Θαν. Ευαγγελόπουλος: “Η ώρα της αλήθειας φθάνει” Reviewed by Momizat on . Προσεγγίζοντας μερικά βασικά στοιχεία του προϋπολογισμού θα διαπιστώσει κάποιος ότι αυτός είναι προϋπολογισμός της αρπαχτής και της αναβολής. Της αρπαχτής επειδ Προσεγγίζοντας μερικά βασικά στοιχεία του προϋπολογισμού θα διαπιστώσει κάποιος ότι αυτός είναι προϋπολογισμός της αρπαχτής και της αναβολής. Της αρπαχτής επειδ Rating: 0

Θαν. Ευαγγελόπουλος: “Η ώρα της αλήθειας φθάνει”

Θαν. Ευαγγελόπουλος: “Η ώρα της αλήθειας φθάνει”

Προσεγγίζοντας μερικά βασικά στοιχεία του προϋπολογισμού θα διαπιστώσει κάποιος ότι αυτός είναι προϋπολογισμός της αρπαχτής και της αναβολής. Της αρπαχτής επειδή σαν στόχο έχει την αφαίμαξη από την αγορά αρκετών δις αγνοώντας το κόστος στην ανάπτυξη, στην μεταρρύθμιση και στον Ελληνικό λαό. Της αναβολής – θα αναθεωρηθεί σύντομα- επειδή δεν βγαίνει. Συνεπώς δίνει μόνον αναβολή στην αντιμετώπιση της πραγματικής αλήθειας. Όσο όμως και αν βάζουμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, τα προβλήματα έχουν την φυσική δυναμική τους. Περιέχουν την παράμετρο του χρόνου, προϊόντος δε αυτού, ακόμη και χωρίς προσθήκη νέων μέτρων, επιδεινώνουν την οικονομία και τις λοιπές συνέπειες στην κοινωνία.

 

Οι προσδοκίες του πλεονάσματος και η ώρα της αλήθειας.

Η δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος (έσοδα-έξοδα χωρίς να υπολογίζονται τα τοκοχρεολύσια των δανείων του κράτους), ετέθη από την κυβέρνηση ως στόχος προκειμένου με αυτό το όπλο να γίνει η περίφημη διαπραγμάτευση, όπως ευαγγελίζεται και υποσχέθηκε στον Ελληνικό λαό.

Με πρωτογενές πλεόνασμα και παράλληλα θετικό εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές-εισαγωγές) και γενικότερα θετικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η χώρα μας αποκτά ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο. Αποκτά αξιοπιστία σε ότι αφορά την δυνατότητα με το πλεόνασμα να αποπληρώσει το χρέος. Έτσι μπορεί να διαπραγματευτεί το ύψος του χρέους, τον χρόνο αποπληρωμής, την πιθανή περίοδο χάριτος και το ύψος των επιτοκίων, ώστε με μέρος του πλεονάσματος να μπορεί να αποπληρωθεί το χρέος. Να γίνει αυτό που λέμε  βιώσιμο. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η χώρα έχει μαθηματικά την δυνατότητα να λειτουργήσει χωρίς δανεισμό. Η διαπραγματευτική της θέση γίνεται πιο ισχυρή.

Γιατί όμως η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύεται τώρα , την χρονική αυτή στιγμή που έχει το πρωτογενές πλεόνασμα;

Η απάντηση : Η κυβέρνηση δεν τολμά και δεν μπορεί. Δεν τολμά γιατί είναι εξαρτημένη. Έχει πέσει στην τρύπα που η ίδια άνοιξε. Στην λογική της “πάση θυσία στο ευρώ”. Έτσι δεν έχει κόκκινη γραμμή. Δεν μπορεί γιατί το πλεόνασμα δεν είναι πραγματικό, είναι στιγμιαίο, δεν είναι βιώσιμο. Δεν είναι αποτέλεσμα ανάπτυξης και δημιουργίας νέου πλούτου. Είναι ταμειακό αποτέλεσμα ληστρικής επιδρομής στον Ελληνικό λαό και στις επιχειρήσεις. Κατάστρεψε και συνεχίζει να καταστρέφει και την όποια εναπομείνασα παραγωγική διαδικασία. Ακόμη και ο εξορθολογισμός των δαπανών και της σπατάλης, επειδή δεν επενδύεται π.χ. μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, όχι μόνο δεν παράγει προστιθέμενη αξία αλλά λειτουργεί αντίστροφα μειώνοντας το ΑΕΠ και τα έσοδα του κράτους. Το πλεόνασμα λοιπόν έχει αρνητική δυναμική, υπόκειται στην κρησάρα του χρόνου και προϊόντος αυτού θα γίνει έλλειμμα. Νέα μέτρα για την διατήρηση του δεν είναι δυνατά διότι δεν υπάρχει φυσικό αντικείμενο. “Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος”. Συνεπώς η ώρα της αλήθειας φθάνει.

 

Περί  διαπραγμάτευσης.

Η χώρα κινδυνεύει να συρθεί σε διαπραγμάτευση, χάνοντας την δυνατότητα αυτή να είναι επιλογή της, ώστε να έχει το πλεονέκτημα της δυναμικής του αιτούντος. Η διαπραγμάτευση όμως  ακόμη και τώρα δεν πρέπει να μας φοβίζει.

Μια διαπραγμάτευση δεν έχει νικητές και χαμένους, με την απόλυτη έννοια, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν διαπραγμάτευση αλλά σύγκρουση. Σε μια διαπραγμάτευση επιδιώκεις να πάρεις αυτό που είναι μείζον για σένα αφήνοντας στον αντίπαλο κάτι που και αυτός δεν θα ήθελε να χάσει. Για να είναι όμως επιτυχής για σένα η διαπραγμάτευση πρέπει να αξιοποιήσεις τα όπλα σου, ορίζοντας γραμμές που η παραχώρηση τους θα εμφανίζεται στον αντίπαλο ως κατάκτηση του. Εσύ όμως θα έχεις ως στόχο να πετύχεις ό,τι πιο πάνω μπορείς από  την  δική σου κόκκινη γραμμή. Βεβαίως πρέπει να υπάρχει κόκκινη γραμμή. Η διακηρυγμένη όμως από την κυβέρνηση λογική της “πάση θυσία στο ευρώ” καταργεί και την έσχατη γραμμή σου. Για να ορισθούν όμως οι διαπραγματευτικές γραμμές, πρέπει να γνωρίζουμε ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα.

 

Ποιος είναι ο πυρήνας του προβλήματος;

Η Ελλάδα είναι μια χώρα του Νότου, με τα γνωστά διαρθρωτικά ζητήματα που δημιούργησε η ευρωζώνη και αφορούν περισσότερο ή λιγότερο σε όλο τον νότο. Κύρια αιτία για αυτό-χωρίς να παραβλέπουμε και τις δικές μας ευθύνες- είναι το ευρώ. Η Ευρωζώνη έχει  ισχυρό νόμισμα αλλά δεν υπάρχει ευρωπαϊκό κράτος. Δεν έχει αναδιανεμητικό μηχανισμό του πλούτου και δημοκρατικούς θεσμούς που θα ελέγχουν την λειτουργία του μηχανισμού. (το Ευρωκοινοβούλιο είναι διακοσμητικός και, κατ’ επίφαση, θεσμός λαϊκής συμμετοχής). Παρά ταύτα, πριν το μνημόνιο, η χώρα μας δεν ήταν από τις τελευταίες. Ήταν στην εικοσάδα του κόσμου. Είχε χρέος ιδιωτών (παράγων σημαντικότερος από το δημόσιο χρέος)  από τα μικρότερα στην Ευρώπη. Είχε  δημόσιο χρέος (120%) κοντά στον μέσον όρο (αποτελεί στόχο για  το 2022). Η φύση της ευρωζώνης, δυστυχώς και όχι μόνο, της δημιούργησε πράγματι σοβαρά προβλήματα στο έλλειμμα και το ισοζύγιο. Με δεδομένο ότι η οικονομία της χώρας αποτελεί το 2% της ευρωζώνης, η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων με πιο ήπια και σε βάθος κάποιου χρόνου παρεμβάσεις ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς σοβαρούς κλυδωνισμούς και κινδύνους. Δεν ήταν όμως αυτό το ζητούμενο. Η χώρα μας χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για την εφαρμογή νέων πολιτικών σε όλη την Ευρώπη. Συνεπώς το θέμα είναι πολιτικό και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η διαπραγμάτευση λοιπόν πρέπει να γίνει σε ομόλογο επίπεδο, σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων και όχι με εντολοδόχους υπάλληλους που λειτουργούν ως ταχυδρόμοι ή στην καλύτερη περίπτωση ως εισηγητές.

 

Τα διαπραγματευτικά  όπλα μας.

Αφού όμως δεν έχουμε ως ισχυρό όπλο ένα βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα και το θετικό εμπορικό μας ισοζύγιο είναι αποτέλεσμα μείωσης εισαγωγών χωρίς αντικατάσταση αυτών από εγχώρια παραγωγή, τότε ποια είναι τα διαπραγματευτικά μας όπλα;

Πριν δούμε αυτό το θέμα, καλό είναι να επαναφέρουμε στην σκέψη μας ότι:

  • Η παραμονή μας ή όχι στη ζώνη του ευρώ δεν συναρτάται με την συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση θα συμμετέχουμε σε αυτή και θα έχουμε τις υποχρεώσεις και τα προνόμια της ΕΕ. (πακέτα ΕΣΠΑ, επιδοτήσεις κ.λ.π)
  • Δυνατότητα αποβολής της χώρας μας από την Ευρωζώνη δεν υπάρχει.

Πως μπορεί η απειλή της εξώθησης σε έξοδο να γίνει διαπραγματευτικό μας όπλο;

Η στάση πληρωμών αποτελεί διαπραγματευτικό μας όπλο. Γιατί;

  • Διότι αυτό δηλώνει αδυναμία της ευρωζώνης να στηρίξει το 2% της.
  • Διότι αυτή η αδυναμία  σημαίνει πτώση των αξιολογήσεων.
  • Διότι τα ποιο πάνω σημαίνουν ότι οι αγορές θα ορίσουν τον επόμενο ή τους επομένους αδύναμους κρίκους.
  • Αυτό σημαίνει φυγή ιδιωτικών  κεφαλαίων (καταθέσεων)  από τους υποψηφίους αδύναμους κρίκους προς ασφαλή λιμάνια, πάντως αυτήν φορά εκτός ευρωζώνης.
  • Αυτό, το τελευταίο, ειδικά σε χώρες μεγαλύτερες από εμάς σημαίνει ότι τα ποσά που θα απαιτηθούν για την αποτροπή κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος θα είναι τέτοια που η λύση του δικού μας προβλήματος θα είναι φιλοδώρημα.
  • Οι λαοί της Ευρώπης που δάνεισαν την Ελλάδα  θα καταστήσουν τις ηγεσίες τους υπόλογους με ότι αυτό σημαίνει για την πολιτική σταθερότητα του συστήματος.
  • Τα πιο πάνω- και όχι μόνον- θα δημιουργήσουν ένα πάζλ προβλημάτων  στην Ευρωζώνη με κίνδυνο την διάλυση της. Γιατί; Για το 2%;

Όπως προαναφέρθηκε όμως το ζήτημα είναι κυρίως πολιτικό. Η  ήττα του νέου δόγματος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την υπάρχουσα πολιτική εξουσία στην Ευρώπη. Ότι όμως αποτελεί κίνδυνο για το σύστημα, για εμάς μπορεί να είναι όπλο. Ποιος μπορεί  να εγγυηθεί ότι η εγκαθίδρυση μιας αριστεράς στην Ελλάδα δεν θα είναι μεταδοτική; Και ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι η προσπάθεια μας δεν θα έχει συμμάχους άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς του νότου και όχι μόνον;

Η αξιοποίηση της γεωπολιτικής και ενεργειακής μας θέσης αποτελεί ένα ακόμη ισχυρό όπλο. Είναι πυρηνικό όπλο και είναι φρόνιμο να υπάρχει ως οπισθοφυλακή. Το θέμα αυτό είναι μεγάλο και πολύπλοκο και ξεφεύγει των ορίων  του παρόντος κειμένου.

 

Η διαπραγματευτική μας ατζέντα.

Λέγεται όμως “τεχνηέντως” και προπαγανδιστικά ότι αν κλείσει την στρόφιγγα του δανεισμού θα μας  εξαναγκάσουν να φύγουμε. Σε αυτό υπάρχει ο μύθος και η αλήθεια.

Ο μύθος :

Η πραγματική μας οικονομία έως και σήμερα δεν χρηματοδοτείται. Απλώς μας δανείζουν για να ανακυκλώσουν τα δάνεια με όρους υποθήκης και μας δάνεισαν  για να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τις ζημιές των οποίων προκάλεσαν. Ούτε ευρώ από την χρηματοδότηση αυτή δεν εισέρευσε στην πραγματική οικονομία.  Αυτό σημαίνει με απλά λόγια ότι ζούμε, όπως ζούμε, με τα δικά μας. Το άνοιγμα στο εμπορικό ισοζύγιο έχει κλείσει. Αυτό σημαίνει ότι οι εισαγωγές μας χρηματοδοτούνται από τις εξαγωγές μας. Οι μισθοί, οι συντάξεις και η λειτουργία του κράτους καλύπτονται έστω και από αυτό το πρωτογενές αποτέλεσμα. Συνεπώς το κλείσιμο της στρόφιγγας δεν επηρεάζει στον παρόντα χρόνο την λειτουργία της χώρας, άρα και την συμμετοχή μας στην ευρωζώνη. Με το κλείσιμο της στρόφιγγας αυτό που θα συμβεί θα είναι η στάση πληρωμών, που σημαίνει ότι αφ’ ενός μεν θα χάσουν τα λεφτά των Ευρωπαίων πολιτών, αφ’ ετέρου θα ενεργοποιηθούν οι συνέπειες που αναφέρονται  στην πιο πάνω ενότητα περί των “διαπραγματευτικών μας όπλων”.  Τότε όμως γιατί να το κάνουν; Θα υποστούν τις όποιες συνέπειες απλώς για να μας τιμωρήσουν; Έτσι όμως γράφεται η ιστορία; Ακόμη και η μαφία την τιμωρία την επικαλείται για να μην χάσει. Την υλοποιεί όταν πλέον δεν υπάρχεις.

Η αλήθεια:

Υπάρχει όμως και η αλήθεια. Η παραμονή μας στο ευρώ, απαιτεί την δημιουργία βιώσιμου πρωτογενούς πλεονάσματος με  ρυθμούς μεγέθυνσης μεγαλύτερους από τα επιτόκια των αγορών. Η ανάπτυξη εκτός από μοντέλο κ.λ.π  προϋποθέτει χρήμα και οικονομικό κύκλο, ο οποίος έχει όμως διαλυθεί με την εφαρμογή του μνημονίου.

Συνεπώς η συνέχιση της παραμονής μας στην ευρωζώνη χωρίς κατάργηση του μνημονίου και αντικατάσταση του με  αναπτυξιακό πακέτο τύπου Μάρσαλ ικανό να δημιουργήσει πραγματικό πλεόνασμα, είναι μαθηματικά αδύνατη. Γι’ αυτό η επιλογή είναι μία και μοναδική: όχι μνημόνιο και, οπωσδήποτε, πολιτικές πραγματικής ανάπτυξης.

Η αλήθεια αυτή καθορίζει και την ατζέντα  της διαπραγμάτευσης για την παραμονή μας στην Ευρωζώνη.

 

Περί εθνικής αυτοπεποίθησης

Ίσως παρά ταύτα διερωτηθεί κάποιος αναγνώστης: και αν;

Η ύπαρξη ενός “εθνικού σχεδίου” που θα αφορά την επόμενη μέρα θα αυξήσει την αυτοπεποίθηση μας, την ενότητα και συνοχή μας και θα αυξήσει την αγωνιστικότητα μας. Θα διώξει το φόβο, τον μεγάλο μας εχθρό. Τότε θα μπορούμε να διαπραγματευτούμε καλύτερα.

Τα  “αν” πρέπει να είναι  εργαλεία σκέψης. Αν είναι προτάγματα, τότε υπάρχει μόνον η υποταγή και η ήττα. Στην ίδια την φύση υπάρχουν τα “αν”. Μήπως και στην ζωή μας δεν υπάρχουν; Συνεχίζουμε όμως να ζούμε.

Αν προτάσσονταν μόνο αυτά, δεν θα είχαν γίνει οι Θερμοπύλες, ο Μαραθώνας και η Σαλαμίνα (ως ένα μόνο παράδειγμα) και εμείς ίσως, οι εταίροι μας σίγουρα, θα ήμασταν  περσόπουλα. Αυτό οι Ευρωπαίοι το ξέρουν καλύτερα από εμάς. Επίσης ξέρουν ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, οι τέχνες, οι επιστήμες, η δημοκρατία γεννήθηκαν εδώ, από αυτόν τον λαό που έδωσε το όνομα στην Ευρώπη. Αυτό αποτελεί ένα μεγάλο κοινωνικό και ιστορικό μας όπλο που στο όνομα του ρεαλισμού κανείς δεν μπορεί να το παραβλέψει. Απάντηση σ’ αυτό αποτελεί η διαχρονικότητα αυτών. Υπάρχουν στην ιστορία  πολιτισμοί που χάθηκαν. Όχι όμως ο Ελληνικός πολιτισμός, η Ελληνική γλώσσα και συνεπώς ο Ελληνικός λαός. Δεν κυριευτήκαμε “πραγματικά” και δεν αφομοιωθήκαμε από κανένα εχθρό και καμιά αυτοκρατορία. Στην παρούσα φάση βέβαια περνάμε και  κρίση εθνικής αυτοπεποίθησης. Δεν μπορούμε να νιώσουμε ποιοί είμαστε και τι μπορούμε. Μετράμε το μπόι μας μόνο με την οικονομική μας ανέχεια. Δεν έχουμε όνειρο (βλ λεπτή κόκκινη γραμμή). Οι συνέταιροι μας όμως ξέρουν ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες με ότι διασταλτικά αυτό σημαίνει. Οι εταίροι μας  το έζησαν και το ξέρουν  ότι στον μικρό αυτό τόπο υπήρξαν άνθρωποι, που για μια υπογραφή , πήγαν στα ξερονήσια,  έχασαν οικογένειες και, κάποιοι την ζωή τους.

Ο τόπος αυτός, όπως είπε ο νομπελίστας ποιητής μας, είναι ευλογημένος. Μπορεί να μας ζήσει, όπως μας έζησε χιλιετίες τώρα.

Ένα παραμύθι.

Όταν ο θεός μοίραζε τον κόσμο, οι Έλληνες ήρθαν τελευταίοι να ζητήσουν ένα κομμάτι γης για αυτούς. Ο θεός όμως  είχε μοιράσει την γη. Δεν είχε άλλο μέρος για να τους δώσει. Μετά την επιμονή και τις  παρακλήσεις όμως των Ελλήνων αποφάσισε να τους δώσει ένα κομματάκι γης που κράτησε για τον εαυτό του, για τα γεράματα του. Ένα κομμάτι γης…εκεί κάπου στο Αιγαίο,

 

Θανάσης Ευαγγελόπουλος

Για το παραμύθι.

Την ιστορία διηγούταν Ρώσοι καλόγεροι κάπου στον μεσαίωνα.

 

 

 

 

 

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή