Επιστήμη ή μεταφυσική; Reviewed by Momizat on . Του Ιωάννη Πλεξίδα, Δρ Φιλοσοφίας Το κείμενο είναι εισήγηση που έγινε στο Γ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολογίας, στη Θεσσαλονίκη, με θέμα Συνεδρίου: Θεολογία και Επι Του Ιωάννη Πλεξίδα, Δρ Φιλοσοφίας Το κείμενο είναι εισήγηση που έγινε στο Γ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολογίας, στη Θεσσαλονίκη, με θέμα Συνεδρίου: Θεολογία και Επι Rating: 0

Επιστήμη ή μεταφυσική;

Επιστήμη ή μεταφυσική;


Του Ιωάννη Πλεξίδα, Δρ Φιλοσοφίας


Το κείμενο είναι εισήγηση που έγινε στο Γ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Θεολογίας, στη Θεσσαλονίκη, με θέμα Συνεδρίου: Θεολογία και Επιστήμη: Μεταξύ διαλόγου και πολεμικής.                                                                                                                                                                                                    

Το ερώτημα το οποίο θα θέσω και, φυσικά, θα επιχειρήσω να απαντήσω  ― αν και η επιτυχία της φιλοσοφίας δεν συνίσταται στο να δίνει απαντήσεις, αλλά στο να θέτει ερωτήματα και να προχωράει από αποτυχία σε αποτυχία[1]―, είναι αν η θεολογία μπορεί να θεωρηθεί ομοτράπεζη των επιστημών και, επομένως, να διαλεχθεί μαζί τους. Αν, δηλαδή, οι προτάσεις της υπόκεινται σε επαλήθευση, πείραμα και αλλαγή παραδείγματος – και το σημαντικότερο, σε ό,τι μ’ αφορά, αν μπορούμε να διεκδικήσουμε από τη θεολογία το αξιέραστο δικαίωμα[2] να αμφιβάλλουμε.  Ή αν, τελικά, οι προτάσεις της αποτελούν απλώς μία μεταφυσική εικοτολογία, δεν μπορούν να πιστοποιηθούν λογικά ή εμπειρικά και, επομένως, στερούνται κάθε νοήματος και σημασίας. Αν, πιο απλά, η λογική του θεολογικού λόγου εδράζεται στα μεταφυσικά σύννεφα του Επέκεινα[3], οπότε και ένας διάλογος με τις υπόλοιπες επιστήμες δεν θα είχε νόημα.

  Θα ήταν υπερφίαλο από μέρους μου να ισχυριστώ ότι μπορώ να δώσω μία οριστική και αμετάκλητη απάντηση στα στενά όρια ενός σύντομου κειμένου μερικών μόνο σελίδων, για σύνολη τη θεολογική σκέψη. Γι’ αυτό επέλεξα να εστιάσω στο αυτεξούσιο, στην  ελευθερία του ανθρώπου, η οποία δεν υφίσταται, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που παρουσιάζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας και, επομένως, ο θεολογικός λόγος δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο από μια μεταφυσική εικοτολογία.

 

Ο λόγος περί ανθρώπινης ελευθερίας στους Πατέρες της Εκκλησίας

Η περιώνυμη Consensus Patrum (Συμφωνία Πατέρων), ισχύει αναμφίβολα στην περίπτωση του αυτεξουσίου. Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας δέχονται ως μη αναγώγιμο a priori της ανθρώπινης κατάστασης την ανθρώπινη ελευθερία.  Υποστηρίζουν μάλιστα, στον βαθμό που η ελευθερία είναι συνδεδεμένη με το λογικό, ότι το αυτεξούσιο είναι η ειδοποιός διαφορά ανθρώπου-ζώου. Ενώ, λοιπόν, τα ζώα καθορίζονται από τις επιταγές της φύσης χαρακτηρίζονται «υπεξούσια», ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται  «αυτεξούσιος»[4]. Ο Γρηγόριος Νύσσης, μάλιστα, φτάνει στο σημείο να ορίσει το αυτεξούσιο ως «ισόθεο»[5]. Είναι, όμως, απόλυτη αυτή η ελευθερία; Οι Πατέρες της εκκλησίας είναι αρνητικοί. Η ελευθερία δεν μπορεί να είναι απόλυτη, επειδή ο άνθρωπος έχει όρια. Πρόκειται για μία κατά συνθήκη ελευθερία, μια ελευθερία που πραγματώνεται εντός ορίων. Ο άνθρωπος επιλέγει ελεύθερα μέσα στα όρια που του θέτει η δημιουργημένη από τον Θεό φύση του. Σε κάθε περίπτωση όμως, η πράξη της επιλογής δεν είναι προκαθορισμένη, με την έννοια ότι βρίσκεται έξω από τις δυνατότητες του προσώπου. Δεν επιβάλλεται στον άνθρωπο ούτε από μία εξώκοσμη, μεταφυσική αρχή ούτε, φυσικά, από κάποια ανάγκη. Είναι ελεύθερη, δημιουργική πράξη, με την έννοια ότι πραγματοποιείται σύμφωνα με τις δυνατότητες που έχει ο άνθρωπος. Ποιες πράξεις, όμως, μπορεί να πραγματοποιήσει ελεύθερα ο άνθρωπος; Ο Δαμασκηνός, συνοψίζοντας την προγενέστερη πατερική παράδοση ―ἐρῶ ἐμὸν οὐδέν, επαναλαμβάνει διαρκώς στα κείμενά του―, θα πει ότι η διάπραξη ενάρετων ή κακών πράξεων, είναι δηλωτική της ανθρώπινης ελευθερίας. Επιλέγουμε να πράξουμε το καλό ή το κακό και, επομένως, είμαστε ελεύθεροι[6].

    Θεωρώ ότι η εξίσωση της ανθρώπινης  ελευθερίας, όπως παρουσιάζεται από τους πατέρες της εκκλησίας, έχει πολλούς αγνώστους x που καθιστούν την ίδια την εξίσωση ανεπίλυτη. Θα επισημάνω δύο βασικά προβλήματα.

Το πρώτο απ’ αυτά έχει να κάνει με ένα λογικό σφάλμα. Τι μας λέει η σκέψη των Πατέρων; Επιλέγουμε το καλό ή το κακό, άρα είμαστε ελεύθεροι. Η άποψή μου είναι ότι εδώ έχουμε μία μορφή λήψης του ζητουμένου (petitio principii). Η επιλογή δεν σημαίνει  αυτόματα και ελεύθερη επιλογή. Δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα που θα μας κάνουν με βεβαιότητα να πούμε ότι η συγκεκριμένη επιλογή, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι ελεύθερη. Για να χαρακτηρίσουμε ελεύθερη μία επιλογή μεταξύ δύο ενδεχομένων, μεταξύ δύο δυνατοτήτων, χωρίς να γνωρίζουμε όλες τις συνιστώσες που μας δίνουν τη συνισταμένη της πράξης, θα πρέπει να προϋποθέσουμε την ελευθερία. Και αυτό ακριβώς κάνουν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Προϋποθέτουν την ελευθερία, η οποία είναι δώρο από τον Θεό και καταστασιακή συνθήκη της ύπαρξης, καθώς εικονίζει έναν ελεύθερο και πέρα από κάθε αναγκαιότητα Θεό, για να αποδείξουν ότι οι επιλογές μας είναι ελεύθερες. Παίρνουν ως προϋπόθεση, αυτό που θέλουν να αποδείξουν.

  Το δεύτερο πρόβλημα στη συλλογιστική των πατέρων είναι συνεπακόλουθο του πρώτου και αφορά στoν τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επιλέγει, αφορά στις διαδικασίες, αυτές καθαυτές, που μας δίνουν τη δυνατότητα της επιλογής. Θα αναφερθούμε και πάλι στην ηθική επιλογή ανάμεσα στο καλό και στο κακό[7]. Πριν προχωρήσουμε, προκειμένου να προλάβουμε τις όποιες ενστάσεις ηθικού περιεχομένου, θα αποκλείσουμε κάθε υποκειμενικό παράγοντα που θα έδινε σε μία ηθική πράξη αμφίσημο ή αμφιλεγόμενο χαρακτήρα. Θα επιχειρήσουμε να ορίσουμε το κακό φαινομενολογικά, το κακό, δηλαδή, ως τέτοιο, το κακό στη μέγιστη, δυνατή και αντικειμενική απολυτότητά του.

 

Προς έναν ορισμό του κακού

 

Αρχικά, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι κακό μπορεί να προκαλέσει μόνο ο άνθρωπος. Μόνο το ανθρώπινο ον έχει τη δυνατότητα να φανταστεί και να σχεδιάσει τον πόνο που θα προκαλέσει πάνω στους άλλους[8]. Τι ορίζουμε όμως σαν «κακό»; Η λέξη «κακό» χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε συγκεκριμένες πράξεις που γίνονται από ανθρώπους και οι οποίοι έχουν την πρόθεση να βλάψουν ή να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους με έναν βασανιστικό και οδυνηρό τρόπο, χωρίς κάποιον λόγο, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν αυτή τους την επιθυμία[9]. Ο πόνος που προκαλείται μπορεί να είναι σωματικός ή ψυχικός και μπορεί να εμπεριέχει την έσχατη ταπείνωση του θύματος. Σε κάθε περίπτωση, ο δράστης γνωρίζει ότι μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο του θύματος, όπως και ότι το θύμα θα υποφέρει έντονα. Χρησιμοποιούμε την έννοια του κακού για να περιγράψουμε κάτι που είναι «πάνω» και «πέρα» από το κανονικό[10], κάτι που αποτελεί σκανδαλώδη απόκλιση από τις νόρμες μιας κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.  Αποδίδουμε τη λέξη «κακό» σε συγκεκριμένες πράξεις που μπορούν να τρομοκρατήσουν ή να σοκάρουν όποιον τις πληροφορείται.  Αποδίδεται σε πράξεις που, απλώς,  «σου κόβουν την ανάσα», εξαιτίας της έντασης της βίας, του πόνου ή τις ταπείνωσης που τις συνοδεύει. Συνοψίζοντας, προκειμένου να χαρακτηρίσουμε μία πράξη «κακή» θα πρέπει να υπάρχουν αυτές οι τέσσερις προϋποθέσεις:

 

1.      Η πράξη πρέπει να είναι απαίσια και φριχτή.

2.      Πρέπει να προηγείται (stalking) της πράξης ή να ακολουθεί (staging) κάποιος σχεδιασμός.

3.      Ο βαθμός του πόνου που υφίσταται το θύμα θα πρέπει να είναι υπερβολικός και ακραίος.

4.      Η φύση της πράξης πρέπει να είναι ασύλληπτη, ακατανόητη, πέρα από τη φαντασία των καθημερινών ανθρώπων μιας κοινότητας[11].

 

 

Είναι προφανώς δύσκολο να κατορθώσουμε έναν καθολικό, κοινά αποδεκτό ορισμό του κακού, ―για παράδειγμα, θα υπήρχαν πολλές ομάδες, κοινωνικές ή πολιτικές, που δεν θα απέδιδαν τον χαρακτηρισμό του «κακού» στο Ολοκαύτωμα― αλλά θεωρώ ότι ακόμη και αν υπάρχουν διαφορές στην προσπάθεια να ορίσουμε μια φριχτή πράξη, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε στα υπόλοιπα τρία σημεία. Με βάση τα περισσότερα από τα σημεία που προαναφέρθηκαν, θα μπορούσαμε όλοι μας να αναγνωρίσουμε μία πράξη σαν «κακή»[12]. Σε ό,τι αφορά στην προσπάθειά μας να αποδείξουμε ότι η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί με τους πατερικούς όρους, θα αναφερθούμε στους κατά συρροή δολοφόνους. Εκείνους τους ανθρώπους, δηλαδή, που διαπράττουν κατ’ ελάχιστο τρεις φόνους και που δεν διαχωρίζονται από την πράξη καθαυτή, αλλά θεωρούνται η κατεξοχήν ενσάρκωση του κακού[13].

Τι εννοώ όταν λέω ότι δεν διαχωρίζονται από την πράξη καθαυτή; Μία δολοφονία, για παράδειγμα, που έγινε από έναν σύζυγο που εξαπατήθηκε, θα μπορούσε, κατά κάποιον τρόπο, να θεωρηθεί σαν αντίδοτο ή αντίδραση στην αβάσταχτη ταπείνωση και στον συναισθηματικό πόνο της προδοσίας. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να πούμε ότι η πράξη ήταν κακή, αλλά όχι το πρόσωπο που τη διέπραξε[14]. Η ηθική κατηγοριοποίηση του «κακού» στη συγκεκριμένη περίπτωση θα αφορούσε την πράξη και όχι το πρόσωπο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση των κατά συρροή δολοφόνων, όπου η δολοφονία είναι αναίτια, χωρίς κάποιο κίνητρο και γίνεται για τη «χαρά» της δολοφονίας ως τέτοιας[15]. Όμως, ας αφήσουμε, προς το παρόν, τους κατά συρροή δολοφόνους και ας επιστρέψουμε στην πατερική θέση.

 

Η έννοια του εαυτού στους Πατέρες της εκκλησίας

 

Οι Πατέρες της εκκλησίας υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος επιλέγει ελεύθερα. Δηλωτικό της ελευθερίας του ανθρώπου είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος σκέφτεται, και, επομένως, θα ήταν περιττή η σκέψη, αν οι πράξεις δεν συνδέονταν με τις σκέψεις του ανθρώπου. Επειδή «πᾶσα βουλὴ πράξεως ἕνεκα», θα ήταν άτοπο, θα πουν, το πιο όμορφο και πολύτιμο πράγμα στον άνθρωπο, να είναι περιττό[16]. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος σκέφτεται, σκέφτεται γιατί μπορεί να πράξει.  Οι Πατέρες της εκκλησίας υποστηρίζουν την προσωπική ευθύνη, την προσωπική επιλογή ― και φυσικά δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, καθώς η έννοια της αιώνιας κόλασης π.χ. δεν θα είχε νόημα αν ο άνθρωπος  δεν ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις του―, διότι αυτό που λένε οι Πατέρες είναι ότι οι πράξεις μας δεν καθορίζονται απλώς από τις επιθυμίες μας, αλλά, επιπροσθέτως, ότι οι επιθυμίες μας δεν αποτελούν απλώς ψυχολογικές καταστάσεις μέσα μας, παρά εκφράσεις του χαρακτήρα μας που εκπηγάζει και επιβεβαιώνεται από εμάς. Προϋποθέτουν, δηλαδή, έναν βαθύτερο[17], εσώτερο εαυτό ο οποίος δίνει στο ανθρώπινο πρόσωπο τη δυνατότητα να κάνει ένα βήμα πίσω, να αποστασιοποιηθεί, να αποσυνδεθεί απ’ αυτό που είναι και να αναστοχαστεί, να προβληματιστεί, να αξιολογήσει  και να αποφασίσει αν είναι αυτός που θέλει να είναι. Και φυσικά, μπορεί να πάψει να είναι αυτός και να γίνει κάποιος άλλος. Με αυτή την έννοια, υποστηρίζουν οι Πατέρες, είμαστε υπεύθυνοι για το ποιοι είμαστε, όπως είμαστε υπεύθυνοι και για τις πράξεις μας.  Προϋποθέτουν, δηλαδή, έναν βαθύτερο εαυτό, ο οποίος μένει ανεπηρέαστος από κάθε εξωτερική επίδραση και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αποξενωμένος από τις πράξεις που διαπράττει. Μιλούν, επομένως, για το αυτεξούσιο, την ελεύθερη βούληση σαν να πρόκειται για κάτι το οποίο ελέγχουμε και εξουσιάζουμε. Αποκλείουν, θα λέγαμε με όρους αναχρονιστικούς, τόσο τον περιβαλλοντικό ντετερμινισμό ―την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι άγραφο χαρτί και η συμπεριφορά του διαμορφώνεται και καθορίζεται από το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον― όσο και τον γενετικό ντετερμινισμό ― την άποψη ότι η συμπεριφορά μας είναι το φυσικό και αναγκαίο συνεπακόλουθο των γονιδίων μας. Είναι όμως απαραίτητα έτσι; Προφανώς, οι αποφάσεις που παίρνουμε για να δράσουμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο αναδύονται μέσα μας. Και πρόκειται, επιπροσθέτως, για μία απολύτως φυσική διαδικασία, η οποία είναι αβίαστη, αλλά πάντοτε σύμφωνη με τον χαρακτήρα και τις ανάγκες του καθενός. Πώς όμως δομείται ο χαρακτήρας και τι θεωρείται ανάγκη; Ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι που δρουν στο εσωτερικό του οργανισμού ή τα συμβάντα εκείνα στον κοινωνικό του περίγυρο και τα οποία επιτελούν κάποιου είδους εξισορροπητικής ή όχι λειτουργίας, για να οδηγήσουν, τελικά, στη λήψη της απόφασης[18]; Οι Πατέρες της εκκλησίας δεν μπορούσαν να τους γνωρίζουν και έτσι προκρίνουν μια ελλειμματική αντίληψη περί της ελευθερίας του προσώπου.

Θεωρούμε ότι οι Πατέρες, εισάγοντας αυτή την έννοια του εαυτού, του αποστειρωμένου, ανεπηρέαστου εαυτού, τοποθετούν  την πραξιακή  δράση, την επιλογή, σε ένα μεταφυσικό γκέτο. Σε ένα γκέτο όπου ο εαυτός νοείται με όρους φιλοσοφικού ρεαλισμού, όπου η έννοια του εαυτού ή του προσώπου, αν θέλετε, πραγματώνεται με όρους ενός άδηλου, υπαρξιακού υποκειμενισμού και ενός ονειρώδους ιδεαλισμού ή μυστικισμού. Η αντίληψη αυτή ενός απολυτοποιημένου υποκειμένου, ενός υποκειμένου που αναφέρεται στον εαυτό του προκειμένου να δράσει, ανεπηρέαστο από κάθε εξωτερική τυχαιότητα και παρεμβατικότητα, οδηγεί σε μία μορφή αυτοειδολωποίησης του εγώ, που είναι απολύτως θεμιτή για τους Πατέρες προκειμένου να δικαιολογήσει την ύπαρξη της κόλασης και την παρουσία του κακού στον κόσμο και κατά συνέπεια να απενοχοποιήσει τον Θεό. Παραβλέπει, ωστόσο, τρία βασικά μοντέλα που σήμερα γνωρίζουμε ότι επηρεάζουν και διαμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά ― και τα οποία οι Πατέρες της εκκλησίας δεν μπορούσαν να γνωρίζουν: το βιολογικό/γενετικό μοντέλο, το κοινωνικό/περιβαλλοντικό και το ψυχοδυναμικό μοντέλο[19]. Η ανθρώπινη δράση δεν είναι αποτέλεσμα, δηλαδή, ενός και μόνου παράγοντα, αλλά αντίθετα υπάρχει ένα μονοπάτι, ξεχωριστό για τον κάθε άνθρωπο στην πορεία της ζωής του, το οποίο οδηγεί στη διάπραξη του κακού ή του καλού και το λιθόστρωτο του οποίου συντίθεται από συμβάντα που δεν ελέγχονται από τον ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά δομούνται με βάση τη συμπτωματικότητα. Το παλιό, απλοϊκό δίλλημα φύση ή ανατροφή θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον συγχρωτισμό της φύσης και της ανατροφής[20].
Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε, όσο πιο σύντομα μπορούμε, κάποιους από τους παράγοντες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

 

 


 

[1] Emmanuel Levinas, Ελευθερία και εντολή, Αθήνα, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2007, σ. 86, μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος. Η φράση ανήκει στον Minkowski.

 

[2]Feynman Richard, Το νόημα των πραγμάτων. Σκέψεις ενός πολίτη-επιστήμονα, Αθήνα, εκδόσεις Κάτοπτρο, 1998, σ. 42, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής.

 

[3] Emma Goldman, Η φιλοσοφία της αθεΐας και η αποτυχία του χριστιανισμού, Αθήνα, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2011, σ. 13, μτφρ. Κώστας Δεσποινιάδης.

 

[4] Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις άκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, §41, Kotter II.

 

[5] Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.N.O. IX.1, σ. 54.1-10: «Ἐπειδὴ γὰρ θεοειδὴς ὁ ἄνθρωπος ἐγένετο καὶ μακάριος τῷ αὐτεξουσίῳ τετιμημένος (τὸ γὰρ αὐτοκρατές τε καὶ ἀδέσποτον ἴδιόν ἐστι τῆς θείας μακαριότητος)… εἰ γὰρ ἑκουσίως τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν κατὰ τὴν αὐτεξούσιον κίνησιν ἐπί τι τῶν οὐ δεόντων ὁρμήσασαν βιαίως τε καὶ κατηναγκασμένως τῶν ἀρεσάντων ἀπέστησεν, ἀφαίρεσις ἂν ἦν τοῦ προέχοντος ἀγαθοῦ τὸ γινόμενον καὶ τῆς ἰσοθέου τιμῆς ἀποστέρησις (ἰσόθεον γὰρ ἔστι τὸ αὐτεξούσιον)».

[6] Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις άκριβὴς τῆς ὀρθοδοξου πίστεως, §40, Kotter II.

 

[7] Για τη διάκριση ανάμεσα στο φυσικό και στο ηθικό κακό βλ. την εξαιρετική μελέτη της Susan Neiman, Evil in Modern Thought, London, Transaction Publishers, 2002.

 

[8] Jean Pierre Changeux and Paul Ricoeur, What makes us think? A Neuroscientist and a Philosopher argue about Ethics, Human Nature, and the Brain, Princeton, Princeton University Press, 2000, σ. 284, μτφρ. M.B. Debevoise.

[9] Manuel Vargas, «Are Psychopathic Serial Killers Evil? Are They Blameworthy for What They Do?», στο: S. Waller (επιμ.), Being and Killing. Serial Killers, United Kingdom, Blackwell Publishers, 2010, σ. 75.

 

[10] Η Αγγλοσαξονική ρίζα της λέξης κακό (yfel=evil/η οποία προφερόταν όπως και το evil), σήμαινε «πάνω» και «πέρα», βλ. Michael H. Stone, The Anatomy of Evil, New York, Prometheus Books, 2009, σ. 21.

 

[11] Michael H. Stone, The Anatomy of Evil, ό.π., σ. 22.

 

[12] Tom Henderson, Darker than the Night, New York, St. Martin’s Paperbacks, 2006, σ. 353.

 

[13] Stephanie Stanley, An Invisible Man, New York, Berkeley Books, 2006, σ. 343.

[14] Παρουσίαση του μηχανισμού με τον οποίον ξεπερνιέται η ταπείνωση και ο οποίος δικαιολογεί μία δολοφονία, μπορεί να δει κανείς στο βιβλίο του Jack Katz, Seductions of Crime: A Chilling Exploration of the Criminal Mind ― from Juvenile Delinquency to Cold-Blooded Murder, New York, Basic Books, 1988.

 

[15] US Department of Justice, Crime in the United States, press release, Washington, D.C., FBI National Press Office, 2002. Πρβλ. Colin Wilson and Donald Seaman, The Serial Killers. A Study in the Psychology of Violence, London, Virgin Books, 20075, (19901), σ. 13.

 

[16] Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις άκριβὴς τῆς ὀρθοδοξου πίστεως, §39, Kotter II.

 

[17] Για την έννοια του βαθύτερου εαυτού, ο οποίος ακριβώς «αποδεικνύει» την ελεύθερη βούληση στη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη, βλ. Harry G. Frankfurt, «Freedom of the Will and the Concept of a Person», στο Journal of Philosophy, τεύχος 68, 1971, σσ. 5-20, Gary Watson, «Free Agency», στο Journal of Philosophy, τεύχος 72, 1975, σσ. 205-220, Charles Taylor, «Responsibility for Self», στο G. Watson (επιμ.), Free Will, Oxford, Oxford University Press, 1982, σσ. 111-126. Οι τρεις αυτοί φιλόσοφοι, αν και παρουσιάζουν δομικές διαφορές στη σκέψη τους, υποστηρίζουν ότι υπάρχει ένας βαθύτερος εαυτός, ο οποίος ελεύθερα αποφασίζει, επιλέγει και εκτελεί την πράξη.

[18] John Z. Young, Ο εγκέφαλος και οι φιλόσοφοι. Από τους νευρώνες στη συνείδηση: Ένα γοητευτικό ταξίδι στο σύμπαν των νευροεπιστημών, Αθήνα, εκδόσεις Κάτοπτρο, σειρά: Εγκέφαλος και Νόηση, 1991, σ. 358, μτφρ. Μυρτώ Αντωνοπούλου.

 

[19] Wade C. Myers, M.D., Lawrence Reccoppa, M.D., Karen Burton, M.D., and Ross McElroy, M.D., «Malignant Sex and Aggression: An Overview of Serial Sexual Homicide», στο περιοδικό The Bulletin of the American Academy of Psychiatry and the Law, τόμος 21, αρ. 4, 1993, σσ. 435-451, ιδ. σ. 444.

 

[20] Michael H. Stone, The Anatomy of Evil, ό.π., σ. 323.

Τα τρία μοντέλα

 

1. Το βιολογικό/γενετικό μοντέλο

 

Οφείλουμε  να ξεκινήσουμε με μία αυτονόητη επισήμανση. Δεν υπάρχει ένα κλειδί που θα ανοίξει όλες τις πόρτες για την κατανόηση του προβλήματος του κακού, δεν υπάρχει ένα γονίδιο υπεύθυνο για το κακό, ένας, όπως παλιότερα είχε καθιερωθεί να λέγεται, «κακός σπόρος»[1]. Αντίθετα, υπάρχουν γενετικοί/βιολογικοί παράγοντες που θεωρούνται αιτίες της βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς. Ειδικότερα:

Νευροδιαβιβαστές. Νευροδιαβιβαστές ονομάζονται οι βιοχημικές ενώσεις, οι οποίες χρησιμεύουν στη μεταβίβαση πληροφοριών από έναν νευρώνα στον επόμενο. Η ηλεκτρική διέγερση που φτάνει στο νευράξονα οδηγεί στην απελευθέρωση του νευροδιαβιβαστή από τον προσυναπτικό νευρώνα στο συναπτικό κενό, όπου μπορεί να δράσει στους ανάλογους υποδοχείς που βρίσκονται στο μετασυναπτικό νευρώνα. Με αυτόν τον τρόπο η ηλεκτρική ώση μετατρέπεται σε χημική. Η αντίδραση του μετασυναπτικού κυττάρου στο νευροδιαβιβαστή εξαρτάται από τους υποδοχείς που υπάρχουν στη μεμβράνη του. Οι νευροδιαβιβαστές, δηλαδή, δεν ενεργούν μέσα στα κύτταρα, αλλά μεταξύ των κυττάρων[2]. Όλοι οι νευροδιαβιβαστές παίζουν κάποιον ρόλο στον έλεγχο της συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένων και των νευροπεπτιδίων (Μικρές πρωτεΐνες οι οποίες παράγονται από τους νευρώνες και απελευθερώνονται παράλληλα με τους κλασικούς νευροδιαβιβαστές). Οι νευροδιαβιβαστές έχουν μελετηθεί εδώ και πολλά χρόνια και έχουν «στοχοποιηθεί» ως οι κύριοι υπεύθυνοι για την επιθετική συμπεριφορά στα ζώα και στους ανθρώπους. Τρείς είναι οι κύριοι νευροδιαβιβαστές που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και ειδικότερα, σε ό,τι μας αφορά, τη βίαιη επιθετική συμπεριφορά: Η νορεπινεφρίνη, η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη.

Σε ό,τι αφορά στους ανθρώπους, οι περισσότερες μελέτες αφορούν στη σεροτονίνη. Η μειωμένη ποσότητα σεροτονίνης είναι μία βασική αιτία της επιθετικότητας και όχι παρενέργειά της[3]. Και μόνο για την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας θα χρειαζόταν μία ξεχωριστή μελέτη[4]. Εμείς εδώ επισημαίνουμε μόνο ότι τα χαμηλά ποσοστά σεροτινίνης γεννούν την επιθετική συμπεριφορά[5]. Βασικές κατηγορίες ατόμων που παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά και ξεσπάσματα βίας λόγω χαμηλής σεροτονίνης είναι παιδιά που εκδηλώνουν τέτοιου είδους συμπεριφορά στο σπίτι και στο σχολείο, νέοι στον στρατό που απολύονται ύστερα από επαναλαμβανόμενα βίαια επεισόδια, εγκληματίες υπεύθυνοι για επαναλαμβανόμενα εγκλήματα βίας και πολλοί άλλοι.  Επίσης, έρευνες με χορήγηση φαρμάκων που οδηγούν σε αύξηση της σεροτονίνης σε φυλακισμένους εγκληματίες[6], σε σχιζοφρενείς που παρουσίαζαν υψηλή επιθετικότητα και μειωμένο έλεγχο των ορμών τους[7] και σε μαθητές με Δ.Ε.Π/Υ (Διαταραχή Ελλειμματικής προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα)[8] έδειξαν ότι όταν τα ποσοστά σεροτονίνης ανεβαίνουν, μειώνεται η επιθετικότητα[9].

Νορεπινεφρίνη. Η νορεπινεφρίνη επηρεάζει την επιθετικότητα σε τρία διαφορετικά επίπεδα: στο ορμονικό επίπεδο, στο επίπεδο του συμπαθητικού αυτόνομου νευρικού συστήματος και στο επίπεδο του κεντρικού νευρικού συστήματος με διαφορετικούς, αλλά συνεργικούς τρόπους. Κι εδώ, πειράματα έδειξαν ότι η εκδήλωση της επιθετικής συμπεριφοράς είναι ανάλογη της ποσότητας της νορεπινεφρίνης[10].

Ντοπαμίνη. Όπως και στην περίπτωση της νορεπινεφρίνης, έτσι κι εδώ η μείωση της ντοπαμίνης συνδέεται με μείωση της επιθετικότητας[11].

Επιπροσθέτως, ένα ένζυμο, η Μονοαμινοξειδάση (ΜΑΟΑ), η οποία αποδομεί τις μονοαμίνες όπως π.χ. τη σεροτονίνη και την ντοπαμίνη, θεωρείται αιτία εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς[12]. Μελέτες που έγιναν, έδειξαν ότι άτομα που είχαν κακοποιηθεί σε νεαρή ηλικία και παρουσίαζαν χαμηλή δραστηριότητα του ενζύμου της Μονοαμινοξειδάσης, εκδήλωναν βίαιη συμπεριφορά[13].  Ακόμη, με τη χρήση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI), βρέθηκε ότι τα άτομα με τη μορφή χαμηλής δραστικότητας του γονιδίου της ΜΑΟΑ εμφανίζουν υπερδραστηριότητα της αμυγδαλής και μειωμένη δραστηριότητα των προμετωπιαίων περιοχών (όπως είναι το πρόσθιο τμήμα της έλικας του προσαγωγίου), όταν βρίσκονται σε συναισθηματική φόρτιση, σε σχέση με τα άτομα που έχουν τη μορφή υψηλής δραστικότητας του γονιδίου[14]. Τέλος, Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο μεταβολισμός της σεροτονίνης στον προμετωπιαίο φλοιό και συγκεκριμένα στην έλικα του προσαγωγίου, έχει στενή σχέση με την εμφάνιση επιθετικής συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, με τη χρήση τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET), διαπιστώθηκε ότι τα επιθετικά άτομα έχουν μειωμένη διαθεσιμότητα του μεταφορέα σεροτονίνης στο πρόσθιο τμήμα της έλικας του προσαγωγίου[15].

Εκτός από τους νευροδιαβιβαστές, διάφορες ορμόνες έχουν συσχετισθεί με την επιθετική συμπεριφορά. Η σημαντικότερη απ’ αυτές είναι η τεστοστερόνη. Το γεγονός ότι η επιθετική συμπεριφορά απαντάται πιο συχνά στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες ―μία γυναίκα αντιστοιχεί σε εννιά άντρες κατά συρροή δολοφόνους[16]― οδήγησε στη διερεύνηση της σχέσης τεστοστερόνης και επιθετικότητας. Τα πορίσματα των ερευνών όμως, έδειξαν ότι τα υψηλά ποσοστά τεστοστερόνης δεν αποτελούν ικανή και αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση της βίαιης συμπεριφοράς. Θα πρέπει να συνοδεύονται και από χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης[17].

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που αποτελεί προϋπόθεση βίαιης και εγκληματικής συμπεριφοράς είναι οι σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες που προκαλούνται από χτύπημα. Τα πιο συνηθισμένα τραύματα είναι εκείνα που συνοδεύονται από ζαλάδες, πονοκεφάλους, εμετούς, λιποθυμίες, αναισθησία ή κώμα, και στα οποία το χτύπημα καταστρέφει συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Αποτελεί κοινό τόπο για τους κατά συρροή δολοφόνους ―αλλά και για όσους παρουσιάζουν επιθετική και βίαιη συμπεριφορά― το ότι υπέστησαν σοβαρό εγκεφαλικό τραύμα στην παιδική τους ηλικία, που σε όλες τις περιπτώσεις είχε σαν συνέπεια το θύμα να πέσει σε κώμα. Ανάλογα με την περιοχή του εγκεφάλου που καταστρέφεται πραγματοποιούνται και αντίστοιχες αλλαγές στη συμπεριφορά[18]. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αν η μεσοκοιλιακή μοίρα περιλαμβάνεται στη βλάβη, η αμφοτερόπλευρη βλάβη σε προσθιομετωπιαίες φλοιώδεις περιοχές σχετίζεται με έκπτωση λογικής/λήψης αποφάσεων και συγκίνησης/συναισθήματος[19]. Έτσι, γίνεται  κατανοητό ότι τα συγκεκριμένα άτομα δεν μπορούν να αποφασίσουν ελεύθερα. Επίσης, πιθανές βλάβες στην αμυγδάλη οδηγούν σε επιθετική συμπεριφορά[20]. Ειδικότερα, ζημιές στον μέσο κοιλιακό προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος θέτει τα όρια για τη μη αποδεκτή κοινωνική συμπεριφορά, είναι η αφορμή για επιθετική συμπεριφορά[21] ακόμη και όταν δεν υπάρχουν κοινωνικοί/περιβαλλοντικοί παράγοντες[22].

 

 

2.  Το κοινωνικό/ περιβαλλοντικό μοντέλο

 

Φτάνουμε, έτσι, στο δεύτερο μοντέλο το οποίο επηρεάζει τη λήψη των αποφάσεων,  το κοινωνικό/περιβαλλοντικό μοντέλο ―σε συνδυασμό πάντοτε με το γενετικό/βιολογικό μοντέλο― και το οποίο έχει να κάνει, κυρίως, με την οικογένεια, την ανατροφή του παιδιού και την παιδική κακοποίηση. Κανένας κατά συρροή δολοφόνος δεν μεγάλωσε σε οικογένεια που, έστω, πλησίαζε την έννοια της κανονικής οικογένειας[23]. Μία οικογένεια στην οποία η μητέρα και ο πατέρας ζουν αρμονικά μαζί και έχουν αφοσιωθεί στην ανατροφή των παιδιών τους. Η απόκλιση που παρουσιάζουν οι οικογένειες των δολοφόνων από μία κανονική οικογένεια είναι ριζική ― τόσο ριζική, που σε όλες τις περιπτώσεις ζητήθηκε η συνδρομή της κοινωνικής πρόνοιας.
Αναφέρουμε 4 βασικούς, οικογενειακούς παράγοντες:

1. Γονική σκληρότητα (σωματική και λεκτική κακοποίηση. Σε επίσημη μελέτη του FBI αναφέρεται ότι το 42% των κατά συρροή δολοφόνων υπέστη σωματική κακοποίηση, το 74% υπέστη ψυχολογική κακοποίηση, το 35% υπήρξε μάρτυρας σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας, ενώ το 43% δήλωσε ότι υπήρξε το ίδιο θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Επιπλέον, το 73% δήλωσε ότι βίωσε «ψυχοφθόρα σεξουαλικά συμβάντα»)[24].

2.   Γονική εγκατάλειψη (Η εγκατάλειψη από τη μητέρα είναι περισσότερο καταστροφική απ’ ότι η εγκατάλειψη από τον πατέρα, για τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, αν και η απουσία του πατρικού προτύπου έχει βαθύτατες επιδράσεις στη ζωή των αγοριών στα προεφηβικά και εφηβικά χρόνια)[25]. Η απουσία της μητρικής αγάπης, είναι ικανή να στερήσει από το παιδί κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Είναι γνωστό ότι το μίσος και η ζήλεια, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των παιδιών που στερούνται τη μητρική αγάπη. Οι πράξεις βίας δε, συνοδεύονται από σαδιστική και εξουσιαστική συμπεριφορά[26].

3.  Γονική ταπείνωση (Δύο στους τρεις κατά συρροή δολοφόνους έχουν ταπεινωθεί από τον έναν ή και τους δύο γονείς. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στις προσβολές που έχουν να κάνουν με τη σεξουαλικότητα, την ανικανότητα στις σχολικές επιδόσεις, τον ανδρισμό και τις αναφορές σε ιδιαίτερα σωματικά χαρακτηριστικά, όπως, π.χ., το υπερβολικό βάρος )[27].

4. Σεξουαλική κακοποίηση και αποπλάνηση. H έκθεση του παιδιού σε νεαρή ηλικία σε σεξουαλικά συμβάντα, στρέφει το παιδί σε σεξουαλικά εγκλήματα.

 

3. Το ψυχολογικό μοντέλο
Θ
α μπορούσαμε να αναφέρουμε μία σειρά επιδράσεων στην ψυχολογία των παιδιών ως αποτέλεσμα των παραπάνω ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, αλλά κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μία ξεχωριστή εισήγηση[28]. Θα αρκεστούμε σε δύο βασικές ψυχολογικές θεωρίες: τη θεωρία του «αντί-εαυτού» και τη θεωρία της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας».  Σύμφωνα με τον Robert Firestone, υπάρχει μία εσωτερική διάκριση στο ανθρώπινο πρόσωπο ανάμεσα στον «αληθινό εαυτό» και στον «αντί-εαυτό». Η φύση και ο βαθμός αυτής της διάκρισης εξαρτάται από τις εμπειρίες  του παιδιού. Ο «αντί-εαυτός» αποτελεί την εσωτερίκευση την αρνητικής πλευράς της ανατροφής του παιδιού, όπως και άλλων τραυματικών εμπειριών που βίωσε. Όταν, δηλαδή, ένας γονιός ξεπερνά τα όρια στη συμπεριφορά του, γίνεται για παράδειγμα βίαιος, το παιδί που βιώνει αυτή τη συμπεριφορά παύει να ταυτίζεται με το αβοήθητο θύμα και ταυτίζεται με τον πανίσχυρο γονιό. Έτσι, εσωτερικεύουμε το γονικό πρότυπο σε στιγμές που είναι, ίσως, οι χειρότερες για τους γονιούς.  Αυτή η ταύτιση υφίσταται ως «αντί-εαυτός», ένας άλλος εαυτός που συγχρωτίζεται πλήρως με τον εαυτό. Έτσι, όταν ως ενήλικες βρεθούμε σε παρόμοιες στρεσογόνες καταστάσεις, ο «αντί-εαυτός» δηλώνει την παρουσία του. Και ενεργούμε, τόσο πάνω στον εαυτό μας όσο και απέναντι σε άλλους, με τρόπους παρόμοιους με τον τρόπο που μας είχαν συμπεριφερθεί[29]. Ο πυρήνας της έννοιας του «αντί-εαυτού» είναι μίας μορφής «αυτό-γονικής» διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία συμπεριφερόμαστε όπως ακριβώς μας είχαν συμπεριφερθεί στα παιδικά μας χρόνια. Ενώ, λοιπόν, ωριμάζουμε και ενηλικιωνόμαστε, και, πλέον, δεν απειλούμαστε από τις τραυματικές και οδυνηρές εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας, πάντοτε φέρουμε μέσα μας, ανεπίγνωστα, ένα ξένο σημείο θέασης των πραγμάτων και αντίδρασης στις καταστάσεις. Η ζωή μας και οι πράξεις μας, τελικά, κατευθύνονται ανεπίγνωστα από αρνητικές διαδικασίες σκέψεις, οι οποίες έχουν εμφυτευθεί μέσα μας χωρίς τη θέλησή μας[30].

   Στη δεύτερη θεωρία που αναφέρουμε, τη θεωρία της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας», συμβαίνει το εξής: ο τρόπος που ερμηνεύουμε τις ενέργειες κάποιου έχει ως αποτέλεσμα μια ανάλογη δράση-συμπεριφορά η οποία πιέζει τον απέναντί μας να συμμορφωθεί στην αρχική μας ερμηνεία, να φερθεί δηλαδή όπως εμείς είχαμε προεξοφλήσει. Σε ό,τι έχει να κάνει με την παραβατική συμπεριφορά, ένας μαθητής που χαρακτηρίζεται, για παράδειγμα, ταραχοποιός, μπορεί όντως να γίνει ταραχοποιός, καθώς όλοι οι υπόλοιποι, γονείς, δάσκαλοι, φίλοι, ενισχύουν τη διαδικασία προβάλλοντας πάνω του τις αρνητικές τους προσδοκίες[31].

  Είδαμε λοιπόν, ότι οι βιολογικοί/γενετικοί παράγοντες προσφέρουν τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία του εγκεφάλου και την αρχική δόμηση του χαρακτήρα και, προφανώς, δίνουν χώρο στη βίαιες ορμές, οι οποίες όμως ενεργοποιούνται, γίνονται πράξη, λόγω ψυχιατρικών/νευρολογικών ασθενειών και κοινωνικών συνθηκών[32].

  Θα αναφερθούμε στην περίπτωση του Louis Culpepper. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν παντρεμένος με μία χωρισμένη γυναίκα, η οποία είχε μία μικρή κόρη από τον προηγούμενο γάμο της. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στην επαγγελματική του ζωή και στην οικογένεια, ενώ η γυναίκα του περιέγραψε τον γάμο τους σαν μία σταθερή, ζεστή σχέση, στην οποία δεν υπήρχαν περιστατικά βίας. Η συμπεριφορά του ήταν υπεύθυνη και ο σύζυγός της φρόντιζε τόσο για την ίδια όσο και για την μικρή κόρη της. Ήταν μία κανονική οικογένεια. Όλα αυτά μέχρι που ο Louis, υπέστη ένα σοβαρό τροχαίο με σοβαρές εγκεφαλικές κακώσεις. Έπειτα από μία δύσκολη εγκεφαλική επέμβαση που κράτησε αρκετές ώρες, ο Louis ξεπέρασε τον κίνδυνο και επέζησε. Ανάρρωσε σχετικά γρήγορα. Εβδομάδες μετά την επέμβαση, παρουσίαση παιδοφιλικές τάσεις, τάσεις τις οποίες και έκανε πράξη. Λίγους μήνες αργότερα βρέθηκε στη φυλακή, αφού η γυναίκα του τον έπιασε να κακοποιεί σεξουαλικά τη θετή του κόρη. Ύστερα από συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν με ψυχιάτρους και διάφορες ιατρικές εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι ο Luis είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά στην παιδική ηλικία, από τον πατέρα του, τον παππού του και κάποιους από τους φίλους τους. Τον είχαν χτυπήσει, τον είχαν βιάσει, ενώ τον εξανάγκαζαν σε καθημερινό στοματικό σεξ. Η σεξουαλική κακοποίηση είχε σταματήσει στην εφηβεία, πολύ καιρό πριν κακοποιήσει τη θετή του κόρη, αλλά, σίγουρα, κράτησε σε όλη τη διάρκεια ανάπτυξης του εγκεφάλου του. Ο δικηγόρος του υποστήριζε ότι οι παιδοφιλία του πελάτη του ήταν αποτέλεσμα του ατυχήματος και της συνακόλουθης επέμβασης, αφού εκδηλώθηκε λίγο μετά το συμβάν. Οι ερευνητές όμως διαπίστωσαν ότι οι παιδοφιλικές τάσεις του Louis ήταν παρούσες όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχαν γίνει πράξη. Πραγματοποίησε όσα φαντασιωνόταν μόνο μετά το τροχαίο, το οποίο κατέστρεψε προσθιομετωπιαίες φλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου. Σε άλλη περίπτωση, αν, δηλαδή, δεν υπήρχε αυτό το παρελθόν σεξουαλικής κακοποίησης, η συγκεκριμένη βλάβη θα οδηγούσε σε έλλειψη αναγνώρισης συναισθημάτων, σε περιορισμένη ικανότητα αυτοκριτικής και αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του, και όχι σε παιδοφιλικές τάσεις. Με το παρελθόν του Louis, όμως, η εκδήλωση τέτοιων τάσεων ήταν κάτι το «φυσιολογικό»[33] ― ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό την έννοια του «αντί-εαυτού», την οποία παρουσιάσαμε λίγο πριν.

  Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προαναφέρθηκαν, εύκολα κατανοεί κανείς ότι η συμπεριφορά δεν αποτελεί μία μονοδιάστατη, μονοεπίπεδη  και μονοσήμαντη διαδικασία, μία διαδικασία ipso facto, αλλά προϋποθέτει μία σειρά από παράγοντες τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς, οι οποίοι τη συστήνουν. Η συμπεριφορά, δηλαδή, πραγματώνεται μέσα από έναν συνδυασμό μεταξύ διαφόρων συστημάτων αιτίων και γεγονότων που αναπτύσσονται το καθένα στη δική του σειρά[34] και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες του προσώπου, αλλά που σαφώς προκρίνουν μία παρέκκλιση από την κανονικότητα του προσώπου. Η ελευθερία, λοιπόν, δεν εντοπίζεται στην πράξη της επιλογής, αφού η επιλογή είναι ένα επακολούθημα της ελευθερίας, αλλά σε προγενέστερα της επιλογής στάδια. Αν επιθυμούμε να βρούμε τον πυρήνα της εκπήγασης της ανθρώπινης ελευθερίας, τότε οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω από την πράξη και να δούμε ποιες συνθήκες, με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό επηρεάζουν τις αποφάσεις μας. Αυτό το ενδεχόμενο, όπως δείξαμε, δεν εξετάζεται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.

 

 

 

 


 

 

[1] Η συγκεκριμένη έκφραση είχε υιοθετηθεί από τον William March, στη νουβέλα του The Bad Seed, μία νουβέλα η οποία περιγράφει τη ζωή ενός παιδιού το οποίο, αδιάφορα από τις φυσιολογικές οικογενειακές συνθήκες που βίωνε, οδηγήθηκε σε μία κλιμακούμενη βία, για να καταλήξει τελικά στη δολοφονία μιας συμμαθήτριάς της, βλ. William March, The Bad Seed, Canada, Penguin, 20055 (19541).

 

[2] William R. Clark and Michael Grunstein, Are we Hardwired? The Role of Genes in Human Behavior, Oxford, Oxford University Press, 2004, σσ. 137-175.

 

[3] William R. Clark and Michael Grunstein, Are we Hardwired? The Role of Genes in Human Behavior, όπ.π., σ. 169.

 

[4] Αν και οι μελέτες υποστηρίζουν τη σύνδεση σεροτονίνης και βίαιης συμπεριφοράς, μία τουλάχιστον μελέτη αμφιβάλλει για τα δεδομένα των ερευνών, βλ. Alper J. S., «Biological Influences on Criminal Behavior: How Good is the Evidence?», BMJ, τεύχος 310, 1995, σσ. 272-273.

[5] Βλ. Andreas Reif, Michael Rösler, Christine M. Freitag, Marc Schneider, Andrea Eujen, Christian Kissling, Denise Wenzler, Christian P. Jacob, Petra Retz-Junginger, Johannes Thome, Klaus-Peter Lesch,  and Wolfgang Retz, «Nature and Nurture Predispose to Violent Behavior: Serotonergic Genes and Adverse Childhood Environment», στο περιοδικό Neuropsychopharmacology, τεύχος 32, 2007, σσ. 2375-2383, και Molly J. Crockett, Luke Clark, Marc D. Hauser, and Trevor W. Robbins, «Serotonin selectively influences moral judgment and behavior through effects on harm aversion», στο www.pnas.org/cgi/doi/10.1073/pnas.1009396107.

 

[6] M. H. Sheard, «Lithium in the treatment of aggression», στο περιοδικό Journal of Nervous and Mental Disease, τεύχος 160, 1975, σσ. 108-118, M.H. Sheard, Marini J.L., and Bridges C.I., «The effects of lithium in impulsive aggressive behavior in man», στο περιοδικό American Journal of Psychiatry, τεύχος 133, 1976, σσ. 1409-1413.

 

[7] Morand C., Young S.N. and Ervin F.R., «Clinical Response of aggressive schizophrenics to oral tryptophan», στο περιοδικό Biological Psychology, τεύχος 18, 1983, σσ. 575-578.

 

[8] Siassi L., «Lithium treatment of impulsive behavior in children», στο περιοδικό Journal of Clinical Psychiatry, τεύχος 43, 1982, σσ. 482-484.

 

[9] Bell, C., Abrams, J., and Nutt, D., «Tryptophan depletion and its implications for psychiatry», στο περιοδικό British Journal of Psychiatry, τεύχος 178, 2001, σσ. 399-405.

 

[10] Brizer D.A., «Psychopharmacology and the management of violent patients», στο περιοδικό Psychiatric Clinics of North America, τεύχος 11, 1988, σσ. 551-568, Eihelman B., «The biology and somatic experimental treatment of aggressive disorders», στο H.K. Brodie and P.A. Berger (επιμ.), The American Handbook of Psychiatry, τόμος 8ος, New York, Basic Books, 1986, σσ. 651-678

 

[11] William R. Clark and Michael Grunstein, Are we Hardwired? The Role of Genes in Human Behavior, όπ.π., σσ. 146-147, Adrian Raine, The Psychopathology of Crime. Criminal Behavior as a Clinical Disorder, USA, Academic Press, 1993, σσ. 80-102.

 

[12] Buckholtz, J. W., and Meyer- Lindenberg, A., «MAOA and the neurogenetic architecture of human aggression», στο περιοδικό Trends of Neurosciences, τεύχος 31, 2008, σσ. 120-129.

 

[13]Caspi A., McClay J., Moffitt TE., Mill J., Craig IV., Taylor A., Poulton R., «Role of genotype in the cycle of violence in maltreated children», στο περιοδικό Science, τεύχος 297, 2002, σσ. 851-854. Πρβλ. Foley D. L., Eaves L.J., Wormley B., Silberg J.L., Maes H.H., Kuhn J., Riley B., «Childhood Adversity, Monoamine Oxidase A Genotype, and Risk for Conduct Disorder», στο περιοδικό Archives of General Psychiatry, τεύχος 61, 2004, σσ.  738-744.

 

[14] Meyer-Lindenberg, A., Buckholtz, J.W., Kolachana, B., Hariri, A.R.,Pezawas, L., Blasi, G., Wabnitz, A., Honea, R., Verchinski, B.,Callicott, J.H., Egan, M., Mattay, V. &Weinberger D. R., «Neural mechanisms of genetic risk for impulsivity and violence in humans», στο: Proceedings of the National Academy of Science, τεύχος 103, 2006, σσ. 6269-6274.

 

[15] Frankle W.G., Lombardo I., New A.S., Goodman, M. Talbot, P.S. Huang, Y. Hwang, D.R. Slifstein, M. Curry, S. Abi-Dargham, A. Laruelle, M., Siever L., «Brain Serotonin Transporter Distribution in Subjects With Impulsive Aggressivity: A Positron Emission Study With[11C] McN 5652», στο περιοδικό American Journal of Psychiatry, τεύχος, 162, 2005, σσ. 915–923.

 

[16] Debra Niehoff, The Biology of Violence, New York, Free Press, 1998, σ. 153.

 

[17] J.D. Higley et al., «Cerebrospinal Testosterone and 5-HIAA (Serotonin) Correlate with Different Types of Aggressive Behaviors», στο περιοδικό Biological Psychiatry, τεύχος 40, 1996, σσ. 1067-1082.

[18] Miller L., «Major syndromes of aggressive behavior following head injury: An introduction to evaluation and treatment», στο περιοδικό Cognitive Rehabilitation, τεύχος 8, 1990, σσ. 14-19.

 

[19] Antonio R. Damasio, Το λάθος του Καρτέσιου. Συγκίνηση, Λογική και Ανθρώπινος Εγκέφαλος, Αθήνα, εκδόσεις Σύναλμα, 2000, μτφρ. Κώστας Παπακωνσταντίνου, σ. 109.

 

[20] Joanna Schaffhausen, «The Biological Basis of Aggression», στο http://www.brainconnection.com/topics/?main=fa/aggression2.

 

[21] Peer Briken, Niels Habermann, Wolfang Berner and Andreas Hill, «The Influence of Brain Abnormalities on Psycosocial Development, Criminal History and Paraphilias in Sexual Murderers»,  στο περιοδικό Journal of Forensic Science, τεύχος 50, 2005, σσ. 1-5.

 

[22] Σημειώνουμε ότι η λίστα με τους βιολογικούς/γενετικούς παράγοντες δεν εξαντλείται, φυσικά, εδώ. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε διάφορα σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Asperger (ηπιότερη αυτιστική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη αναγνώρισης συναισθημάτων, προβλήματα στον λόγο και αποκλειστική ενασχόληση με ένα πεδίο ενδιαφέροντος), ή, το εμβρυικό αλκοολικό σύνδρομο (Fetal Alcohol Syndrome), το οποίο σχετίζεται με βλάβες στη μνήμη, παρορμητική συμπεριφορά, εγκληματική συμπεριφορά, έντονη σεξουαλική δραστηριότητα από τα χρόνια της εφηβείας, υψηλή επιθετικότητα, ροπή προς το αλκοόλ, ενώ αποτελεί μία από τις πιο κοινές αιτίες νοητικής καθυστέρησης. Κάτι τέτοιο όμως, θα μας έβγαζε έξω από τα όρια της εισήγησης.

 

[23] Βλ. Heather Mitchell and Michael G. Aamodt, «The Incidence of Child Abuse in Serial Killers», στο περιοδικό Journal of Police and Criminal Psychology, τεύχος 20, 2005, σσ. 40-47, ιδ. σ. 42, όπου ανα-φέρονται τα πορίσματα της έρευνας για 50 κατά συρροή δολοφόνους: σωματική κακοποίηση υπέστη το 36%, σεξουαλική κακοποίηση το 26%, ψυχολογική κακοποίηση το 50%, εγκατάλειψη το 18%, κά-ποιο άλλο είδος κακομεταχείρισης το 68%,  και σ. 44 όπου συγκρίνεται η κακοποίηση που υφίσταται  ο μέσος άνθρωπος σε αντιδιαστολή με τους κατά συρροή δολοφόνους. Έτσι, ενώ για τον γενικό πλη-θυσμό η ψυχολογική κακοποίηση, για παράδειγμα, αγγίζει το 2%, στους κατά συρροή δολοφόνους φτάνει το 50%.

[24] Η αναφορά στο βιβλίο του Peter Vronsky, The Serial Killers. The Method and Madness of Monsters, New York, The Berkeley Publishing Group, 2004, σ. 275, πρβλ. Michael H. Stone, The Anatomy of Evil, ό.π., σσ. 240-282. Για την αναμφισβήτητη σχέση μεταξύ παιδικής κακοποίησης και μελλοντικής εμφάνισης βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς βλ. Rivera B. and Widom C. S., «Childhood Victimization and Violent Offending», στο περιοδικό Violence Victim, τεύχος 5, 1990, σσ. 19-35.

 

[25] Για τις συνέπειες τις απουσίας του πατρικού προτύπου και τη σύνδεσή του με αντικοινωνικές συμπεριφορές βλ. David Lykken, The Antisocial Personalities, Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates, 1995, σσ. 197-212.

 

[26] Για τη δολοφονία ως ασυνείδητη εκδίκηση στο πρόσωπο της μητέρας βλ. David Abrahamsen, Murdering Mind, New York, Joanna Cotler Books, 1975. Αναφέρουμε ενδεικτικά τι είπε για  τη μητέρα του ο κατά συρροή δολοφόνος Joe Fischer: «Αν μπορούσα να σκάψω τον τάφο της μητέρας μου, θα έβγαζα τα κόκαλά της και θα τη σκότωνα ξανά». Η αναφορά στο βιβλίο, Schechter Harold, The Serial Killers Files, New York, Ballantine Books, 2003, σ. 255.

 

[27] Michael H. Stone, The Anatomy of Evil, ό.π., σ. 227.

[28] Για τις επιπτώσεις της κακοποίησης του παιδιού στην ψυχική του κατάσταση βλ. ενδεικτικά, Bryer, J. B., Nelson, B. A., Miller, J. B., and Krol, P.A., «Childhood sexual and physical abuse as factors in adult psychiatric illness», στο περιοδικό American Journal of Psychiatry, τεύχος 144, 1987,  σσ. 1426-1430, Marshall, L. A. and Cooke, D. J., «The childhood experiences of psychopaths: A retrorespective study of familial and societal factors», στο περιοδικό Journal of Personality Disorders, τεύχος 13, 1999, σσ. 211-255, Ogata, S. N., Silk, K. R., Goodrich, S., Lohr, N. E., Westen, D., and Hill, E. M., «Childhood sexual and physical abuse in adult patients with borderline personality disorder», στο περιοδικό American Journal of Psychiatry, τεύχος 147, 1990, σσ. 1008-1013. Εκτός, όμως, από τις ψυχολογικές συνέπειες, η κακοποίηση στην παιδική ηλικία γνωρίζουμε πλέον ότι αλλάζει τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου, βλ. Teiher, M. H., et al., «Preliminary Evidence for Abnormal Cortical Development in Physically and Sexually Abused Children Using EEG Coherence and MRI», στο περιοδικό Annals of the New York Academy of Sciences, τεύχος 82, 1997, σσ.160-174, Bremner J. D., et al., «Magnetic Resonance Imaging-based Measurement of Hippocampal Volume in Post-traumatic Stress Disorder Related to Childhood Physical and Sexual Abuse», στο περιοδικό Biological Psychiatry, τεύχος 41, 1997, σσ. 23-32, L. M. Schrott, «Effect of Training and Enviroment on Brain Morphology and Behavior», στο περιοδικό Acta Pediatrica. Supplement, τεύχος 422, 1997, σσ. 45-47.

 

[29] Lisa Firestone, «Rethinking Dexter», στο: Bella Depaulo (επιμ.), The Psychology of Dexter, Texas, Benbella Books, 2010, σσ. 17-32, ιδ. σ. 24.

 

[30] Robert Firestone, Suicide and the Inner Voice: Risk Assessment, Treatment, and Case Management, California, Sage Publications, 1997, σσ. 15-34, του ιδίου, Beyond Death Anxiety: Achieving Life-Affirming Death Awareness, New York, Springer Publishing Company, 2009, σσ. 169-172. Πρβλ. του ιδίου, The Self Under Siege: A Therapeutic Model for Differentiation, Routledge, υπό έκδοση.

[31] Robert D. Hare, Without Conscience. The Disturbing World of the Psychopaths Among Us, New York, The Guilford Press, 1993, σ. 161.

 

[32] Jonathan H. Pincus, Base Instincts. What makes Killers Kill, New York-London, Norton Publications, 2001, σ. 19.

 

[33] Jonathan H. Pincus, Base Instincts. What makes Killers Kill, όπ.π., σσ. 9-18.

[34] Antoine Augustin Cournot, Exposition de la théorie des chances et des probabilities, Paris, J. Vrin, 1973, σ. 73.

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή