Είδες τι κόλπα κάνει η κρίση ; Reviewed by Momizat on . -Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Εσείς δυο θα πάτε επαρχία, και έδειξε αυτόν και τον Ιάκωβο, και θα στήσετε υποκαταστήματα εκεί. Και μην ακού -Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Εσείς δυο θα πάτε επαρχία, και έδειξε αυτόν και τον Ιάκωβο, και θα στήσετε υποκαταστήματα εκεί. Και μην ακού Rating: 0

Είδες τι κόλπα κάνει η κρίση ;

krisi
-Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας :
Εσείς δυο θα πάτε επαρχία, και έδειξε αυτόν και τον Ιάκωβο, και θα στήσετε υποκαταστήματα εκεί. Και μην ακούσω αντιρρήσεις , “δεν μπορώ” και τέτοια, γιατί έτοιμος είμαι για απολύσεις.
Πρώτη φορά τον είδαν τόσο σοβαρό και τόσο θυμωμένο. Ήξεραν πως ήταν στριμωγμένος , αλλά υπέθεταν πως θα το ξεπερνούσε. Δεν ήταν έτσι όμως τα πράματα, η κρίση στην αγορά όχι μόνο κρατούσε αλλά μέρα με την μέρα χειροτέρευε.
Καλοστημένη επιχείρηση είχε το αφεντικό, εισαγωγές με ανατολίτικα ηλεκτρονικά μπιχλιμπίδια έκανε και ύστερα τα προωθούσε στο λιανεμπόριο με μερικά δικά του μαγαζιά που τα είχε σκορπισμένα μέσα στην πρωτεύουσα. Καλά πήγαινε, αλλά τώρα τελευταία η αγορά είχε στενέψει . Είχε κάνει και το σφάλμα να κλείσει μπόλικο ρευστό σε μία μεγάλη εισαγωγή και τα προϊόντα έμειναν στοκαρισμένα και απούλητα. Έπρεπε κάτι να κάνει λοιπόν και αυτό το «κάτι» ήταν να ξανοιχτεί στην επαρχία.
krisi
Διάλεξε δύο πόλεις που πίστευε πως εκεί θα πουλούσε, και έστειλε να στήσουν μαγαζιά σ’ αυτές δύο από τους καλύτερους υπαλλήλους που είχε και ήξεραν την αγορά απέξω κα ανακατωτά.
Δεν μπόρεσε να αρνηθεί. Και τι να έλεγε; Ότι δεν τον αφήνει η Μαρίνα , η γυναίκα του; Άσε που το αφεντικό ήταν κατηγορηματικό : « Όποιος θέλει, όποιος δεν θέλει, σπίτι».
Η Μαρίνα όταν το άκουσε , κατέβασε τα μούτρα. « Σου το είπα, να τα παρατήσεις και να έλθεις να δουλέψουμε το μαγαζί μαζί, αλλά δεν θέλεις. Τρέξε τώρα…»

Η γυναίκα του, οικονομικά είχε σπουδάσει, αλλά που δουλειά. Πήρε ένα κεφάλαιο από τον πατέρα της και άνοιξε μαγαζί με γυναικεία εσώρουχα. Ευτυχώς, πήγαινε καλούτσικα και έβγαζε από πάνω και την δόση του δανείου για το δυαράκι που είχαν πάρει. Του είχε φάει τα αυτιά να τα παρατήσει και να δουλέψουν μαζί, γιατί μόνη της δεν τα προλάβαινε όλα. Aλλά τώρα, ήταν αυτός για να πουλάει σουτιέν και στρίνγκ;
– Μόνο για μερικούς μήνες, να στήσω το μαγαζί, να στρώσει λίγο η δουλειά και πάλι εδώ θα είμαι .Ύστερα, κάθε Σαββατοκύριακο θα έρχομαι. Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα είναι… το πολύ δύο ώρες δρόμος…

Έφυγε. Βρήκε μια μικρή γκαρσονιέρα για να αράζει –έτσι είχε κανονίσει με το αφεντικό, μην πληρώνουν και ξενοδοχείο- και έκλεισε μία επαγγελματική στέγη σε κεντρικό σημείο. Ευτυχώς, τα ενοίκια ήταν σκοτωμένα. Δεν άργησε να στήσει ένα όμορφο μαγαζάκι με όλα τα ηλεκτρονικά καλούδια που είχαν στις κεντρική αποθήκη. Προσέλαβε μάλιστα και ένα άνεργο πιτσιρικά, απ’ αυτούς που παίζουν τα ηλεκτρονικά στα δάκτυλα για να τον βοηθά, έβαλε και διαφήμιση σε κάτι τοπικά ραδιόφωνα και σε λίγο ο κόσμος άρχισε να μπαίνει στο κατάστημα να αφήνει χρήμα.
Στην πρωτεύουσα γύριζε κάθε Σαββατοκύριακο και αντί να περνά δύο μέρες καλά, είχε να αντιμετωπίσει τα μούτρα και την γκρίνια της Μαρίνας. Προσπαθούσε να της εξηγήσει πως σε λίγο καιρό θα ήταν πάλι πίσω , πως έτσι είναι οι δουλειές, έχουν και τις δυσκολίες, αλλά δεν κατάφερε να την κάνει να δείξει συγκατάβαση .

Έτσι με τον καιρό – το ομολόγησε τελικά στον εαυτό του- κάθε φορά που γύριζε πίσω στην δουλεία του, μάλλον ένοιωθε ανακούφιση.
Ήταν ένα όμορφο απομεσήμερο, το απόγευμα η αγορά ήταν κλειστή και η επόμενη ημέρα ήταν αργία. Είχε τηλεφωνήσει στην γυναίκα του , πως δεν θα πήγαινε, πως είχε δουλειά, αλλά μετάνιωσε. Θα πήγαινε, θα της έκανε έκπληξη, θα της έκανε το τραπέζι το βράδυ σε κάποια καλή ταβέρνα και ίσως την έκανε να χαμογελάσει.
Ξεκλείδωσε την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο και προχώρησε στο χωλ. Εκεί κοντοστάθηκε καθώς άκουσε τις μικρές κοφτές κραυγές της Μαρίνας που έβγαζε όταν έκανε έρωτα. Από την μισάνοιχτη πόρτας είδε τα δύο σώματα επάνω στο κρεβάτι παραδομένα στο πάθος τους. Τον άντρα δεν τον αναγνώρισε καθώς έβλεπε μόνο τη ν πλάτη του. Έμεινε εκεί ακίνητος και από την σκέψη του πέρασαν πολλές ιδέες για το πώς έπρεπε μα αντιδράσει. Δεν εφάρμοσε καμία. Γύρισε ήρεμα , βγήκε από το σπίτι και έκλεισε ήσυχα την πόρτα πίσω του.
apistia
Πήγε και δείπνησε μόνος του στην ταβέρνα που υπολόγιζε να πάει μαζί με την Μαρίνα και πάλεψε με τα συναισθήματα του που ήταν ένα κράμα από θυμό από ζήλια και οργή. Στο τέλος το αποφάσισε . Σήκωσε τους ώμους, μπήκε στο αυτοκίνητο και το ίδιο βράδυ γύρισε πίσω.
Δεν τηλεφώνησε στην γυναίκα του ούτε την επόμενη ,ούτε την μεθεπόμενη ,ούτε και καμία άλλη μέρα απ’ αυτές που ακολούθησαν. Ούτε απάντησε σε καμία δικιά της κλήση. Μόνο οργάνωσε λίγο καλύτερα την γκαρσονιέρα που έμενε και αγόρασε μερικά καινούργια ρούχα μια που είχε αποφασίσει να μην ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα και στο παλιό του σπίτι.
Το μαγαζί πήγαινε καλά, το αφεντικό ήταν παραπάνω από ευχαριστημένο και συνεννοήθηκε μαζί του πως μπορεί να έμενε μόνιμα εδώ.
Βράδυ ήταν και την είχε αράξει σε ένα μικρό μπαρ. Εκεί ήλθε το μήνυμα από την Μαρίνα: «Κατάλαβα ότι ξέρεις, και αν πω πως ήταν μία στιγμή αδυναμίας και θυμού, μάλλον δεν θα το πιστέψεις. Δεν ξέρω αν φτάνει μία συγνώμη, πάντως εγώ θέλω να γυρίσεις πίσω και το λαχταρώ. Και αν πάλι δεν θέλεις, για ακόμα μία φορά, συγνώμη…»
Δεν απάντησε, δεν υπήρχε λόγος . Δεν θα γύριζε και θα το καταλάβαινε με τον καιρό. Ας φρόντιζε αυτή και για το διαζύγιο.
Παράγγειλε ένα ποτό ακόμα και το βλέμμα του καθηλώθηκε στο προφίλ μίας όμορφης ξανθιάς απέναντί του . Όταν ο σερβιτόρος έφερε το ποτό του, του είπε να σερβίρει και ένα στην ξανθιά. Κερασμένο απ’ αυτόν.
gkimtsas
Christos.gim@gmail.com

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή