόμος – μαγνήτης για τους λαθρομετανάστες” και άλλα χαριτωμένα). Ας σημειωθεί επίσης, ότι αυτή την εβδομάδα δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία της Eurostat σύμφωνα με τα οποία ο αριθμός των πολιτογραφήσεων, δηλαδή των αποδόσεων της ελληνικής ιθαγένειας, παραμένει πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (16.200 για το 2012, κατά βάση σε πολίτες της Αλβανίας με πολυετή διαμονή στη χώρα).

Τα δικαιωματικά ζητήματα υποβαθμίζονται

Όμως, για να έρθουμε και στα του οίκου μας, αυτό αφορά και τη στάση της Αριστεράς στο ζήτημα, η οποία στο ζήτημα της ιθαγένειας, αλλά και συνολικά στα δικαιωματικά ζητήματα, παλινδρομεί μεταξύ μαξιμαλισμού και υποβάθμισης.
Να θυμίσω στο σημείο αυτό ότι η (μικρή τότε) κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είχε το 2010 οριακά εγκρίνει την υπερψήφιση του Ν.3838/2010. Αν μάλιστα δεν υπήρχαν οι ψήφοι των βουλευτών που αργότερα συγκρότησαν τη ΔΗΜΑΡ, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε κατορθώσει (γιατί θα επρόκειτο περί κατορθώματος) να καταψηφίσει τον Ν.3838/2010 με επιχειρήματα – τώρα πια είναι εντελώς φανερό – ως επί το πλείστον μαξιμαλιστικά. Σε αντίθεση με αυτή την παράδοση (ή μήπως σε αρμονία με αυτή;), παρατηρούμε τα δικαιωματικά ζητήματα να υποβαθμίζονται συστηματικά στο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα έστω μία δικαιωματική εξαγγελία που να περιλαμβάνεται στις πρώτες δεσμεύσεις της κυβέρνησης της Αριστεράς. Αναγνωρίζω ότι το κεντρικό ζήτημα είναι η οικονομία, προφανώς είναι φανερό ότι όλα κριθούν στο πεδίο αυτό, αλλά δεν νομίζω ότι η Αριστερά μπορεί να πάει μακριά χωρίς βασικές δεσμεύσεις σε αξιακά ζητήματα και χωρίς παρέμβαση στο επίπεδο της ιδεολογίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, νομίζω ότι το σχέδιο νόμου για την ιθαγένεια θα πρέπει να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας και σοβαρής κριτικής, όχι όμως ως ένα οποιοδήποτε προϊόν της μνημονιακής συγκυβέρνησης, αλλά με τη συνείδηση ότι αφορά άμεσα την ποιότητα της ζωής χιλιάδων ανθρώπων και το χαρακτήρα της νεοελληνικής κοινωνίας τις επόμενες δεκαετίες.

* Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι δικηγόρος, επικεφαλής της Ριζοσπαστικής Αριστερής Κίνησης Δικηγόρων.

** Δημοσιεύτηκε στην Εποχή, την Κυριακή 23-11-2014

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή