Αντιπαράθεση αιρετών ΠΥΣΔΕ – Δ/νσης Β/θμιας Τρικάλων για επιλογή στελέχους της εκπαίδευσης Reviewed by Momizat on .  Υπάρχει, τελικά αντικειμενική αξιολόγηση στην εκπαίδευση;   Η αξιολόγηση είναι μια πολύ όμορφη λέξη. Σύγχρονη και της μόδας, ικανή να κάνει, όλους όσοι επ  Υπάρχει, τελικά αντικειμενική αξιολόγηση στην εκπαίδευση;   Η αξιολόγηση είναι μια πολύ όμορφη λέξη. Σύγχρονη και της μόδας, ικανή να κάνει, όλους όσοι επ Rating: 0

Αντιπαράθεση αιρετών ΠΥΣΔΕ – Δ/νσης Β/θμιας Τρικάλων για επιλογή στελέχους της εκπαίδευσης

Αντιπαράθεση αιρετών ΠΥΣΔΕ – Δ/νσης Β/θμιας Τρικάλων για επιλογή στελέχους της εκπαίδευσης

 Υπάρχει, τελικά αντικειμενική αξιολόγηση στην εκπαίδευση;

 

Η αξιολόγηση είναι μια πολύ όμορφη λέξη. Σύγχρονη και της μόδας, ικανή να κάνει, όλους όσοι επιδιώκουν το «χάος», να προσπαθούν να βρουν επιχειρήματα να την αντικρούσουν.

Στην περίπτωση της κάλυψης της θέσης του προϊσταμένου Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων, η λέξη – και η έννοια, φυσικά – δημιουργεί προβλήματα, ακόμη και σε όσους την υπερασπίζονται.

Διότι, όπως διαμαρτύρεται εκπαιδευτικός και δημοσίως έχουν εκφράσει οι αιρετοί του ΠΥΣΔΕ στα σχολεία (Συλλόγους Διδασκόντων) και στην ΕΛΜΕΤ, υπήρξε απόφαση του οργάνου, «καταπατώντας τα εργασιακά δικαιώματα συναδέλφων» , ενώ «λειτούργησε και κατά τρόπο αντιδεοντολογικό και την άποψή μας παραβιάζοντας τις κείμενες διατάξεις». Οι κατηγορίες είναι ευθείες. Και, ταυτοχρόνως, καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει ένα σαφές πλαίσιο, που να προστατεύει την αντικειμενικότητα.

 

Του Θανάση Μιχαλάκη

 

Τι συνέβη, όμως; Στα τέλη του 2013 έμεινε κενή η συγκεκριμένη θέση. Τουλάχιστον δέκα εκπαιδευτικοί υπέβαλλαν αίτηση κάλυψής της, μετά τη σχετική προκήρυξη, και προκρίθηκε ο ένας. Ενας αποκλεισθείς όμως, βάσει των όσων αναφέρουν οι αιρετοί κ. Βαρσάνης και Κίτος, διέθετε περισσότερα προσόντα και «εφόδια», κατέθεσε ένσταση, αλλά δεν έγινε δεκτή. Φήμες, δε, ανεπιβεβαίωτες όμως, αναφέρουν ότι είναι πιθανό το ενδεχόμενο προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια. Αλλά το πρόβλημα είναι αυτό που οι δικηγόροι ονομάζουν «διασταλτική ερμηνεία» των σχετικών διατάξεων. Διότι, ενώ στις λοιπές διαδικασίες πλήρωσης θέσεων στελεχών της εκπαίδευσης, προβλέπεται μοριοδότηση με συγκεκριμένα κριτήρια, για τη συγκεκριμένη θέση, υπάρχει μια απλή περιγραφή. Βάσει του άρθρου 15 του νόμου 3848/10, προσμετρώνται μεν τα κριτήρια, αλλά χωρίς συγκεκριμένη μοριοδότηση. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα κριτήρια: «η προσωπικότητα και η γενική συγκρότηση του υποψηφίου και, κυρίως, η ικανότητα του υποψηφίου να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να επιλύει προβλήματα (διδακτικά, διοικητικά, οργανωτικά, λειτουργικά κ.λπ.), να δημιουργεί κατάλληλο παιδαγωγικό περιβάλλον και να εμπνέει τους εκπαιδευτικούς στην άσκηση των καθηκόντων τους».
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να «μετρήσει» τι σημαίνει κάθε μια τέτοια προϋπόθεση; Η πλειοψηφία του ΠΥΣΔΕ, υπονοούν οι αιρετοί του κλάδου.

Διότι, ουσιαστικά, δεν επελέγη ένας υποψήφιος με διδακτορικό στον κλάδο του (Ιστορία) και όχι στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης, αλλά, όπως αναφέρουν οι αιρετοί, «διαθέτει πιστοποιητικό παρακολούθησης απολύτως σχετικού σεμιναρίου από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας». Ο επιλεγείς, ομοίως δεν κατέχει διδακτορικό, αλλά μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Master στην Πληροφορική. Επίσης, ο επιλεγείς υπηρέτησε επί πέντε μήνες στα γραφεία της Διεύθυνσης, αλλά ο αποκλεισθείς είχε τρία χρόνια θητεία ως προϊστάμενος σε υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας. Ενώ ως προς την προϋπηρεσία στην εκπαίδευση, διαθέτει έξι χρόνια περισσότερη. Στη δε γνώση ξένων γλωσσών, ο μη επιλεγείς διαθέτει γνώση σε τρεις: τη Γερμανική σε άριστο επίπεδο και την Αγγλική και Γαλλική σε καλό επίπεδο, ενώ ο επιλεγείς, την Αγγλική σε άριστο επίπεδο. Επίσης, ο μη επιλεγείς διαθέτει την απαιτούμενη πιστοποίηση στις νέες τεχνολογίες (επιπέδου Ι στις Τ.Π.Ε.), ενώ ο επιλεγείς, το προαναγραφέν μεταπτυχιακό.

Αυτά, όμως, τα στοιχεία, καθώς δεν περιγράφονται στον νόμο, δεν λήφθηκαν υπ’ όψιν, αναφέρουν οι αιρετοί. Και άρχισε από κει και πέρα, μια ανταλλαγή απόψεων δημοσίως. Τμήμα των εγγράφων αναδημοσιεύουμε, προκειμένου να εξαχθεί σαφής άποψη. Εχει, όμως, σημασία, να φανεί η επιχειρηματολογία της Διεύθυνσης, η οποία, ουσιαστικά, δεν μένει στα προσόντα, αλλά παρουσιάζει τα στοιχεία με βάση εκτιμήσεις. Όπως, για παράδειγμα, ότι ήταν καλή η συνεργασία το πεντάμηνο που ο επιλεγείς υπηρέτησε στα γραφεία της Διεύθυνσης. Επομένως, τίθεται το ερώτημα: η αξιολόγηση, αν θεωρηθεί ότι φτάνει στην επιμέτρηση στοιχείων μετρήσιμων, είναι αρκετή; Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν κι άλλα, «μη μετρήσιμα» στοιχεία; Δηλαδή, αν ένας διαθέτει άπειρα διδακτορικά αλλά είναι εριστικός ως εκπαιδευτικός, «πρέπει» να επιλέγεται; Αυτός είναι ένας φαύλος κύκλος που προκύπτει από την αξιολόγηση. Διότι, ακόμη και η συνέντευξη για τις θέσεις διευθυντών σχολείων ή προϊσταμένων διευθύνσεων εκπαίδευσης, έχει πολλάκις λοιδωρηθεί και κατηγορηθεί (πολλά τα παραδείγματα την προηγούμενη δεκαετία στα Τρίκαλα, που μάλιστα είδαν και το φως της δημοσιότητας, με διαμαρτυρίες εκπαιδευτικών). Επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η αξιολόγηση αυτή καθ’ αυτή ή τα μετρήσιμα στοιχεία. Αλλά συνολικώς η αντίληψη για τη λειτουργία της εκπαίδευσης, και σε διοικητικό επίπεδο. Αυτό, φυσικά, είναι ένα θέμα κατ’ εξοχήν πολιτικό και σχετιζόμενο με τις θέσεις καθενός.

 

Ακολουθεί η ανταλλαγή των απόψεων και η έκφραση θέσεων της Δ/νσης και των δύο αιρετών, περιληπτικά, αφού ήδη αυτά έχουν δημοσιοποιηθεί – άρα δεν είναι προσωπικά δεδομένα – στους εκπαιδευτικούς:

 

 Το πρώτο κείμενο

Στις 26 Ιανουαρίου, λίγες ημέρες μετά τη συνεδρίαση του ΠΥΣΔΕ (17 Ιανουαρίου, – 38η συνεδρίαση) όπου επελέγη ο ένας υποψήφιος, τα δύο αιρετά μέλη διακίνησαν κείμενο, στο οποίο αναφερόταν:

«Προτείναμε να υπάρξει άτυπη μοριοδότηση με τα κριτήρια που προβλέπονται για την επιλογή διευθυντών. Στη συνέχεια να τοποθετηθεί όποιος έχει τα περισσότερα μόρια με περιγραφικό τρόπο μιας και δεν προβλέπεται  από το σχετικό νόμο (3848/2010) μοριοδότηση . Επιμέναμε φορτικά επισημαίνοντας ότι το κύρος του συμβουλίου θα πρέπει να διαφυλαχθεί με αποφάσεις διάφανες. Πόσο μάλλον όταν για πρώτη φορά εδώ και χρόνια διεκδικούσαν τη θέση τόσοι πολλοί συνάδελφοι. Για την επιλογή που έγινε ακολούθησε ένσταση  συναδέλφου καθώς και αίτηση ενός ακόμη  για να του δοθούν τα πρακτικά του συμβουλίου. Στη συνεδρίαση της Πέμπτης  23 Ιανουαρίου (39η συνεδρίαση) η πλειοψηφία του ΠΥΣΔΕ (με άλλη σύνθεση αυτή τη φορά) απέρριψε την ένσταση του συναδέλφου». 

Και συνέχισαν οι αιρετοί:

«Επισημάναμε ότι:

–         Δεν είναι δυνατόν νε θεωρεί η πλειοψηφία του ΠΥΣΔΕ ότι η επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση και το επίπεδο σπουδών   των υποψηφίων  είναι περίπου η ίδια όταν ο ένας  έχει μεταπτυχιακό και ο άλλος διδακτορικό , συγγραφικό έργο, επιστημονικές δημοσιεύσεις κλπ.

–         Δεν μπορεί να μην λαμβάνονται υπόψη τα χρόνια υπηρεσίας  όταν μάλιστα ο ενιστάμενος έχει 6 περισσότερα από τους άλλους.

–         Δεν μπορεί να αγνοείται η πιστοποιημένη διοικητική προϋπηρεσία  με το επιχείρημα ότι η υπηρεσία στην οποία αποκτήθηκε «δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο» !

–         Η πιστοποιημένη γνώση τριών ξένων γλωσσών δεν μπορεί παρά να υπερτερεί της  άριστης γνώση της μιας.

–         Δεν μπορεί η πλειοψηφία του ΠΥΣΔΕ να δέχεται το επιχείρημα του Διευθυντή ότι με συγκεκριμένο μόνο υποψήφιο μπορεί να συνεργαστεί διότι με αυτόν συνεργάστηκε καλά έως τώρα».

 

Η αντίδραση της Διεύθυνσης

Λίγες ημέρες μετά, στις 11 Φεβρουαρίου, η Δνση Β/θμιας Εκπαίδευσης Τρικάλων απαντά με δελτίο Τύπου. Σε αυτό, ουσιαστικά επιχειρείται η αποδόμηση των κατηγοριών.

Αναφέρεται στα τυπικά της επιλογής, ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν τα εξής κριτήρια:

«…Βασικό κριτήριο είναι η γνώση του αντικειμένου του προς άσκηση έργου, η οποία συνάγεται από: α) την επιστημονική-παιδαγωγική συγκρότηση του υποψηφίου και κυρίως το επίπεδο των σπουδών και γενικότερα τις σπουδές του, την ύπαρξη σπουδών ή επιμορφώσεων στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης και την πιστοποιημένη γνώση ξένων γλωσσών και ΤΠΕ και β) την υπηρεσιακή κατάσταση και τη διοικητική εμπειρία, όπως προκύπτει από τη συνολική εκπαιδευτική υπηρεσία του υποψηφίου αλλά και την προϋπηρεσία σε άσκηση διοικητικού έργου ή την άσκηση καθηκόντων μέντορα.»

Αρχικως, αντιπαρέρχεται την ανάγκη ύπαρξης άτυπης μοριοδότησης («Αλλά σε ποιο σημείο του νόμου προβλέπεται η μοριοδότηση; Και αφού δεν προβλέπεται, πώς αξιώνουν να την επιβάλουν κιόλας, χωρίς να συναισθάνονται ότι αλλοιώνουν και το γράμμα και το πνεύμα του νόμου; Ο νομοθέτης προβλέπει μοριοδότηση των τυπικών προσόντων των υποψηφίων για τις θέσεις των δ/ντών σχολικών μονάδων, δ/ντών εκπαίδευσης, σχολικών συμβούλων κλπ. Δεν προβλέπει μοριοδότηση για τις θέσεις των προϊσταμένων τμημάτων εκπ/κών θεμάτων και για τις θέσεις των υποδ/ντών των σχολικών μονάδων. Προφανώς επειδή πρέπει να συνεκτιμώνται και τα άλλα προσόντα του υποψηφίου και όχι μόνο τα λεγόμενα μετρήσιμα.»).
Ακολούθως, εισέρχεται στην ουσία: «Ο συνάδελφος που δεν επελέγη διαθέτει επιπλέον του επιλεγέντος διδακτορικό δίπλωμα, αλλά όχι στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης, όπως προβλέπει ο νόμος. Στον αντίποδα, ο κ. (…), που επελέγη, είναι καθηγητής κλάδου ΠΕ 19 Πληροφορικής, με μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Master στην Πληροφορική, ενώ ο μη επιλεγείς συνάδελφος έχει πιστοποίηση στις ΤΠΕ, επιπέδου Ι. Ο καθένας γνωρίζει ότι άλλες είναι οι γνώσεις ενός καθηγητή πληροφορικής με Master στην Πληροφορική και άλλες ενός καθηγητή απλά πιστοποιημένου στις ΤΠΕ, επιπέδου Ι. Όπως είναι γνωστό, στη διοίκηση σήμερα παίζουν όχι απλά σημαντικό αλλά καταλυτικό ρόλο οι νέες τεχνολογίες. Οι τρεις γλώσσες που διαθέτει ο μη επιλεγείς συνάδελφος (τη Γερμανική σε άριστο επίπεδο και την Αγγλική και Γαλλική σε καλό επίπεδο) είναι μεν περισσότερες της Αγγλικής σε άριστο επίπεδο που διαθέτει ο κ. (…), αλλά από την άλλη, ο τελευταίος έχει μια μικρή έστω διοικητική εμπειρία από την άσκηση διοικητικού έργου, όπως προβλέπει ο παραπάνω νόμος, επειδή υπηρέτησε ήδη επί πέντε μήνες στη Δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στο διάστημα αυτό το έργο που του ανατέθηκε το έφερε σε πέρας γρήγορα και αποτελεσματικά και η συνεργασία μας ήταν άριστη. Το γεγονός, τέλος, ότι το ΠΥΣΔΕ με άλλη σύνθεση απέρριψε την ένσταση του συναδέλφου που δεν επελέγη, θα έπρεπε να συγκρατήσει τα αιρετά μέλη του συμβουλίου, αν είχαν αναλογιστεί, ότι περισσότερα μέλη του ΠΥΣΔΕ συμφωνούν με την επιλογή που έγινε».

 

Απάντηση των αιρετών

Σε νέο κείμενο των αιρετών, στις 12 Μαρτίου, δίνεται σαφέστερη απάντηση: «το περιεχόμενο του μέρους του άρθρου που παραθέτει ο συντάκτης του “Δελτίου Τύπου” είναι σαφέστατο και η σύνταξή του διαυγής και μονοσήμαντη». Διότι, όπως αναφέρουν:

«Μετά την εισαγωγική γενική πρόταση «Βασικό κριτήριο είναι η γνώση του αντικειμένου του προς άσκηση έργου», ο νομοθέτης προσδιορίζει πώς σταθμίζεται αυτή: «η οποία συνάγεται από: α) την επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση του υποψηφίου και κυρίως το επίπεδο των σπουδών και γενικότερα τις σπουδές του, την ύπαρξη σπουδών ή επιμορφώσεων στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης και την πιστοποιημένη γνώση ξένων γλωσσών και Τ.Π.Ε.». Έμφαση δίδεται στην επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση του υποψηφίου, ακόμη μεγαλύτερη στο «επίπεδο των σπουδών και γενικότερα τις σπουδές του», ακολουθεί η «ύπαρξη σπουδών ή επιμορφώσεων στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης», στην οποία ο μεν αποκλεισθείς συνάδελφος κ. (…) διαθέτει πιστοποιητικό παρακολούθησης απολύτως σχετικού σεμιναρίου από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας, ενώ ο επιλεγείς  διαθέτει μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Master στην Πληροφορική (σύμφωνα με το δελτίο τύπου) και όχι βεβαίως στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης. Ο νομοθέτης ολοκληρώνει το προσοντολόγιο με την αναφορά δύο επιπλέον στοιχείων, «την πιστοποιημένη γνώση ξένων γλωσσών και Τ.Π.Ε.». Εδώ δεν χρειάζεται κάποιο σχόλιο, διότι στο «Δελτίου Τύπου» φαίνεται σαφώς ότι υπερτερεί στην πιστοποιημένη γλωσσομάθεια ο αποκλεισθείς υποψήφιος (…)με τρεις έναντι μίας ξένης γλώσσας, ενώ διαθέτει και την απαιτούμενη σύμφωνα με την «Προκήρυξη θέσης Προϊσταμένου Τμήματος Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Δ/θμιας Εκπ/σης Τρικάλων» πιστοποίηση επιπέδου Ι στις Τ.Π.Ε. Ο επιλεγείς υποψήφιος αντί πιστοποίησης διαθέτει πτυχίο και μεταπτυχιακό στην Πληροφορική, οπότε θεωρείται ότι διαθέτει την απαιτούμενη πιστοποίηση.

Το άρθρο 15 ολοκληρώνεται με την παράθεση ενός δεύτερου σκέλους, από το οποίο συνάγεται «η γνώση του αντικειμένου του προς άσκηση έργου». Συγκεκριμένα πρόκειται για «β) την υπηρεσιακή κατάσταση και τη διοικητική εμπειρία, όπως προκύπτει από τη συνολική εκπαιδευτική υπηρεσία του υποψηφίου αλλά και την προϋπηρεσία σε άσκηση διοικητικού έργου ή την άσκηση καθηκόντων μέντορα.» Ως προς αυτό το σκέλος αποκρύπτεται από τον συντάκτη του «Δελτίου Τύπου» ότι ο κ. (…) υπερτερεί, διότι διαθέτει έξι περίπου χρόνια περισσότερη προϋπηρεσία από τον επιλεγέντα, καθώς και το ότι διαθέτει τριετή διοικητική εμπειρία ως προϊστάμενος των Γ.Α.Κ.-Αρχείων Ν. Τρικάλων, υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Αντιθέτως προβάλλεται ως προσόν του επιλεγέντος ότι «έχει μια μικρή έστω διοικητική εμπειρία από την άσκηση διοικητικού έργου, όπως προβλέπει ο παραπάνω νόμος, επειδή υπηρέτησε ήδη επί πέντε μήνες στη Δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης». Εκτός από την απόκρυψη της προϋπηρεσίας του κ. (…) αξίζει να σημειωθεί και η ειδοποιός διαφορά της αποσιωπηθείσας προϋπηρεσίας (καθήκοντα προϊσταμένου περιφερειακής υπηρεσίας του ΥΠΑΙΘ) σε σχέση με την προϋπηρεσία σε θέση υπαλλήλου μισθοδοσίας του επιλεγέντος υποψηφίου.

Η τρίτη παράγραφος του «Δελτίου Τύπου» αφιερώνεται στην πρόταση των αιρετών-μελών του ΠΥΣΔΕ για άτυπη μοριοδότηση. Αυτή στηλιτεύεται διεξοδικά, όμως οι δύο τελευταίες περίοδοι της παραγράφου, οι οποίες αναφέρονται στην ουσία του πράγματος, δεν απαντούν στο εύλογο ερώτημα, πώς θα γίνει η αξιολόγηση των υποψηφίων, αντιθέτως συσκοτίζουν με την αντιφατικότητά τους το θέμα: «Δεν προβλέπει μοριοδότηση για τις θέσεις των προϊσταμένων τμημάτων εκπ/κών θεμάτων και για τις θέσεις των υποδ/ντών των σχολικών μονάδων. Προφανώς επειδή πρέπει να συνεκτιμώνται και τα άλλα προσόντα του υποψηφίου και όχι μόνο τα λεγόμενα μετρήσιμα». Το «Δελτίο Τύπου» αναγνωρίζει ότι υπάρχουν μετρήσιμα προσόντα, αρνείται όμως την ανάγκη να μετρηθούν, με οποιονδήποτε, έστω, τρόπο. Συνάμα δεν προσδιορίζεται στο κείμενο πώς έγινε από την πλειοψηφία του ΠΥΣΔΕ η λεγόμενη συνεκτίμηση των υπολοίπων προσόντων των υποψηφίων, η οποία οδήγησε σε ένα νοητό βαθμολογικό άθροισμα στο οποίο στήριξε την απόφασή της. Δεν θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς ότι η αξιολόγηση έγινε διαισθητικά και όχι ορθολογιστικά με τον συνυπολογισμό όλων των προβλεπόμενων προσόντων. Άλλωστε η προκήρυξη της θέσης ζητούσε βιογραφικό σημείωμα των υποψηφίων.

Στην τέταρτη παράγραφο αναφέρεται: «Ο συνάδελφος που δεν επελέγη διαθέτει επιπλέον του επιλεγέντος διδακτορικό δίπλωμα, αλλά όχι στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης, όπως προβλέπει ο νόμος. Στον αντίποδα, αυτός που επελέγη, είναι καθηγητής κλάδου ΠΕ 19 Πληροφορικής, με μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Master στην Πληροφορική, ενώ ο μη επιλεγείς συνάδελφος έχει πιστοποίηση στις ΤΠΕ, επιπέδου Ι.» Στο παραπάνω απόσπασμα αναφέρεται ανακριβώς ότι ο νόμος απαιτεί μεταπτυχιακές σπουδές «στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης», ενώ επιπλέον ομολογείται ότι ο επιλεγείς διαθέτει «μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Master στην Πληροφορική» και όχι στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης. Βέβαιο παραμένει το γεγονός ότι το διδακτορικό δίπλωμα είναι σαφώς ανώτερο από τον μεταπτυχιακό τίτλο. Επιπλέον το ότι ο επιλεγείς ανήκει στον κλάδο της Πληροφορικής δεν αποτελεί προσόν το οποίο απαιτεί ο νόμος και ως αναφορά δε θα είχε περισσότερη αξία από ενδεχόμενο ισχυρισμό ότι ο απορριφθείς κ. (…) ως φιλόλογος με διδακτορικό και συγγραφικό έργο θα μπορούσε να κατανοεί και να συντάσσει με μεγαλύτερη σαφήνεια, ακρίβεια και ταχύτητα δημόσια έγγραφα. Ο ακόλουθος ισχυρισμός «Ο καθένας γνωρίζει ότι άλλες είναι οι γνώσεις ενός καθηγητή πληροφορικής με Master στην Πληροφορική και άλλες ενός καθηγητή απλά πιστοποιημένου στις ΤΠΕ, επιπέδου Ι» είναι αυταπόδεικτος πλην όμως χωρίς χρηστική αξία για τους υποψηφίους, διότι όπως προαναφέρθηκε δεν ανταποκρίνεται σε αξιολογούμενες απαιτήσεις του νόμου και της προκήρυξης της θέσης, η οποία ζητά μόνο «πιστοποιητικό επιμόρφωσης στις ΤΠΕ επιπέδου Ι». Η συνέχεια επίσης του ισχυρισμού, ότι « Όπως είναι γνωστό, στη διοίκηση σήμερα παίζουν όχι απλά σημαντικό αλλά καταλυτικό ρόλο οι νέες τεχνολογίες» δεν αποτελεί απόδειξη ότι οι νέες τεχνολογίες υποσκελίζουν τη συγκροτημένη σταθμίσιμη σφαιρική προσωπικότητα του προσωπικού της διοίκησης, μη λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο παραπάνω ισχυρισμός αποτελεί προσωπική άποψη του συντάκτη της και όχι χωρίο του αρμόδιου νόμου.

Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι ο επιλεγείς υποψήφιος «έχει μια μικρή έστω διοικητική εμπειρία από την άσκηση διοικητικού έργου, όπως προβλέπει ο παραπάνω νόμος, επειδή υπηρέτησε ήδη επί πέντε μήνες στη Δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», αποσιωπάται όμως ότι ο απορριφθείς κ. (…) έχει μεγαλύτερη διοικητική εμπειρία (τριών ετών) και μάλιστα σε θέση προϊσταμένου υπηρεσίας. Ακριβώς στη συνέχεια τονίζεται ότι ο επιλεγείς «Στο διάστημα αυτό το έργο που του ανατέθηκε το έφερε σε πέρας γρήγορα και αποτελεσματικά και η συνεργασία μας ήταν άριστη.» Η αναφορά αυτή είναι τουλάχιστον ατυχής, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκαν από την προκήρυξη συστάσεις για τους υποψηφίους, επομένως διαφαίνεται από το παραπάνω σκεπτικό ότι πιθανόν κατά την επιλογή διαδραμάτισε ρόλο η προσωπική γνωριμία μεταξύ κρίνοντος και ενός εκ των κρινομένων.. Επιπλέον οι υπόλοιποι υποψήφιοι είναι εκπαιδευτικοί – υφιστάμενοι του συντάκτη του «Δελτίου τύπου», επομένως συνεργάστηκαν στην επιτέλεση του εκπαιδευτικού έργου στα Τρίκαλα. Η αποσιώπηση αυτής της σχέσης συνεργασίας και η κατ’ επιλογήν διθυραμβική προβολή της συνεργασίας με τον επιλεγέντα υποψήφιο είτε αποτελεί αξιολογική κρίση εις βάρος των άλλων, η οποία είναι αποδεικτέα, είτε αποτελεί διακριτική προτίμηση του επιλεγέντος λόγω γνωριμίας, οπότε αποτελεί ένδειξη ευνοιοκρατίας, πάντως απέχει από την εφαρμογή των κανόνων ενός κράτους δικαίου, οι αποφάσεις του οποίου βασίζονται σε αξιολογικά κριτήρια και όχι σε προσωπικές σχέσεις.

Στο τέλος της ίδιας παραγράφου αναφέρεται: «Το γεγονός, τέλος, ότι το ΠΥΣΔΕ με άλλη σύνθεση απέρριψε την ένσταση του κ. (…) που δεν επελέγη, θα έπρεπε να συγκρατήσει τα αιρετά μέλη του συμβουλίου, αν είχαν αναλογιστεί, ότι περισσότερα μέλη του ΠΥΣΔΕ συμφωνούν με την επιλογή που έγινε.» Ο παραπάνω ισχυρισμός εμπεριέχει λάθος, δεδομένου ότι το ΠΥΣΔΕ που έκρινε την ένσταση του απορριφθέντος δεν είχε «άλλη» παρά διαφορετική/διαφοροποιημένη σύνθεση ως προς ένα μέλος. Ασφαλώς ο μεγαλύτερος αριθμός προσώπων τα οποία συμφωνούν σε μία επιλογή έχει αξιολογική βαρύτητα, αποτελεί όμως αναγκαία αλλά όχι και επαρκή συνθήκη για την αποδεδειγμένη λήψη σωστής και σύννομης απόφασης, δεδομένου ότι αν ένα συγκριτικά μεγαλύτερο ποσοστό μελών ενός οργάνου λάβει μια απόφαση με λανθασμένα κριτήρια, αυτό δεν αποδεικνύει ότι η απόφαση είναι δίκαιη, παρά ότι είναι η απόφαση της πλειοψηφίας».

*ΣΗΜ. : Τα ονόματα είναι γνωστά, αλλά επιλέξαμε να μη δημοσιοποιηθούν, καθώς δεν χρειάζεται η εμμονή στην προσωπική αναφορά (και, ενίοτε, αδηφαγία), αλλά η περιγραφή του ισχύοντος συστήματος.

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή