Όταν οι πλατείες αφηγούνται Reviewed by Momizat on . ΓΡΑΦΕΙ  Ο ΓΙΑΤΡΟΣ  ΧΡΗΣΤΟΣ  ΓΚΙΜΤΣΑΣ Ηταν μια από τις ημέρες της περασμένης πρωτοχρονιάτικης περιόδου. Τότε που είχε πέσει εκείνο το χιονάκι που ΓΡΑΦΕΙ  Ο ΓΙΑΤΡΟΣ  ΧΡΗΣΤΟΣ  ΓΚΙΜΤΣΑΣ Ηταν μια από τις ημέρες της περασμένης πρωτοχρονιάτικης περιόδου. Τότε που είχε πέσει εκείνο το χιονάκι που Rating: 0

Όταν οι πλατείες αφηγούνται

Όταν οι πλατείες αφηγούνται

ΓΡΑΦΕΙ  Ο ΓΙΑΤΡΟΣ  ΧΡΗΣΤΟΣ  ΓΚΙΜΤΣΑΣ

Χρήστος Γκίμτσας: Μάλλον θέλουν να μας τρελάνουν!

Ηταν μια από τις ημέρες της περασμένης πρωτοχρονιάτικης περιόδου. Τότε που είχε πέσει εκείνο το χιονάκι που μας θύμισε πως ο χειμώνας έχει και ‘’άσπρες’’ ημέρες.

Όπως το είχα συνήθειο, έκανα και εγώ, όπως όλοι μας λίγο  πολύ, την καθημερινή άσκηση, βαδίζοντας  γρήγορα και με ρυθμό, από την Απόλλωνος, μέχρι το πρώτο γυμνάσιο, από το οποίο έχω αποφοιτήσει , και πάλι πίσω.

Ακριβώς στην πλατεία  των Ηρώων Πολυτεχνείου,  άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Κοντοστάθηκα, και να μην πολυλογώ, αυτός που με καλούσε, ήταν  ένας παλιός ασθενής μου, που είχε εμπλακεί κάποτε σε ένα τροχαίο ατύχημα.

Τρόμαξα να τον θυμηθώ, αλλά αυτός ποτέ δεν με είχε ξεχάσει, μια και χρειάστηκαν τρία χειρουργεία μέχρι να τελειώσει ,ευτυχώς καλά, η περιπέτεια του. Πρέπει να ήταν γύρω στα 80 αλλά κρατούσε καλά.

Με χάρηκε ,τον χάρηκα,  και αρχίσαμε να βηματίζουμε αργά στο πλακόστρωτο , που κρατούσε σε κάποια σημεία λίγο χιόνι ακόμα.
Κάποια στιγμή, φτάνοντας στην αρχή της Κονδύλη, ο φίλος κοντοστάθηκε και  μου έδειξε ένα γωνιακό μαγαζί , που κάποτε ήταν το μεγάλο κατάστημα με είδη ρουχισμού,  των  ΄΄Κουτανίτη- Λεβέντη’’.

«Που λες γιατρέ, εδώ και  πολλά  χρόνια ,τέτοιες μέρες, χειμώνα καιρό και με δυό γόνατα χιόνι, έζησα μία ιστορία που δεν θα την ξεχάσω, όσα χρόνια και αν περάσουν. Θέλεις να την ακούσεις;»
Εγνεψα ‘’ναι’’ περισσότερο  για να  μην τον κακοκαρδίσω, παρά από ενδιαφέρον.

«Εγώ γιατρέ» άρχισε να λέει, « από αγροτική οικογένεια προέρχομαι, αν θυμάσαι , και σαν αγρότης πορεύτηκα. Είχαμε ένα μποστάνι εκεί στην περιοχή του Πυργετού, και ότι βγάζαμε από ζαρζαβατικά, ένα μέρος το δίναμε σε  δυο, τρία μανάβικα και τα υπόλοιπα τα φέρναμε εδώ, κάθε Δευτέρα στην λαϊκή αγορά,  με το κάρο και τα απλώναμε σε ένα πάγκο,  λίγο παρακάτω. Γέμιζε κάθε Δευτέρα  αυτός ο δρόμος  μπροστά μας,  από αγρότες, λαχανικά και φρούτα, όλα εποχής, και νοικοκυρές που έρχονταν από νωρίς και  ψώνιζαν.»

»Εδώ ,  έρχονταν κάπου, κάπου, και δύο αδέλφια που  η σκούφια τους κρατούσε από τα χωριά του Ασπροπόταμου.   Εσερναν ένα δίτροχο καρότσι που είχε κρεμασμένη  στο πλάι μία παλάντζα για το ζύγι,  φορτωμένο συνήθως με πορτοκάλια και λεμόνια,  και το άραζαν μπροστά σ’ αυτή την γωνία και πάλευαν και αυτοί για το μεροκάματο».

»Τα δυό  αδέλφια  που λες γιατρέ, ήταν αριστεροί και που τους έχανες , που τους έβρισκες , ως που να βγει ο ένας από την φυλακή , έμπαινε ο άλλος. Ξέρεις τώρα… λόγω  φρονημάτων …»

»Ζούσαν , που να σου πω τώρα, κοντά στην σιδηροδρομική γραμμή, λίγο πριν την Αγία Μονή που τότε ήταν λιβάδια και ερημιά. Μέχρι και πρόβατα έβοσκαν κάποτε, εκεί. Δρόμοι δεν υπήρχαν και αν θυμάμαι καλά, ούτε ηλεκτρικό».
»Λοιπόν στην περιοχή της λαϊκής αγοράς έκανε πιάτσα τότε  ένας χωροφύλακας. Κακός άνθρωπος, σου λέω. Φόβος και τρόμος. Περιπολούσε κουβαλώντας το περίστροφο μέσα σε μια δερμάτινη θήκη ζωσμένη στην μέση του με ένα ζωστήρα, και είχε τρελάνει στο κυνηγητό  όλους τους μικρομαγαζάτορες  της αγοράς. Αλλον γιατί δεν είχε ασβεστώσει το πεζοδρόμιο, άλλον γιατί έβγαλε  μικροπράματα  στο πεζοδρόμιο  και εμπόδιζε την κυκλοφορία, άλλον γιατί έριξε λίγα  απόνερα  στο δρόμο, και εμάς , αν αφήναμε κανένα χαλασμένο ζαρζαβατικό  και δεν το μαζεύαμε, όταν φεύγαμε  αργά το απόγευμα. Τέτοια πράματα. Οι αγριάδες και  τα προστίματα  πήγαιναν και έρχονταν. Πολύ κακός σου λέω. Γλυκιά κουβέντα δεν είχε πει ποτέ σε άνθρωπο.»

»Πρέπει να ήταν χειμώνας του ΄58, τέτοια εποχή. Το χιόνι, ένα μπόι και τα κρούσταλλα  ένα μέτρο, να κρέμονται από τις μαρκίζες. Βγήκαμε, χρονιάρες μέρες στην λαϊκή, βγήκαν και τα δύο αδέλφια με το καρότσι τους φορτωμένο με πορτοκάλια και λεμόνια και άραξαν εδώ μπροστά που ήταν τότε το κατάστημα ‘’Κουτανίτης- Λεβέντης’’, όπως είπαμε».
»Ακριβώς εκεί  τους πέτυχε ο Χωροφύλακας. Τους ζήτησε την άδεια του μικροπωλητή, που τα αδέλφια  όμως δεν είχαν. Σιγά μην  έδιναν τέτοιες άδειες σε αριστερούς, εκείνη την εποχή».
-Αφού το ξέρεις κύριε χωροφύλακα, τόσες φορές ζητήσαμε άδεια και ποτέ δεν μας την έδωσαν, τόλμησε να πει  το ένας από τους δυό.
-Σιγά μην δώσουμε άδειες  σε κάτι παλιοτόμαρα σαν και  εσάς, ήταν η απάντηση».
»Και χωρίς δεύτερη κουβέντα, άρπαξε το καρότσι από την μία πλευρά, το ανασήκωσε και το τουμπάρισε. Γέμισε ο δρόμος  και το χιόνι πορτοκάλια και λεμόνια».
-Και που δεν σας μπαγλαρώνω στην ασφάλεια, το χρωστάτε στις χρονιάρες μέρες που είναι. Μαζέψτε τα και μην σας ξαναδώ εδώ , ήταν τα τελευταία λόγια του χωροφύλακα. Εμείς  παγώσαμε από ότι είδαμε, αλλά τι μπορούσαμε να κάνουμε; Ποιος να μιλήσει τέτοια εποχή; Και έμεινα, πιτσιρικάς τότε, να βλέπω τα αδέλφια να μαζεύουν ένα, ένα τα πορτοκάλια και τα λεμόνια από το χιόνι, να τα φορτώνουν πάλι πάνω στο καρότσι τους και να παίρνουν τον δρόμο της φυγής με το κεφάλι σκυμμένο».

»Πέρασε ο καιρός και  ο ένας αδελφός  πέθανε  αλκοολικός, μερικά χρόνια μετά από εκείνη την φασαρία.  Ο άλλος , μόνος του, έφερνε κάπου,  κάπου το καρότσι με τα  πορτοκάλια , εδώ στην αγορά και προσπαθούσε να βγάλει μεροκάματο ο φουκαράς. Μέχρι που μια μέρα μάθαμε πως είχε μπει στο νοσοκομείο, στα παθολογικά, στο παλιό κτήριο , στο ισόγειο.  Του βρήκαν καρκίνο στο πνευμόνι .

»Μιά μέρα , κατά πως λένε κάποιοι που πήγαν και τον είδαν, έφεραν στο διπλανό του κρεβάτι , έναν που έπασχε από καρδιολογικά. Κάνει έτσι ο δικός μας και τι βλέπει;  Τον χωροφύλακα που είχε γκρεμίσει το καρότσι! Το τι καυγάς έγινε, δεν λέγεται. Τρόμαξαν να τον βγάλουν από τα χέρια του.

Αν δεν προλάβαιναν οι νοσοκόμες και οι γύρω, θα τον είχε στραγγαλίσει. Τους  έβαλαν σε διαφορετικά δωμάτια χωρίζοντας τους, και σταμάτησε η φασαρία εκεί. Η  ιστορία  τους όμως, τελείωσε μετά από καμιά δεκαριά ημέρες. Πέθαναν και οι δύο, εκεί στα ‘’παθολογικά’’ του παλιού νοσοκομείου  γιατί το καινούργιο, εκεί που με  νοσήλεψες , δεν είχε χτιστεί  ακόμα.»

»Αυτά που λες γιατρέ. Και από τότε δεν λέω να ξεχάσω αυτή την ιστορία, λες και καρφώθηκε μέσα μου και πάντα θέλω να την λέω», συμπλήρωσε με ένα μικρό αναστεναγμό.
» Πάντως χάρηκα πολύ που σε συνάντησα και τα είπαμε».
Είχαμε προχωρήσει,  βρισκόμαστε στην αρχή ης Κονδύλη, και ο φίλος  στάθηκε μπροστά σε ένα ζαχαροπλαστείο.

« Γιατρέ, εδώ θα σ’ αφήσω. Υποσχέθηκα στα εγγόνια μου κορνέδες, και αυτό το ζαχαροπλαστείο κάνει τους καλύτερους σ’ όλη στην πόλη. Πραγματικά,  χάρηκα πολύ που σε είδα και τα είπαμε».

Χωρίσαμε  και εγώ συνέχισα την διαδρομή μου με στόχο το πρώτο γυμνάσιο. Αυτή η ιστορία που άκουσα, μου έφερε ένα σφίξιμο στην καρδιά, και μέσα στο νου μου καρφώθηκε σαν φωτογραφία, η εικόνα του αναποδογυρισμένου καροτσιού.

Λίγο παρακάτω, στην μέση της διαδρομής, μου ήλθε εκείνη η σκέψη. Πως εκεί στα ‘’παθολογικά’’ του παλιού νοσοκομείου είχε κλείσει μια ακόμα σελίδα του Ελληνικού εμφυλίου.

Christos.gim@gmail.com

Φωτο

1.  Η αρχή της οδού Κονδύλη και πίσω ακριβώς η πλατεία που σήμερα λέγεται  ‘’Ηρώων Πολυτεχνείου’’.  Προπολεμική φωτογραφεία από το αρχείο του Σ. Κύρμπα.
2.Χωροφύλακες. Επίσης προπολεμική φωτογραφία από το αρχείο του Σ. Κύρμπα.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή