Αφιέρωμα στην παλιά και όμορφη συνοικία της Αγίας Μαρίνας Reviewed by Momizat on . Αφιέρωμα στην παλιά και όμορφη συνοικία της Αγίας Μαρίνας, στη μνήμη του ήρωα Βασίλη Κουβέλα…,(γιος των αείμνηστων γλυκύτατων ανθρώπων Θεοδώρας και Λεωνίδα…,) σ Αφιέρωμα στην παλιά και όμορφη συνοικία της Αγίας Μαρίνας, στη μνήμη του ήρωα Βασίλη Κουβέλα…,(γιος των αείμνηστων γλυκύτατων ανθρώπων Θεοδώρας και Λεωνίδα…,) σ Rating: 0

Αφιέρωμα στην παλιά και όμορφη συνοικία της Αγίας Μαρίνας

Αφιέρωμα στην παλιά και όμορφη συνοικία της Αγίας Μαρίνας

Αφιέρωμα στην παλιά και όμορφη συνοικία της Αγίας Μαρίνας, στη μνήμη του ήρωα Βασίλη Κουβέλα…,(γιος των αείμνηστων γλυκύτατων ανθρώπων Θεοδώρας και Λεωνίδα…,) στους εναπομείναντες κατοίκους της γειτονιάς, στις φίλες και φίλους Κουτσομηλιώτες και στην ευρύτερη περιοχή του Βαρουσίου.
Βάιος Φασούλας 

Φωτογραφία του Vaios Fasoulas.

Μες στο φεγγαρόφως, στις αλκυονίδες μέρες του Γενάρη, χουβαρνταλίστικα απλώνεται τις νύχτες το ασήμι βάφοντας διάχυτα ό, τι επάνω στη φύση ζει. Τα πυκνά πεύκα στον Άι-Λια κοκαλώνουν απ’ την ανελέητη ανάπνα του «ντόπιου» βοριά, που ουρλιάζει σαν λύκος καθώς σκίζεται στα αειθαλή κορμιά τους, όπως και σε κείνα, τα αραιά πεύκα του κάστρου.
Με τις λίγες, που ’χουν διπλωμένα τα σκελετωμένα κλωνάρια μπορμποτσιλιές που δείχνουν από μακριά σαν έναν τεράστιο ξεχασμένο ιστό μιας αράχνης. Το βυζαντινό κάστρο, χτισμένο σ’ έναν λόφο και καμιά πεντακοσαριά μέτρα δυτικά της μικρής πόλης, μάχεται με περηφάνια τα θεριά της φύσης, φορώντας στην πλατιά του των τοίχων κορυφή, εκεί που τελειώνει και που αν το κοιτάξεις από κάτω θα δεις ότι ακουμπά στον ουρανό, ένα κατάλευκο παχύ καπέλο. Στα τρύπια του πλευρά φιλοξενεί κοπάδια καλιακούδια, που και τις νύχτες ακόμα κράζουν κατάρες στην πείνα, καθώς το χιόνι τα σκέπασε όλα.
Απ’ την πέρα μεριά, διακόσια μέτρα μακριά απ’ το κάστρο και κάτω στα πόδια του, εκεί που συναντιόνται τέσσερα δρομάκια, ένας άλλος πολύ πιο μεγάλος λόφος αρχίζει να ανεβαίνει προς βορρά που όλο μεγαλώνει και πλαταίνει. Ένα καλντερίμι που ξεκινά από το σταυροδρόμι προς τα πάνω οδηγεί στην αυλή της εκκλησιάς και μετά, ελαφρός φιδωτό και χωματόστρωτο συνεχίζει προς τον Αι-Λια. Η Άγια-Βαρβάρα, (Αγία- Μαρίνα) που ξεχωρίζει με το καμπαναριό της, απλώνει κι αυτή τη μικρή και γοητευτική αγκαλιά της, παχιά τώρα από στρώματα χιονιού και πάγους, δίνοντας απλόχερα μια θέρμη σε όλες τις εποχές, αφού στο χώρο της δεκάδες παιδιά την χαίρονται, την απολαμβάνουν και την τραγουδούν.

Φωτογραφία του Vaios Fasoulas.
Στη μεγάλη χλαλοή που ξεσηκώνουν τα παιδιά με τα παιχνίδια τους, ακολουθούν και οι μεγάλοι, που ποτέ δεν απουσιάζουν απ’ τα προσκλητήρια των διάφορων παιχνιδιών και πολλές φορές, σαν σύνθημα, χτυπούν την καμπάνα της εκκλησιάς. Τότε βγαίνει έξαλλος ο καντηλανάφτης, ένας αδυνατούλης ξεδοντιάρης που τον παίρνει ο αγέρας και μένει σ’ ένα δωματιάκι δίπλα στην εκκλησιά, όπου προσφέροντας τις υπηρεσίες του ζει απ’ αυτή. Να φωνάζει πως θα βγάλει τ’ αυτιά απ’ όποιον πιάσει στα χέρια του και κάποια σκυλιά συνοδεύουν τα ουρλιαχτά του.
Να φωνάζει και ο «σκοτεινός», όπως τον έλεγαν τα παιδιά, βλάχος ότι τον ανησυχούν και βαφτισμένος απ’ τη γριά-Λενιώ «αρχοντόβλαχος». Να μαλώνει η Λενιώ και με τους δυο στολίζοντας τους με κοσμικά ονόματα που δεν αφήνουν να παίζουν τα παιδιά. Να τρώει στριμωξίδια ο καντηλανάφτης απ’ τον Πετρή, που τον έλεγαν «νεκροθάφτη» και το γιουχάισμα των παιδιών να επισφραγίζει την αποδοκιμασία τους. Και να, μια φορά ο καντηλανάφτης έπεσε πάνω στον Πετρή, που εκείνος ο μαντράχαλος θέλοντας να ενοχλήσει το βλάχο χτύπησε την καμπάνα:
-Τι τρέχει ρε κοψοχολιασμένε και τρέχεις σαν ά-λογο που του γαργαλεύουν τ’ αχαμνά του μύγες; Α! Τι τρέχει; Και τον γράπωσε απ’ το γιακά, τάχα να τον βαρέσει και τον ταρακουνούσε:
-Τι… τίπουτις, τίπουτις Πετρή μ’. Να, να, είπα μπας κι έγινι κάνα κακό.
-Άκου να σου πω, ρε κόκαλο και μην ξεχνάς. Όταν χτυπάει η καμπάνα, εκτός των ωρών της, πα’ να πει πως κάτι έχει να συμβεί στη γειτονιά. Καταλαβερδούγκος;
-Ναι! ναι γκαταλαβερντάκας, όπους λες, του είχε απαντήσει τρομαγμένος κι ο Πετρής τον άφησε απ’ το γιακά φεύγοντας γελώντας.

Φωτογραφία του Vaios Fasoulas.
Γύρα λοιπόν απ’ την εκκλησιά και στα πόδια της, εκεί που ξεκινούν τα καλντερίμια της γειτονιάς αρχίζουν τα σπίτια, αρκετά αρχοντικά με τα πηγάδια, τα χαγιάτια, τα ξύλινα μπαλκόνια τους, που εκτός το χειμώνα, πλημμύριζαν από λουλούδια και ευωδίες. Πρώτη αυτή η γειτονιά για τούτη την πόλη, που τα παλιότερα χρόνια κατοικούνταν από άρχοντες και εμπόρους και ακόμα σήμερα, εδώ στο σταυροδρόμι διατηρούν την αρχοντιά τους. Μόνο που σε αυτά τα αρχοντικά παρέμεναν πλούσιες οικογένειες, λες κι ήταν ένας κόσμος αλλιώτικος από κείνο της φτωχολογιάς, που είχαν κάνει δικά τους σπιτάκια με μια-δυο κάμαρες, από λάσπη και πέτρα και τόσο χαμηλά που τα παιδιά φτάνανε τις στέγες τους σπάζοντας τα κρεμαστά στολίδια του χειμώνα.
Καμινάδες των αρχοντόσπιτων αφήνουν τις εναλλασσόμενες κι ανάλαφρες άσπρες ανάπνες τους να ενώνονται με κείνες των μπουριών και των τζακιών, μαύρες και αποπνικτικές από βρεγμένα πεύκα που έβγαιναν απ’ τα σπίτια των φτωχών, αποδεχόμενες το πεπρωμένο των χαμένων σκιών τους. Το υδραγωγείο, «τεπόζιτο» το έλεγαν τα παιδιά, στέκει στις σκέψεις σα να περιμένει κάποια χρυσή νεράιδα να αγγίξει πάνω του το σκήπτρο της θέρμης, φορώντας κι αυτό τον μαγικό μανδύα του φεγγαρόφως.
Πέρα ο κάμπος απλώνεται μαχμουρλής και συνοφρυωμένος, πνίγεται κι αυτός απ’ το σμάλτινο αγκάλιασμα του φεγγαριού, ενώ τα γύρω βουνά με αρχηγό την πιο ψηλή κορφή του Κόζιακα, βάψανε μεταλλικά τις φαλακρές καμπούρες τους. Λίγο πιο μέσα στην άγρια περιοχή των Αγράφων, στα φαράγγια και στις βουνοκορφές, το αιώνιο και άγριο τροπάρι ενός ρέματος που γκρεμίζεται πιτσιλώντας τα χοντρά και καθάρια δάκρυα του νερού, ντύνει τους γκριζοπράσινους βράχους μ’ ένα αραχνοΰφαντο πέπλο. Εκεί πέρα, η επικράτεια της φύσης απλώνει απανταχού το άσπρο της κορμί, αφήνοντας έτσι το χάδι του ουρανού, σαν μεγάλος λάτρης να την αγκαλιάσει.
Πέρα στην άλλη άκρη, μια σειρά απόκρημνων βράχων με στολισμένες τις κορφές τους με σκόρπια μοναστήρια να αχνοφαίνονται, δείχνουν με περηφάνια τη γύμνια τους, σαν τη γυναίκα που κρύβει με γκριζόπεπλο μαντίλι το προκλητικό της ντεκολτέ, κοιτώντας με απάθεια τριγύρω τον κάμπο. Κι όταν γυρνούν τη σκούρα ματιά τους, βλέπουν τα πηδηχτά χνάρια των λαγών πάνω στα χιόνια κι ακούν τις άγριες φωνές των πει-νασμένων λύκων και αρκούδων, επισφραγίζοντας έτσι με τη συμπαράστασή τους, αυτή που η ίδια φύση έφτιαξε και που τώρα πνίγεται ηδονιζόμενη στην απεραντοσύνη της χαράς της.
Απόβραδο στην ακμή του. Εκείνος ο αναθεματισμένος «ντόπιος» αγέρας, όπως τον λέγανε, διάχυτα και αδυσώπητα πεταρίζει την ανάπνα του κι η γαλαζωπή γειτονιά συμμορφώθηκε μαζεύοντας τα μέλη της στα μαγκάλια και στα τζάκια. Ο μικρός ποταμός περνά στη λήθη του έχοντας τα άκρα του παγωμένα. Ησυχία! Μήτε ψάρι φαίνεται! Μήτε βατράχι ακούγεται· μήτε πουλί! Όταν πέφτουν νιφάδες κι ακούς το ερωτικό τους αγκάλιασμα, που ενώνεται πότε με το καφετί και πότε με το άσπρο κι άλλοτε να βάφει δέντρα, σπίτια, βουνά, να κάπως έτσι, «παφ!», «παφ!» αφήνεται η γοητεία και σε συναρπάζει. Αλλιώς είναι με τα παγερά άλματα των αγέρηδων. Τολμάς καμιά φορά να περάσεις δειλά για λίγο τη ματιά μέσα απ’ τα μισόκλειστα τσίνορα και αφουγκράζεσαι τα ουρλιάσματα του, για να δεις μόνο μέσα στα χωράφια πως σέρνεται αργά ένα μαύρο φίδι σαν μεθυσμένο, γιομίζοντας με μαύρο καπνό τη γαλατένια λάμψη εκτελώντας το τελευταίο δρομολόγιο της μικρής πόλης.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή