Η ποίηση του Κάλβου έχει τις ρίζες της στην Ιταλία Reviewed by Momizat on . Σύγχρονος του Σολωμού, ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο. Το 1802 ο πατέρας του εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Μεγαλώνοντας, ταξίδεψε στην Σύγχρονος του Σολωμού, ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο. Το 1802 ο πατέρας του εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Μεγαλώνοντας, ταξίδεψε στην Rating: 0

Η ποίηση του Κάλβου έχει τις ρίζες της στην Ιταλία

Η ποίηση του Κάλβου έχει τις ρίζες της στην Ιταλία

Σύγχρονος του Σολωμού, ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο. Το 1802 ο πατέρας του εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Μεγαλώνοντας, ταξίδεψε στην Πίζα και τη Φλωρεντία ενώ γνωρίστηκε και έγινε φίλος με τον Ούγκο Φόσκολο, τον πιο γνωστό ποιητή της Ιταλίας εκείνη την εποχή. Ο Κάλβος μπήκε στο κίνημα των Καρμπονάρων και συνελήφθη το 1821. Το 1824 εκδίδει τη «Λύρα», μια συλλογή δέκα ωδών. Οι ωδές του σχεδόν αμέσως μεταφράζονται και στα γαλλικά και γνωρίζουν ιδιαίτερα επαινετική αποδοχή.

Στις αρχές του 1825 ο Κάλβος πηγαίνει στο Παρίσι, όπου έναν χρόνο αργότερα δημοσιεύει ακόμα δέκα ωδές, με οικονομική ενίσχυση των φιλελλήνων, τα «Λυρικά». Μεταξύ 1826 και 1827 διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία. Το 1852 παντρεύεται με τη Charlotte Wadams, στο παρθεναγωγείο της οποίας στο Λάουθ θα διδάξει μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1869.

 «Ο Έλληνας ποιητής Κάλβος έχει τα εννοιολογικά, τα ιδεολογικά και τα αισθητικά του θεμέλια στον ιταλό Κάλβο: από την επαφή με τον κόσμο των Καρμπονάρων μέχρι την ποιητική του γλώσσα», λέει σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιστορικός Δημήτρης Αρβανιτάκης με αφορμή τη δίτομη αλληλογραφία του Κάλβου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις του Μουσείου Μπενάκη ως πρώτο μέρος των Απάντων του των οποίων η ολοκλήρωση θα ακολουθήσει προσεχώς.

Ο Δ. Αρβανιτάκης έχει επιμεληθεί, μεταφράσει και σχολιάσει εξαντλητικά την αλληλογραφία ενώ έχει δημοσιεύσει δύο ακόμα μελέτες για τον Κάλβο, που τιτλοφορούνται «Απολογία της αυτοκτονίας» και «Στον δρόμο για τις πατρίδες». Η πρώτη εξετάζει ένα νεανικό κείμενο του Κάλβου ενώ η δεύτερη έχει ως θέμα της τη ζωή των ιταλών εξορίστων του Λονδίνου. «Ο Κάλβος ήταν ασυνεπής αλληλογράφος ενώ πλάι σε αυτό θα πρέπει να συνυπολογίσουμε το γεγονός πως πολλές επιστολές του έχουν χαθεί.

Έχουν, αντίθετα, διασωθεί πολλές από τις επιστολές των αλληλογράφων του και μέσα από αυτές μαθαίνουμε πολλά όχι μόνο για το κλίμα και τη νοοτροπία της εποχής του, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε τόσο στο ιταλικό όσο και στο βρετανικό του περιβάλλον», προσθέτει ο Δ. Αρβανιτάκης.

Μέσα από την αλληλογραφία του, παρακολουθούμε τον Κάλβο σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς τόπους, κάτω από διαφορετικές πολιτικές και καλλιτεχνικές περιστάσεις. Θα λέγατε ότι η έκδοση της αλληλογραφίας του είναι και μια απόπειρα έμμεσης  βιογράφησής του; Κι αν ναι, πώς θα ορίζατε τους βασικούς σταθμούς της βιογραφίας του;
Αυτά που μπορεί να αντλήσει κανείς από μιαν αλληλογραφία, όσο πλούσια και αν είναι, συνιστούν ερεθίσματα, αφορμές για στοχασμό και για υποθέσεις. Γι’ αυτό τον λόγο, σαν μότο της αλληλογραφίας εδιάλεξα τη φράση που ο Τζων Κητς θέλησε να σκαλιστεί στον τάφο του: «Εδώ κείται κάποιος που το όνομά του γράφτηκε στο νερό». Θεώρησα ότι αυτό ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Όχι μόνο γιατί του Κάλβου δεν μας σώθηκε η μορφή, όχι μόνο γιατί τα γράμματά του είναι αποσπασματικά, αλλά και γιατί η ζωή, η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου, στο βάθος τους, είναι πράγματα που τα παίρνει μαζί του: γράφονται στο νερό και χάνονται.

Η βιογράφηση ενός ανθρώπου είναι πράγμα αδύνατο, όπως ειπώθηκε αλλιώς. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι τα ρεάλια συγκροτούν έναν καμβά για την απόπειρα σκιαγράφησης μίας «αφήγησης» του βίου.

Στην περίπτωσή μας, ορισμένες στιγμές υπήρξαν το δίχως άλλο κομβικές για τη διαμόρφωση του κόσμου και του προσανατολισμού του Ανδρέα Κάλβου. Ανάμεσά τους ήταν σίγουρα εκείνη της στενής φιλίας, μαθητείας και συνεργασίας με τον διάσημο (αν και ισχυρά αμφισβητούμενο τότε), τον κορυφαίο «διανοούμενο» και ποιητή εκείνων των χρόνων, τον Ούγκο Φόσκολο, και μέσω αυτού (αν και όχι μόνο μέσω αυτού) με το κλίμα του επαναστατικού κλασικισμού. Τα ίδια εκείνα χρόνια της έντασης του ιταλικού Risorgimento υπήρξαν επίσης, ως ιστορική συνθήκη, θεμελιώδη για τις βάσεις της ποιητικής του γλώσσας και ιδεολογίας.

Μία ακόμα κρίσιμη στιγμή αποτέλεσε οπωσδήποτε η επαφή του με τον κόσμο των Καρμπονάρων (για την οποία, πέρα από λογικές ή ευφάνταστες εικασίες, δεν διαθέτουμε παρά λίγα ρεάλια). Η ήττα των ιταλικών ελπίδων, η εξορία του Λονδίνου και η γνωριμία με την «υπεργλυκυτάτη ελευθερία» του αγγλικού συνταγματισμού, νομίζω ότι επίσης σφράγισαν τον ιδεολογικό του κόσμο. Για την ποιητική του δημιουργία, καλύτερα για τη γλωσσική μεταμόρφωση της ποίησής του, κομβική στιγμή υπήρξε το τέλος του 1821, όταν λόγω της καρμπονάρικης δράσης του απελαύνεται οριστικά από την Τοσκάνη και κλείνει πίσω του ο δρόμος της Ιταλίας.

Την ίδια ώρα ανοίγεται μπροστά του ο κόσμος της επαναστατημένης Ελλάδας, εκείνος που θα αποτελέσει το ερέθισμα για τις ελληνόγλωσσες ωδές του. Έτσι γεννήθηκε ο «έλληνας» ποιητής Κάλβος, πάνω στα εννοιολογικά, ιδεολογικά και αισθητικά θεμέλια του «ιταλού» Κάλβου. Ας αναρωτηθούμε, αν και αυτό το ερώτημα δεν έχει πια καμία πραγματική αξία: μήπως τα δημιουργικά περιθώρια του «έλληνα» Κάλβου ήταν μικρότερα από εκείνα του «ιταλού» Κάλβου; Μήπως η αποκοπή του από τον ιταλικό κόσμο προσδιόριζε με τρόπο καταλυτικό τα όριά του;

Μια αλληλογραφία στην οποία αναλαμβάνουν ρόλο, πέραν του Κάλβου, και οι συνομιλητές του: πρόσωπα με τα οποία ήλθε κατά καιρούς σε επαφή κι έχουν στις περισσότερες περιπτώσεις κάτι να πουν ή να υποδείξουν. Μιλώντας γι’ αυτά τα πρόσωπα στην έκδοσή σας, αναπτύσσετε πολλές παράλληλες ιστορίες. Πέστε μας για την ανθρωπολογία που προκύπτει από αυτές.

Οι αλληλογραφίες είναι λόγος ζευγαρωτός˙ τον λόγο των άλλων τον έχουμε ανάγκη. Αλλιώς, βλέπουμε το κύριο αντικείμενο του ενδιαφέροντός μας με τον τρόπο που το έλεγε ο Καμύ: ένας άνθρωπος μέσα σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο ανοιγοκλείνει το στόμα του, κάνει γκριμάτσες, κάνει χειρονομίες, αλλά εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, αφού δεν ακούμε τη φωνή του. Η φωνή του ανθρώπου ακούγεται και μέσα από τον λόγο των άλλων.

Το ίδιο ισχύει βέβαια και στην περίπτωσή μας, πόσο μάλλον που μας λείπουν αρκετές από τις επιστολές που έγραψε ο Κάλβος. Ο μεγάλος αριθμός επιστολών ή σημειωμάτων που εκείνος έλαβε, μας είναι εξαιρετικά βοηθητικός. Μέσα από τον δικό τους λόγο αναδύονται πλευρές του Κάλβου για τις οποίες εμείς σήμερα δεν διαθέτουμε τον δικό του ευθύ λόγο.
Αυτοί οι επιστολογράφοι, πάλι, μας δίνουν την ευκαιρία να γνωρίσουμε προσωπικές ιστορίες, αλλά συνεισφέρουν και σε κάτι ευρύτερο: να συλλάβουμε το κλίμα της εποχής, να εντοπίσουμε τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία κινήθηκε ο Κάλβος, να κατανοήσουμε πτυχές του χαρακτήρα του, να ανιχνεύσουμε θέσεις και ιδέες του κι ακόμη να «φωτογραφίσουμε» συμβάντα της ζωής του, για τα οποία εκείνος δεν μίλησε.

Αν θα θέλαμε να ταξινομήσουμε κάπως τα πρόσωπα αυτά, θα εντοπίζαμε ορισμένες ομάδες, ή έστω περιβάλλοντα, τα οποία κάποτε επικοινωνούν μεταξύ τους και κάποτε όχι. Πρώτο είναι εκείνο της φλωρεντινής λογιοσύνης (1813-1816), το οποίο συνδέεται με τις πρώτες ποιητικές του δοκιμές και που με τη σειρά του μας οδηγεί στον θυελλώδη κόσμο του Ούγκο Φόσκολο. Ύστερα είναι ο «χρόνος της εξορίας», στο πλευρό του Φόσκολο, η Ελβετία και η Αγγλία δηλαδή. Η τετραετία του Λονδίνου (1816-1820), χάρη στην πολύπλευρη δράση του Κάλβου, μας φέρνει σε νέα περιβάλλοντα, κυρίως από τη στιγμή που χώρισε ο δρόμος του από εκείνον του Φόσκολο.

Οι γνωριμίες του εκεί θα μας ανοίξουν ένα παράθυρο στον φιλελεύθερο κόσμο του Holland House, με τον πολυποίκιλο, πολυδιασπασμένο αλλά εξαιρετικά γόνιμο κόσμο των ιταλών εξορίστων (χάρη σε αυτόν τον κόσμο θα εμπλακεί ο Κάλβος στην έκδοση του περιοδικού L’Ape italiana a Londra), με τον κόσμο της μουσικής, του θεάτρου και της όπερας (χάρη στις φιλίες και στις παραδόσεις μαθημάτων ιταλικών), με τα περιβάλλοντα της Αγγλικανικής εκκλησίας (με τα οποία ο Κάλβος συνδέθηκε όχι μόνο για λόγους βιοποριστικούς), με τον κόσμο του προεπαναστατικού φιλελληνισμού, του ακαδημαϊκού κλασικισμού, του λονδρέζικου τύπου κ.λπ.

Αντίστοιχα, στα χρόνια του Παρισιού, ο Κάλβος επικοινωνεί και συνδέεται με το κλίμα του γαλλικού φιλελληνισμού και των φιλελεύθερων γαλλικών περιοδικών. Ο κατάλογος δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ, αλλά ας αναφέρω μία τελευταία ομάδα, ένα τελευταίο περιβάλλον, εκείνο της Ιονίου Ακαδημίας (από το 1826 και μετά), το οποίο πηγαίνει πίσω -καθώς συνδέεται με τη γνωριμία του με τον Γκίλφορντ-, ήδη στα χρόνια του Λονδίνου (1819).

Αυτά τα πρόσωπα, ακόμα κι όταν μοιάζουν κλεισμένα στη μικρή εικόνα του εαυτού τους, μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε, πέρα από τα καθέκαστα του προσωπικού τους βίου, που με τρόπο σχεδόν ανασκαφικό αναδύθηκαν, τις μεγάλες εκείνες εικόνες, τα πλέγματα των ιδεών, των ιδεολογιών, των συγκυριών, μέσα στις οποίες περπάτησε ο Κάλβος εκείνων των κρίσιμων για την Ευρώπη χρόνων.

Όπως καταλαβαίνουμε από την αλληλογραφία, αλλά όπως το σημειώνετε και στην εισαγωγή σας, ο Κάλβος δεν υπήρξε συνεπής ή μάλλον ήταν αμελής αλληλογράφος. Πώς αντιμετωπίσατε στη δουλειά σας ένα τέτοιο γεγονός;

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο Κάλβος ήταν ασυνεπής στη γραπτή επικοινωνία του, το μαρτυρούν πολλοί συνομιλητές του. Θα θέλαμε να ήταν αλλιώς, αλλά δεν ήταν. Μπορούμε επίσης, βάσιμα νομίζω, να υποθέσουμε ότι μάλλον δεν κρατούσε επαφές από απόσταση. Εδώ μιλάμε για ένα ζήτημα του χαρακτήρα του. Ένας από τους επιστολογράφους μάλιστα, ο Γεώργιος δε Ρώσσης, το επισημαίνει: «Δε μπορώ καθόλου να πεισθώ πως η αιώνια σιωπή σας απέναντι στους φίλους σας προέρχεται από λησμονιά γι’ αυτούς, αλλά την αποδίδω σε κάποιο σύστημα που έχετε απαρέγκλιτα υιοθετήσει, ο Θεός ξέρει για ποιους λόγους».

Από την άλλη, είναι σίγουρο ότι, όπως συμβαίνει πάντα, πολλά γράμματα έχουν χαθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί από κείνους με τους οποίους αλληλογραφούσε δεν υπήρξαν ονόματα πρώτου μεγέθους, άρα ίσως τα κατάλοιπά τους δεν σώθηκαν κι έτσι μαζί με τα δικά τους χαρτιά χάθηκαν κι εκείνα του Κάλβου. Μπορούμε πάντως να περιμένουμε τις νεότερες έρευνες, ίσως να έχουμε ευχάριστες εκπλήξεις.

Σε ένα επίπεδο γεγονοτολογικό, πάντως, και για να βοηθηθεί ο αναγνώστης να παρακολουθήσει τη διαδρομή του βίου του Κάλβου, τα κενά της αλληλογραφίας επιχειρήθηκε να καλυφθούν με σχόλια κατατοπιστικά. Οι αφορμές του υλικού ήταν πολλές και έτσι έγινε προσπάθεια να φωτιστούν κι άλλες πτυχές για τις οποίες δεν διαθέτουμε επιστολικά τεκμήρια.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή