Οι αδελφές που έγιναν… τσαγκάρηδες! Reviewed by Momizat on . Οι δύο αδελφές από μικρές ήταν αχώριστες στα παιδικά παιχνίδια και όταν πια μεγάλωσαν παρέμειναν το ίδιο ενωμένες και στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής. Ασχολήθηκαν Οι δύο αδελφές από μικρές ήταν αχώριστες στα παιδικά παιχνίδια και όταν πια μεγάλωσαν παρέμειναν το ίδιο ενωμένες και στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής. Ασχολήθηκαν Rating: 0

Οι αδελφές που έγιναν… τσαγκάρηδες!

Οι αδελφές που έγιναν… τσαγκάρηδες!
Οι δύο αδελφές από μικρές ήταν αχώριστες στα παιδικά παιχνίδια και όταν πια μεγάλωσαν παρέμειναν το ίδιο ενωμένες και στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής.
Ασχολήθηκαν κατά καιρούς με δουλειές όλων των ειδών για το μεροκάματο, και στους δύσκολους καιρούς της κρίσης και της ανέχειας τους ήρθε η μεγάλη ιδέα και αποφάσισαν να το ρισκάρουν…
Στη γειτονιά τους εκεί στην οδό 28ης Οκτωβρίου, ο τσαγκάρης της περιοχής, ηλικιωμένος πια έβγαινε στη σύνταξη και έβαζε λουκέτο στο μαγαζί-εργαστήριό του.
Η Αναστασία και η Ελευθερία Μπαταγκιώνη, οι δύο αδελφές που λέγαμε λίγο πριν, το αποφάσισαν: Πλησιάζουν τον συνταξιούχο πλέον τσαγκάρη της γειτονιάς και του προτείνουν να αγοράσουν την επιχείρησή του με τον όρο ότι αυτός θα παραμείνει ακόμα έναν χρόνο κοντά τους για να τους μάθει τα μυστικά της τέχνης.
…Εγένετο λοιπόν!
Οι δύο κοπέλες ζώστηκαν την ποδιά του τσαγκάρη, έπιασαν το αμόνι, τα καρφιά, το σφυρί και τα καλούπια και άρχισαν τη σκληρή δουλειά!
Σήμερα είναι οι μοναδικές γυναίκες στη Θεσσαλία που κάνουν αυτό το επάγγελμα, ενώ συνολικά στην Ελλάδα ζήτημα είναι εάν υπάρχουν άλλες πέντε ακόμα συναδέλφισσές τους.
ΣΤΟ… ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΟΥΤΣΙΩΝ
«Ανεβασμένος» ο τίτλος του μαγαζιού και στα αγγλικά παρακαλώ κατά τις επιταγές της νεολαίας: Shoes Hospital. Εκεί τις συναντήσαμε τις δύο αδελφές να… παλεύουν με μπότες, σκαρπίνια, τακούνια, σόλες και πολλά άλλα συναφή, και παραδίπλα ένα συμπαθητικό άσπρο θηλυκό κανίς που με τάραξε στο γάβγισμα.
Κάπου τα βρήκαμε τέλος πάντων (σ.σ. με το σκύλο εννοώ) και η αλλιώτικη ιστορία των γένους θηλυκού τσαγκάρηδων μέσα σε μια εύθυμη ζωντανή ατμόσφαιρα και με τους πελάτες να πηγαινοέρχονται, άρχισε να ξεδιπλώνεται…
Μια μιλάει η μεγαλύτερη και μια η μικρότερη, όμως όλες με την ίδια αγάπη για τη δουλειά που κάνουν και με περίσσια ειλικρίνεια: «Όλα ξεκίνησαν, θα μας πουν, όταν αποφασίσαμε πριν περίπου τρία χρόνια να αγοράσουμε την επιχείρηση του τσαγκάρη της γειτονιάς που έβγαινε στη σύνταξη. Έμεινε ένα χρόνο μαζί μας και μας έμαθε την τέχνη. Στην αρχή ζοριστήκαμε με τα σφυριά, τα καρφιά και όλα αυτά, όμως γρήγορα γίναμε «ξεφτέρια» και πεισμώσαμε λέγοντας ότι αν και είμαστε γυναίκες θα τα καταφέρουμε.
Στην αρχή όλοι μας αντιμετώπιζαν παράξενα σαν γυναίκες-τσαγκάρηδες και ιδιαίτερα οι άνθρωποι μιας κάποιας ηλικίας.
Έμπαιναν λοιπόν στο μαγαζί και ρωτούσαν «πού είναι ο τσαγκάρης;».
Όταν του λέγαμε ότι είμαστε εμείς, μας ζητούσε να πούμε την αλήθεια και δεν μας πίστευε. «Εσείς, μας είπε χαρακτηριστικά κάποιος είστε στη… ρεσεψιόν, ο τσαγκάρης πού είναι…».
Οι νέοι βέβαια μας εμπιστεύονταν περισσότερο, όμως σιγά-σιγά όλοι άρχισαν να εκτιμούν τη δουλειά μας και ξεπεράστηκαν γρήγορα ταμπού και αμφιβολίες.
Ο κόσμος, όχι μόνο της συνοικίας μάς αγάπησε και με τους φοιτητές έχουμε πελάτες ακόμα και από το Βόλο, την Κέρκυρα, την Καλαμάτα, την Εύβοια, ενώ πάλι πολλοί που σπουδάζουν στο εξωτερικό στέλνουν στις μανάδες τους στην Ελλάδα τα παπούτσια τους για ανακατασκευή και έτσι αποκτήσαμε και πελάτες ακόμα σε Αγγλία, Σκωτία, Γερμανία και αλλού.
Για τα παράξενα που λες είναι πολλά καθώς δεν φτιάχνουμε μόνο παπούτσια, αλλά και ζώνες, τσάντες και άλλα πράγματα που χρειάζονται επισκευή και είναι κυρίως από δέρμα.
Άλλος μας ζήτησε χαλινάρια για το άλογο, άλλος να επενδύσουμε σέλλα ποδηλάτου, να φτιάξουμε το σκαμπό από έναν ντράμερ, μέχρι και να ντύσουμε με δέρμα τιμόνια αυτοκινήτου».
…Στο μαγαζί σε λίγο με μια πελάτισσα άρχισε το παζάρι.
Η τιμή ήταν έξι ευρώ και έπρεπε να κατέβει στα πέντε. Η πιο… ζόρικη της παρέας, η Αναστασία με το μαλλί άφρο δεν σήκωνε κουβέντα.
«Ε, όχι και πέντε, δεν μας σκέφτεστε και λίγο που πιάνουμε και τα παπούτσια σας με τις τόσες ακαθαρσίες που πατάτε κάθε μέρα, τα καθαρίζουμε κιόλας…».
Η πελάτισσα… κατατροπώθηκε και έδωσε ευχαρίστως το υπό διαπραγμάτευση κέρμα.
«Δύσκολα τα πράγματα κύριε δημοσιογράφε μου», μου πέταξε στο τέλος γελώντας και σφίγγοντας τα δόντια. Συμφώνησα απόλυτα μαζί της και φεύγοντας της έβαλα κάτι δύσκολο. Να μου βρει ένα ζευγάρι καφέ-κόκκινα κορδόνια για τις ξεχασμένες από τον πόλεμο της Κορέας αρβύλες –ενθύμιο του πατέρα…
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή