Αλλο το παράδειγμα της Αργεντινής του 1991 και άλλο της Ελλάδος του 2000 Reviewed by Momizat on . Ορισμένοι υποστηρίζουν πως το παράδειγμα της Ελλάδας μετά την ένταξή της στο ευρώ έχει πολλές ομοιότητες μ' εκείνο της Αργεντινής το 1991, όταν αποφασίστηκε από Ορισμένοι υποστηρίζουν πως το παράδειγμα της Ελλάδας μετά την ένταξή της στο ευρώ έχει πολλές ομοιότητες μ' εκείνο της Αργεντινής το 1991, όταν αποφασίστηκε από Rating: 0

Αλλο το παράδειγμα της Αργεντινής του 1991 και άλλο της Ελλάδος του 2000

Αλλο το παράδειγμα της Αργεντινής του 1991 και άλλο της Ελλάδος του 2000

Ορισμένοι υποστηρίζουν πως το παράδειγμα της Ελλάδας μετά την ένταξή της στο ευρώ έχει πολλές ομοιότητες μ’ εκείνο της Αργεντινής το 1991, όταν αποφασίστηκε από τον πρόεδρό της Κάρλος Μένεμ να κλειδώσει την ισοτιμία του νομίσματος (πέσος) της χώρας του με το δολάριο.

Ο Μένεμ θεώρησε ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον υπερπληθωρισμό που είχε γονατίσει τη χώρα. Προς το σκοπό αυτό, ανέθεσε στον εκσυγχρονιστή οικονομολόγο Ντομίνγκο Καβάλο να προχωρήσει ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα μείωνε τον πληθωρισμό και θα καθιστούσε την οικονομία της Αργεντινής ανταγωνιστική. Η συνταγή αυτή απέδωσε. Γιατί ο υπερπληθωρισμός, κατ’ αρχάς, μόνον με μέτρα περιοριστικά μπορεί να τιθασευθεί. Εφαρμόστηκε επίσης και ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Ετσι, η χώρα κατάκτησε την εμπιστοσύνη των αγορών και άρχισε να ορθοποδεί. Κατά περίεργο τρόπο, όμως, έπειτα από λίγα χρόνια η πολιτική αυτή χαλάρωσε, ενώ ακόμα και το ΔΝΤ είχε αρχίσει όλα αυτά τα χρόνια να «κάνει τα στραβά μάτια». Ετσι, η χώρα ξανακύλησε στην προηγούμενη κατάσταση της κρίσης.

Η περίπτωση της Ελλάδας είναι διαφορετική. Η χώρα μας δεν είχε υψηλό πληθωρισμό. Αντιμετωπίζει, ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες δημοσιονομικά και διαρθρωτικά προβλήματα, υψηλό δημόσιο χρέος, αδυναμίες στον παραγωγικό της ιστό και έντονες δυσκαμψίες στο δημόσιο τομέα. Θα έπρεπε, συνεπώς, να εφαρμοστεί μια διαφορετική πολιτική, που θα στόχευε σε μια ριζοσπαστική αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα, στις αναγκαίες και παραγωγικές για τη χώρα ιδιωτικοποιήσεις και στη θέσπιση ενός δίκαιου και αποδοτικού φορολογικού συστήματος. Παράλληλα θα έπρεπε να προωθηθεί μια πολιτική ελεγχόμενου («έρποντα») πληθωρισμού, ο οποίος θα «διάβρωνε» βαθμιαία ένα μέρος του χρέους. Ετσι, άλλωστε, θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει και ολόκληρη η Ευρώπη την επερχόμενη ύφεση.

Οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν επιτυχώς την κρίση ενισχύοντας την οικονομία τους με πρόσθετους χρηματικούς πόρους. Ανάλογη αγωγή θα έπρεπε να χορηγηθεί και στον εντεύθεν του Ατλαντικού ασθενή, δηλαδή την Ευρώπη, η οποία δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα πληθωρισμού, αλλά ύφεσης, η οποία δεν αντιμετωπίζεται με «φάρμακα», όπως είναι οι νομισματικοί περιορισμοί και η λιτότητα, που ανακυκλώνουν το πρόβλημα. Στην κρίσιμη, ιστορική στιγμή βρέθηκε στο τιμόνι της Ευρώπης η «προτεσταντική» Γερμανία με τις τιμωρητικές της διαθέσεις και τους ψυχολογικούς της ψυχαναγκασμούς για τον πληθωρισμό, κατάλοιπο εν πολλοίς της Βαϊμάρης. Η χώρα αυτή, που ποτέ δεν αποκολλήθηκε από τις κυριαρχικές της στοχεύσεις, επέβαλε ένα αυστηρό αντιπληθωριστικό πρόγραμμα στην Ευρώπη, μ’ αποτέλεσμα ολόκληρη η ήπειρος ν’ αντιμετωπίσει οξύ πρόβλημα ύφεσης. Δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Ενωση συνεχίζει ν’ ακολουθεί αυτή τη «λάθος συνταγή».

Το πρόβλημα, ωστόσο, σήμερα δεν είναι ο αποπληθωρισμός, αλλά η ρευστότητα, η οποία θα μπορούσε να αναθερμάνει την οικονομία και ν’ αντιμετωπίσει με ανάπτυξη το πρόβλημα του χρέους της. Μέχρι το 2009, λοιπόν, υπήρχε ρευστότητα στην ελληνική οικονομία με την αναχρηματοδότηση, βέβαια, του παλιού χρέους από το νέο και η ελληνική οικονομία εξελισσόταν ομαλά. Γιατί το συνολικό χρέος αντιμετωπιζόταν μέσα από σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης. Είναι αλήθεια πως σε στιγμές ευημερίας θα πρέπει ν’ αποφεύγονται οι πολιτικές παροχών, που δημιουργούν «φούσκες», ελλείμματα και χρέη. Σε τέτοιες περιόδους η συνταγή είναι το οικονομικό «νοικοκύρεμα» και η φροντίδα από μελλοντικούς κραδασμούς. Δυστυχώς, οι χώρες του Νότου της Ευρώπης δεν ακολούθησαν αυτή την αρχή κατά την περίοδο της ευημερίας τους. Γι’ αυτό και τώρα πληρώνουν το «λογαριασμό» της ανέμελης εποχής της αφθονίας.

Πολλοί συγγραφείς και έγκυροι αναλυτές επιμένουν να υποστηρίζουν πως η σημερινή παγκόσμια συστημική κρίση οφείλεται είτε σε δημοσιονομικές υπερβάσεις των επί μέρους κρατών (εδώ συγκαταλέγεται και η Ελλάδα) είτε σε υπερχρεώσεις των τραπεζών τους, όπως συνέβη με την περίπτωση της Ιρλανδίας, αλλά και της Ισλανδίας. Ο ισχυρισμός αυτός, σ’ ένα βαθμό, είναι ακριβής. Γιατί, πράγματι, ορισμένες χώρες παρεξέκλιναν από τη «δημοσιονομική πειθαρχία», που επιβαλλόταν από την οφειλόμενη χρηστή οικονομική διαχείριση. Ετσι συνέβη και με τη χώρα μας. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του ελληνικού χρέους δεν διογκώθηκε από την υπαρκτή «δημοσιονομική απειθαρχία» μας, αλλά από ένα πλήθος άλλων λόγων.

Καταθέτουμε, ενδεικτικά, ορισμένες από τις αιτίες που προκάλεσαν το δημοσιονομικό εξοστρακισμό της οικονομίας μας: τα υψηλά επιτόκια, ο ακριβός δανεισμός με τοκογλυφικούς ανατοκισμούς, η νομισματική ακαμψία λόγω του σκληρού νομίσματος (ευρώ) (που καθιστούσε τη χώρα μας μη ανταγωνιστική, μ’ αποτέλεσμα να έχει και αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών τα τελευταία χρόνια), οι συναλλαγές και προμήθειες βιομηχανικών προϊόντων, εξοπλιστικού υλικού κλπ., με επαχθείς όρους από ισχυρά κράτη (κυρίως από τη Γερμανία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Siemens και τα υποβρύχια). Στις περιπτώσεις αυτές, η Ελλάδα δανειζόταν ακριβό χρήμα (επιτόκια υψηλά) για ν’ αγοράσει από τις χώρες αυτές τα προϊόντα τους. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις ήταν επόμενο να εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη το χρέος της. Αυτό, ωστόσο, θα μπορούσε να συγκρατηθεί σε διαχειρίσιμα και βιώσιμα επίπεδα, αν δεν επιβαλλόταν από τη Γερμανία μια προτεσταντική τιμωρητική ηθική, η οποία οδήγησε στην ουσιαστική μας πτώχευση. Ετσι, η χώρα αυτή, μαζί με τη Γαλλία του Σαρκοζί, διέσωσαν μεν τις δικές τους τράπεζες, που κρατούσαν ελληνικά ομόλογα, αλλά οδήγησαν την Ελλάδα «στα βράχια».

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή