Παραμύθια στο πανί του δημοτικού κινηματογράφου Reviewed by Momizat on . Την Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013, στις 21.00 στον Δημοτικό Κινηματογράφο του Μύλου Ματσόπουλου παρουσιάζεται το νέο ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ Πέρασα Την Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013, στις 21.00 στον Δημοτικό Κινηματογράφο του Μύλου Ματσόπουλου παρουσιάζεται το νέο ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ Πέρασα Rating: 0

Παραμύθια στο πανί του δημοτικού κινηματογράφου

Παραμύθια στο πανί του δημοτικού κινηματογράφου

Την Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013, στις 21.00 στον Δημοτικό Κινηματογράφο του Μύλου Ματσόπουλου παρουσιάζεται το νέο ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ

Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί

παραμύθια, για πάντα

 

 

Λίγα λόγια για την ταινία

 

Ένα ντοκιμαντέρ που μας ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών.

Γιαγιάδες και παππούδες, λαϊκοί παραμυθάδες από τα χωριά των Τρικάλων αφηγούνται στον κινηματογραφικό φακό, με τον δικό τους εκφραστικό τρόπο. Ένα οδοιπορικό καταγραφής, μύησης και μνήμης.

Παραμύθια του κάμπου και των βουνών.

Παραμύθια, για πάντα.

 

Το ντοκιμαντέρ γυρίστηκε το καλοκαίρι του 2013. Διάρκεια ταινίας: 115 λεπτά. Στην προβολή θα είναι παρών και ο σκηνοθέτης.

 

Κυκλοφορεί σε DVD στον “Μύλο των Ξωτικών”. Το ντοκιμαντέρ είναι παραγωγή του ΔΗΜΟΥ ΤΡΙΚΚΑΙΩΝ και του e-trikala.

 

Αποσπάσματα από κείμενο του σκηνοθέτη στο ένθετο του DVD

 

«Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί

από πάνω κόκκινα κι από κάτω κόσκινα»:

έτσι τέλειωναν τα παραμύθια που έλεγαν παλιά οι άνθρωποι. Έτσι τελειώνουν και τώρα αυτά που λένε οι τελευταίοι –ίσως- γέροι παραμυθάδες στον κινηματογραφικό φακό, στο ντοκιμαντέρ που γύρισα στα χωριά των Τρικάλων φέτος το καλοκαίρι, για τον Δήμο Τρικκαίων.

Παραμύθια, για πάντα.

Παραμύθια του κάμπου και των βουνών.

paramythi1Άνθρωποι απλοί, βοσκοί, νοικοκυρές, αγρότες, άνθρωποι αγράμματοι οι περισσότεροι, προικισμένοι όμως με το χάρισμα της αφήγησης, μάς καθηλώνουν και δημιουργούν ταξίδια στο μυαλό μας. Από στόμα σε στόμα, από παππούδες και γιαγιάδες στα παιδιά και στα εγγόνια, οι παραμυθάδες διέσωσαν ιστορίες, παραδόσεις και θρύλους, τραγούδια και στιχάκια που θα είχαν πια χαθεί. Μέσα από τις αφηγήσεις των παραμυθιών που κινηματογραφήσαμε ζωντανεύουν και πάλι η γεωργική και κτηνοτροφική παράδοση του τόπου, τα ζώα και τα φυτά, τα πυκνά δάση και οι μεγάλοι κάμποι, τα μονοπάτια, τα σταυροδρόμια, τα πηγάδια κι οι πηγές, ο κουρνιαχτός του δρόμου και η πρωϊνή ομίχλη, οι πονηρές αλεπούδες και οι αετοί που μιλάνε, οι νεράϊδες, οι δράκοι και οι λάμιες, οι μύλοι και τα καρκατζάλια.

Ένα μεγάλο οδοιπορικό στα παραμύθια λοιπόν, μέσα από το οδοιπορικό των παλικαριών που ξεκινάν να βρουν την τύχη τους ή να κερδίσουν την καρδιά της όμορφης βασιλοπούλας, που συναντούν εμπόδια στο δρόμο, που στέκονται σε τρίστρατα και παίρνουν το μονοπάτι το δύσκολο και «προχωράν και προχωράν…» και φτάνουν σε κόσμους άγνωστους πανέμορφους τρομακτικούς, και περιπλανώνται άσκοπα και ξεστρατίζουν και κοιμούνται όπου βρεθούν και νυχτωθούν. Αρετές του παλιού καιρού, τότε που ο χρόνος κύλαγε αλλιώς, που η βραδύτητα ήταν αρετή, που το θαύμα ήταν εφικτό κι ο στοχασμός θεωρούνταν σοφία -κι όχι χάσιμο χρόνου.

Αρετές και αξίες που φτάνουν πολύ πίσω, στα μεγάλα έπη του Ομήρου, του πρώτου παραμυθά που κατέγραψε τις προφορικές ιστορίες που είχαν φτάσει ως τις δικές του μέρες.

[…]

Γεννήθηκα σ’ αυτήν εδώ την πόλη, τα Τρίκαλα, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο μεταίχμιο δυο εποχών. Ένα μικρό ισόγειο σπίτι που έβγαινε σε μια αυλή, κοινή με άλλους γείτονες. Δίπλα, το ποδηλατάδικο του πατέρα μου. Κι από την άλλη, μια καρβουναποθήκη. Αυτός ήταν όλος μου ο κόσμος. Κόσμος φτωχικός, σκυφτός αλλά περήφανος, όχι σκυμμένος.

[…]

Παντού ακούγαμε παραμύθια. Παραμύθια η μάνα μου στο σπίτι, παραμύθια η μάνα της στο ένα χωριό, παραμύθια ο παππούς, η γιαγιά, οι θείες και οι θειοί μου στο άλλο χωριό, παραμύθια παντού. Παραμύθια στα μικρά παιδιά για να κοιμηθούν ή να λουφάξουν. Παραμύθια για να αντέξουν οι μεγάλοι στις ατέλειωτες ώρες χειρωνακτικής δουλειάς: στο χωράφι, στο δεμάτιασμα του καπνού, στη βοσκή, στα μικρά εργαστήρια, στο άρμεγμα, στον αργαλειό και στα νυχτέρια των γυναικών, στο κάρο που σε πήγαινε, νύχτα ακόμα, στο χωράφι με τα βαμβάκια. Παραμύθια για να περνάει η ώρα στα μακρυνά, ατέλειωτα ταξίδια εκείνου του καιρού.

[…]

Στην προσπάθεια να φτιάξουμε αυτό το ντοκιμαντέρ ξανασυναντήθηκαν οι δρόμοι μας με τους ανθρώπους που τόσα χρόνια συνέχιζαν αθόρυβα το έργο της μελέτης και καταγραφής της παράδοσης.

Και με πολλούς κατοίκους των χωριών του νομού Τρικάλων που βοήθησαν με κάθε τρόπο στην πραγματοποίηση της ταινίας ανοίγοντας αποθήκες, σπίτια, εκκλησίες, μύλους, αχυρώνες, ανοίγοντας την καρδιά τους, ανοίγοντας συνάμα και τις πόρτες στο παραμύθι.

[…]

Το ντοκιμαντέρ Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί δεν αρκείται όμως στην καταγραφή του λόγου και στη διάσωση της προφορικής παράδοσης της περιοχής, δεν αναδεικνύει μόνο τον πλούτο των παραλλαγών πάνω στο ίδιο παραμύθι -από στόμα σε στόμα, από τόπο σε τόπο-, αλλά προσθέτει και κάτι περισσότερο, κάτι που μόνον ο κινηματογράφος μπορεί: φέρνει στο φως τις χειρονομίες του αφηγητή, τις εκφράσεις του προσώπου, τις σιωπές και τις εντάσεις, τη γλώσσα του σώματος. Όλα αυτά ακριβώς τα στοιχεία τα οποία προσδίδουν την δύναμη και την ιδιαιτερότητα στον κάθε παραμυθά. Η ντοπιολαλιά είναι όμορφη στα παραμύθια, ζωντανεύει τις εικόνες που περιγράφουν, ενώ τα εκφραστικά πρόσωπα των γερόντων είναι σαν ένα απέραντο τοπίο που δεν χορταίνεις να παρατηρείς, να θαυμάζεις, να απολαμβάνεις.

Πρόσωπα που, ακούγοντάς τα, μας γεννούν εικόνες στο μυαλό και μας κάνουν να θέλουμε να πούμε ιστορίες κι εμείς, με τη σειρά μας.

Όλοι εμείς, και οι μεγάλοι και τα παιδιά.

Γιατί όλοι θέλουμε να ακούμε παραμύθια κι όλοι μας έχουμε ένα δικό μας παραμύθι να μοιραστούμε.

Οι γιαγιάδες κι οι παππούδες του ντοκιμαντέρ μάς δίνουν το χέρι.

Τι λέτε, θα το πιάσουμε;

 

Βασίλης Λουλές, σκηνοθέτης

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή