"Δημοσιογραφία είναι να δημοσιεύεις αυτά που κάποιος άλλος δεν θέλει να δημοσιευθούν." - Τζορτζ Όργουελ

39.2 C
Trikala

Έπεσαν οι αφίξεις των τουριστών και η χρονιά δεν θα βγει όπως φαντάζονταν όλοι

lafarm

Σχετικά άρθρα

Έπεσαν λέει οι αφίξεις των τουριστών και η χρονιά δεν θα βγει όπως φαντάζονταν όλοι. Εγώ θα έλεγα να το πάρουμε το έργο από την αρχή. Δεν θα βγει γενικώς. Τίποτα δεν βγαίνει που έχει αυτή την πίεση και τον εξαναγκασμό.
Έζησα τον τουρισμό με ανθρώπινο πρόσημο. (Όχι το 1950 μα το ’80 και αρχές ’90!) Που δεν ζούσαμε για να εξυπηρετούμε τους τουρίστες. Απλά κάναμε τη δουλειά μας. Δεν ανοίγαμε τις Κυριακές ούτε μέναμε ανοιχτά μέχρι τα ξημερώματα.
Δεν υπήρχαν μπιτσόμπαρα με ξαπλώστρες να καταλαμβάνουν τις παραλίες, ούτε παντού εστιατόρια και μπαρ. Δεν σνομπάραμε τον Έλληνα τουρίστα και οι περισσότεροι κάναμε αξιοπρεπώς μια δουλειά σε τουριστικό μέρος. Τελεία.
Δεν χρειαζόταν να κάνουμε τους καραγκιόζηδες ούτε να στήνουμε μαγαζιά για κάθε εθνικότητα. Και τότε η Μύκονος ήταν πιο ακριβή, μα κρατούσε κάτι αυθεντικό. Στην Κέρκυρα που έζησα εγώ, οι παραλίες ήταν ελεύθερες, δεν είχαν αποκλείσει τεράστιες ξενοδοχ. μονάδες την πρόσβαση στην παραλία.
Ακόμη και τα ακριβά ξενοδοχεία είχαν συνάρτηση τιμής και ποιότητας. Τα clubs ήταν όντως μυθικά. Όπως η Bora Bora πχ. Γιατί απλά τα έφτιαχναν άνθρωποι με κέφι και γούστο για να περνάν και οι ίδιοι καλά. Δεν φτιάχνονταν για Άραβες νεόπλουτους με στόχο μόνο το υπερκέρδος. Δεν ήταν όλα ξεπουλημένα και δήθεν. Δεν υπήρχε ανάγκη να είσαι brand.
Η δουλειά σου σε έκανε και η ποιότητα. Και ο τόπος. Ο “Τρύπας” ήταν ένα μπακάλικο ταβέρνα που έτρωγες καταπληκτικά από χαβιάρι μπελούγκα, μέχρι και κόκορα παστιτσάδα με χοντρό μακαρόνι, κάτω από σκονισμένα ράφια με μπουκάλια και παλιές κονσέρβες και δίπλα σου μπορεί να έτρωγε ο Ανιέλι, σε ένα μαγαζί μια σταλιά που έρχονταν από την άλλη ακρη του κόσμου για να φάνε.
Στου “Φίλιππα” την οικογ. Ταβέρνα διασκέδαζε η Χριστίνα Ω.τρώγοντας χωριάτικη, κανονική και όχι αποδομημένη. Αυτή ήταν η μαγεία αυτής της χώρας. Η αυθεντικότητα και η απλότητα της. Δεν θυμάμαι ποτέ Δεκαπενταύγουστο να είμαστε ανοιχτά κι ας ήταν μέσα στη σεζόν.
Στο ” Μιραμαρε” τρώγαμε πάνω στο γκαζόν στα φέρ φορζέ τραπέζια με τα γκαρσόνια με τα λευκά σακάκια να σερβίρουν, χωρίς να δίνεις μια περιουσία, χαιρετώντας την κυρία Πατρονικόλα, την ιδιοκτήτρια, στο διπλανό μόνιμο τραπέζι της. Κι ας ήταν λίγο παλιομοδίτικο αυτό.
Αυτή ήταν και η ομορφιά του. Δεν ήταν υποχρεωτικό να αποπνέουν όλα καινουργία πολυτέλεια και τρεντιά! Στον “Ζήσιμο” στην πλατεία έτρωγες τη γνωστή ποικιλία και τα παγωτά που παρέμεναν τα ίδια για χρόνια, σταθερά σε ποιότητα και τιμές. Δεν χρειαζόσουν σεβίτσε και σούσι! Υπήρχαν παραλίες παρθένες, άχτιστες, ήσυχες. Δεν έκαναν όλοι τα σπίτια τους airbnb. Τα ζούσαν οι ίδιοι.
Σε αυτή τη χώρα που από μόνη της είναι brand, νομίζω πως πρέπει να ξαναγυρίσουμε στα βασικά, χωρίς φιοριτούρες και φύκια για μεταξωτές κορδέλλες. Αλλιώς την κάτσαμε τη βάρκα. Και τώρα πια θα είναι ολοκληρωτικό το βούλιαγμα. Ποιότητα και μέτρο απέναντι στην ασυδοσία του “δήθεν” και το ξεπούλημα στη μαζικότητα.
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Η φώτο είναι από τον “Τρύπα”. Τον πρόλαβα τον γέρο Τρύπα. Να μου κάνει μαγικό αφέψημα με σύκο και οινόπνευμα, σε μπρίκι σε καμινέτο, γιατί είχα σκάσει από το φαί.
Οι άνθρωποι κάνουν τους τόπους και οι άνθρωποι τους ξεκάνουν.
Nίκος Σταματιάδης 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Δείτε επίσης