Οι “οργισμένες” Τρωάδες εντυπωσίασαν στα Τρίκαλα Reviewed by Momizat on .   Γράφει η Κωνσταντίνα Πλεσιώτη   Την Κυριακή , 20 Ιουλίου, παρουσιάστηκε στο υπαίθριο θέατρο του Φρουρίου Τρικάλων η τραγωδία «Τρωάδες» από το ΔΗΠΕΘΕ   Γράφει η Κωνσταντίνα Πλεσιώτη   Την Κυριακή , 20 Ιουλίου, παρουσιάστηκε στο υπαίθριο θέατρο του Φρουρίου Τρικάλων η τραγωδία «Τρωάδες» από το ΔΗΠΕΘΕ Rating: 0

Οι “οργισμένες” Τρωάδες εντυπωσίασαν στα Τρίκαλα

Οι “οργισμένες” Τρωάδες εντυπωσίασαν στα Τρίκαλα

 

Γράφει η Κωνσταντίνα Πλεσιώτη

 

Την Κυριακή , 20 Ιουλίου, παρουσιάστηκε στο υπαίθριο θέατρο του Φρουρίου Τρικάλων η τραγωδία «Τρωάδες» από το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας και την 5η Εποχή Τέχνης. Πρόκειται για ένα έργο βαθύτατα αντιπολεμικό και ανατριχιαστικά επίκαιρο, από τα πλέον δημοφιλή έργα του Ευριπίδη. Γύρω από το πρόσωπο της Εκάβης, που αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα της τραγωδίας, διαδραματίζονται μερικά από τα πιο συγκινητικά επεισόδια, που σημειώθηκαν μετά την άλωση της Τροίας, όπως είναι η διανομή των αιχμάλωτων γυναικών, το μαντικό παραλήρημα της Κασσάνδρας, ο φρικτός θάνατος του Αστυάνακτα, ο λυρικός θρήνος της Ανδρομάχης, η σφαγή της Πολυξένης.

Ο Ευριπίδης κινητοποιήθηκε και συνέγραψε το συγκεκριμένο έργο το 416, έχοντας ως αφορμή ένα σύγχρονό του γεγονός. Τη χρονιά εκείνοι οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τη Μήλο, σκοτώνοντας όλους τους άνδρες και πουλώντας για δούλους γυναίκες και παιδιά, ενώ δε σεβάστηκαν ούτε καν τους νεκρούς και τα ιερά των θεών. Το «έγκλημα» των Μηλίων ήταν η επιθυμία τους να παραμείνουν ουδέτεροι στον πόλεμο Αθήνας-Σπάρτης. Ο Ευριπίδης συναισθανόμενος την αδικία γράφει τις Τρωάδες, μιλώντας για ένα παρόμοιο έγκλημα, τη λεηλασία της Τροίας. Πρόκειται λοιπόν για ένα έργο οργισμένο και βαθύτατα πολιτικό, που στηλιτεύει την εξουσία των δυνατών και αναδεικνύει την οικουμενική διάσταση του πόνου και της απώλειας. «Σε κάθε πόλεμο υπάρχουν (μόνο) ηττημένοι» μοιάζει να λέει ο Ευριπίδης στους συμπολίτες του, αλλά και σε εμάς, 2.500 χρόνια μετά.

Το διαχρονικό κείμενο του Ευριπίδη μεταφράστηκε ιδανικά από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο με λόγο εύηχο και κατανοητό, υψηλό σε βάθος και περιεχόμενο. Εξίσου ιδανική υπήρξε και η διανομή της παράστασης, όπως φάνηκε από τα αποτελέσματα στο πεδίο των ερμηνειών.

Ο Στέλιος Μάινας, γνωστός στο ευρύ κοινό από τις τηλεοπτικές του επιτυχίες, θεωρείται, όχι άδικα, από τους κορυφαίους θεατρικούς μας ηθοποιούς. Μας έδωσε έναν Ταλθύβιο στιβαρό, επιβλητικό και μετρημένο, με έντονη εσωτερίκευση τον συναισθημάτων και χωρίς υπερβολές. Η φυσικότητα με την οποία χειρίστηκε το ρόλο του και η λεπτότητα των αποχρώσεων σκέψεων και συναισθημάτων που μετέδωσε αβίαστα στους θεατές, τον έκαναν να ξεχωρίζει για μια ακόμη φορά, παρά το σύντομο πέρασμά του.

Σπαρακτική ήταν η ερμηνεία της Φιλαρέτης Κομνηνού στο ρόλο της Εκάβης. Αποφεύγοντας τις μανιέρες και υπερβολές τόσο στο λόγο, όσο και στην κίνηση, με μια οργή και απελπισία που περισσότερο υπέφωσκε παρά κραύγαζε, συγκίνησε, συχνά μέχρι δακρύων, τους θεατές.

Αξιομνημόνευτη υπήρξε και η ερμηνεία της Ιωάννας Παππά, που απέδωσε την ένθεη μανία της Κασσάνδρας με υποβλητικό λόγο και έντονες κινήσεις, κάτι ανάμεσα σε μαινάδα και αερικό. Είναι πραγματικά ελπιδοφόρο να βλέπει κανείς ηθοποιούς της νεότερης γενιάς χρόνο με το χρόνο να προοδεύουν και να κατακτούν το μέτρο και την ωριμότητα.

Η Μαρία Πρωτόπαππα μας έδωσε μια αγέρωχη και δυναμική Ανδρομάχη με έντονο αλλά ελεγχόμενο πάθος στη σκηνή του αποχωρισμού του παιδιού της. Επιβλητικός και δωρικός ο Χρήστος Πλαίνης στον ρόλο του στρατιώτη, πρωταγωνίστησε σε μια από τις δραματικότερες στιγμές της παράστασης, όταν μανιωδώς πλένει τα χέρια του προσπαθώντας μάταια να απομακρύνει το αίμα όσων σκότωσε.

Η Ζέτα Δούκα ως Ωραία Ελένη και ο Άρης Λεμπεσόπουλος ως Ποσειδώνας και Μενέλαος, υπήρξαν ταιριαστοί στους ρόλους τους, κάποιες φορές όμως υπέπεσαν σε ευκολίες υιοθετώντας μια «πόζα» που ερχόταν σε αντίθεση με το υπόλοιπο «μετρημένο» σύνολο.

Ο χορός, τέλος, (Παπαληγούρα, Μιχαλοπούλου, Παναγιωτοπούλου, Παλαιοθόδωρου, Κριμιζάκη, Μάρα, Κυριακίδη) με σωστή εκφορά του λόγου και επιδέξια κίνηση στον σκηνικό χώρο συνόδευσε σοφά τους πρωταγωνιστές και πρόσφερε στιγμές δραματικής έντασης μέσα από τις μαρτυρίες του. Δεν είχε όμως δική του υπόσταση και δεν κατάφερε να αποκτήσει αυτόνομο ρόλο σε κανένα σημείο της παράστασης.

Τόσο τα σκοτεινά σιδερόφραχτα σκηνικά της παράστασης όσο και τα ασπρόμαυρα κουστούμια κινούνταν σε μοντέρνο ύφος και κατάφεραν να αποδώσουν πιστά τη ζοφερή ατμόσφαιρα μιας σύγχρονης φυλακής-στρατοπέδου συγκέντρωσης. Περισσότερο κλασική παρά μοντέρνα αποδείχτηκε η σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη, ο οποίος, χωρίς να πρωτοπορεί και να καταφεύγει σε επισφαλείς πειραματισμούς, δίνει μια τίμια και καλοδουλεμένη παράσταση, ικανή να συγκινήσει και να αφυπνίσει το ευρύ κοινό κάθε ηλικίας.

Διόλου τυχαίο ότι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης επικράτησε απόλυτη ησυχία από τους θεατές, που σχεδόν δεν ανέπνεαν, ενώ με λήξη της καταχειροκρότησαν τους συντελεστές, που υποκλίθηκαν στη σκηνή αρκετές φορές.

Η ίδια ησυχία – σπάνιο φαινόμενο- επικράτησε και στην αποχώρηση, κατά την οποία ο κόσμος σιωπηλός και προβληματισμένος, προχωρούσε πιο αργά από συνήθως προς την έξοδο του Φρουρίου. Αυτό είναι εν τέλει που καθιστά ένα έργο επιτυχημένη, το να καταφέρει να συναντηθεί με το κοινό του, να το συνεπάρει, να το κινητοποιήσει, να το κάνει να σκεφτεί…. Και οι Τρωάδες του Μουμουλίδη εδώ στα Τρίκαλα φαίνεται ότι το κατάφεραν!

 

 

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή