Αδιέξοδο; Reviewed by Momizat on .   Αν θέλαμε, νομίζω, να περιγράψουμε μονολεκτικά την κατάσταση που βιώνει η ελληνική κοινωνία, αυτόν τον κακό Φεβρουάριο του 2016, η λέξη του τίτλου είναι   Αν θέλαμε, νομίζω, να περιγράψουμε μονολεκτικά την κατάσταση που βιώνει η ελληνική κοινωνία, αυτόν τον κακό Φεβρουάριο του 2016, η λέξη του τίτλου είναι Rating: 0

Αδιέξοδο;

Αδιέξοδο;

 

Αν θέλαμε, νομίζω, να περιγράψουμε μονολεκτικά την κατάσταση που βιώνει η ελληνική κοινωνία, αυτόν τον κακό Φεβρουάριο του 2016, η λέξη του τίτλου είναι η καταλληλότερη: Αδιέξοδο.

Αδιέξοδο και αίσθημα ασφυξίας, πνιγμού καλύτερα.

Οι ιστορίες επιτυχίας, που επιχειρείται να εκπεμφθούν από την κυβέρνηση, θα συνιστούσαν απλές αστειότητες, υπό άλλες συνθήκες. Ετσι κι αλλιώς, είμαι βέβαιος, δεν τις πιστεύει κανείς σοβαρός άνθρωπος, ακόμη κι ανάμεσα σε όσους πρωταγωνιστικά υλοποιούν τη μνημονιακή πολιτική.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, καμιά προσπάθεια αποδόμησής τους, στο μέτρο που ο ΣΥΡΙΖΑ, πριν γίνει κυβέρνηση, επί πέντε χρόνια τις είχε συντριπτικά απονομιμοποιήσει.

Η Ελλάδα δεν πρόκειται κανέναν να εκπλήξει «αναπτυξιακώς» μέσα στο 2016 κι ας το ισχυρίζεται όσο θέλει ο πρωθυπουργός. Δεν το πιστεύει ούτε ο ίδιος. Απλώς, κάνει ό,τι και οι προηγούμενοι, εκκινώντας από τον Παπανδρέου και τον Παπακωνσταντίνου, σύμφωνα με τους οποίους θα επιστρέφαμε στις αγορές το 2011.

Οι ίδιες πάντα καθεστωτικές ιστορίες με το ίδιο προβλεπόμενο τέλος, νομίζω: Τίποτε δεν βγαίνει σε ό,τι αφορά τους διακηρυγμένους στόχους, αλλά στους λανθάνοντες (εσωτερική υποτίμηση, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, αναδιανομή –αντικειμενικά– υπέρ των πλούσιων) η επιτυχία ξεπερνάει και την πιο αχαλίνωτη φαντασία.

Αδιέξοδο, λοιπόν.

Για την κυβέρνηση, η οποία όλο και περισσότερο θα γίνεται παίγνιο –αυτή, που τόσο επένδυσε, κάποια στιγμή, σε ειδικούς της Θεωρίας Παιγνίων- μεταξύ των κοινωνικών αντιδράσεων, των «νόμιμων», βάσει των υπογεγραμμένων, απαιτήσεων των εταίρων και του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, που καθορίζεται όλο και περισσότερο από τη νέα όξυνση της συνεχιζόμενης καπιταλιστικής κρίσης.

Αδιέξοδο, όμως, κυρίως για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, η οποία επιχειρεί να αντιδράσει, χωρίς ακόμη να ξέρει πώς, στην όλο και μεγαλύτερη επιδείνωση της ζωής της μέσα, όμως, σε συνθήκες πολύ σκοτεινές, πραγματικά ζοφερές.

Και οι οποίες διαμορφώθηκαν κατ’ εξοχήν μετά τη θερινή… ψυχρολουσία, όταν ο μονόδρομος εγκαθιδρύθηκε, όχι μόνον ως υλική πραγματικότητα, αλλά και ως αδήριτη αναγκαιότητα της σκέψης. Η παρέκκλιση από αυτό σήμαινε, πια, έλλειψη σοβαρότητας, μαξιμαλισμό και ανεύθυνο βολονταρισμό στην καλύτερη περίπτωση, παθολογική αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας και των «συσχετισμών».

Με αυτά και με αυτά, με την επίκληση του αρνητικού συσχετισμού κυρίως, διαμορφώθηκε ο αρνητικότερος δυνατός συσχετισμός. Είχαμε, δηλαδή, λήψη του ζητουμένου από επιστημολογική άποψη, αυτοεκπληρούμενη προφητεία από πολιτική. Κατασκευάσαμε τον αρνητικό συσχετισμό μέσα από την επίκλησή του.

Να το πω αλλιώς: Ενώ το καλοκαίρι η επιλογή της άρνησης της δολοφονικά νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ασκείται στη χώρα μας μπορούσε να βασιστεί –και, κατόπιν να ενδυναμώσει– σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων, με όλες τις ευκαιρίες και τις διακινδυνεύσεις,που κάτι τέτοιο θα σήμαινε, σήμερα η κατάσταση θυμίζει άτακτα σώματα.

Στο μέτρο που το πολιτικό σχέδιο της απαλλαγής από τα μνημόνια αναιρέθηκε –και με τον τρόπο που έγινε–, η πολιτική αναξιοπιστία, η αντιπολιτική, η απόσυρση από το πολιτικό ήταν εύκολο να γίνει η νέα κανονικότητα. Χρήσιμη στο καθεστώς, η πιο μεγάλη νίκη του.

Γιατί, όμως, να μιλάμε για αδιέξοδο λίγες μέρες μετά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις της προηγούμενης εβδομάδας; Δεν σημαίνουν αυτές, ίσως, την εκκίνηση μιας νέας περιόδου αντίστασης στις ασκούμενες πολιτικές, το άνοιγμα ενός, μικρού έστω αλλά πραγματικού, παράθυρου για να ξανάρθει η ελπίδα;

Μπορεί να είναι κι έτσι. Με μια αναγκαία προϋπόθεση: πως όσοι στην Αριστερά συνεχίζουν να επενδύουν σε μια ριζοσπαστική προοπτική, θα είναι πιο σαφείς και ευκρινείς από ό,τι την προηγούμενη φορά. Δεν θα κρύβουν λόγια, δεν θα είναι «ευρείς» και «παλλαϊκοί».

Θα λένε την αλήθεια, ακόμη κι αν δεν είναι άμεσα συμφέρουσα – ποντάροντας, μόνο στο ότι είναι επαναστατική.

Θέλω να πω, δεν θα λένε πως θα καταργήσουν τον ΕΝΦΙΑ και θα βάλουν ατομικό αφορολόγητο 450.000 ευρώ. Αλλά θα εξηγούν, αντιδημοφιλώς, πως δεν κέρδισαν από την κρίση μόνο 50 οικογένειες.

Θα χαίρονται για τη μεγάλη συμμετοχή στην κινητοποίηση της 4ης Φεβρουαρίου, αλλά δεν θα ξεχνούν πως πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, από όσους έκλεισαν μαγαζιά και βιοτεχνίες δεν πληρώνουν στην ώρα τους, ή δεν πληρώνουν και καθόλου, τους εργάτες και τους υπαλλήλους τους.

Δεν θα ξεχνούν πως οι ίδιοι έχουν κάνει θεσμό τις απλήρωτες υπερωρίες και τη μαύρη κι άραχλη εργασία – πολλοί δε αξιοποιούν, όσο δεν παίρνει, τα μνημονιακά «επιτεύγματα» στο εργασιακό δίκαιο και την απειλή της ανεργίας για να τρομοκρατούν ασύστολα.

Θα επιδιώκουν κλιμακωτή και προοδευτική φορολόγηση και δεν θα χαϊδεύουν τον πουζαντισμό[1], που «εξεγείρεται» εναντίον της φορολόγησης των νοικοκυραίων ιδιοκτητών, γενικώς.

Μόνο έτσι, η κίνηση του κόσμου μπορεί να ξαναγεννήσει ελπίδα και να άρει το ασφυκτικό αδιέξοδο.

Μπορεί, ίσως. Σίγουρα, πάντως, η παραμικρή δόση δημαγωγίας είναι καταστροφική.

Η Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι αντιδημαγωγική. Γι’ αυτό, συχνά, θα γίνεται αντιδημοφιλής.

[1] Από τον μεγαλομπακάλη Πουζάντ, που ηγήθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του ’50 της αντιφορολογικής «εξέγερσης» των ιδιοκτητών όλων των ποικιλιών μέσα από το Κίνημα Υπερασπίσεως Εμπόρων και Βιοτεχνών

Συντάκτης:
Χρήστος Λάσκος

* οικονομολόγος-εκπαιδευτικός

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή