Δώσε μοι μια τρίχα από τη φώτισή σου, μια παρωνυχίδα από τη δοξασμένη σκέψη σου Reviewed by Momizat on . Δόξα και τιμή στον μέγα μαγίστρο! Ελέησόν με, την ξανθιά καλλονή, κύριε. Δώσε μοι μια τρίχα από τη φώτισή σου, μια παρωνυχίδα από τη δοξασμένη σκέψη σου, μια τό Δόξα και τιμή στον μέγα μαγίστρο! Ελέησόν με, την ξανθιά καλλονή, κύριε. Δώσε μοι μια τρίχα από τη φώτισή σου, μια παρωνυχίδα από τη δοξασμένη σκέψη σου, μια τό Rating: 0

Δώσε μοι μια τρίχα από τη φώτισή σου, μια παρωνυχίδα από τη δοξασμένη σκέψη σου

Δώσε μοι μια τρίχα από τη φώτισή σου, μια παρωνυχίδα από τη δοξασμένη σκέψη σου

Δόξα και τιμή στον μέγα μαγίστρο! Ελέησόν με, την ξανθιά καλλονή, κύριε. Δώσε μοι μια τρίχα από τη φώτισή σου, μια παρωνυχίδα από τη δοξασμένη σκέψη σου, μια τόση δα σταλίτσα από τον εμπνευσμένο λόγο σου, κύριε. Συγχώρεσόν με, την ξανθιά (αφροδισιακού κάλλους) αναφροδισία δούλη σου, κύριε, για την πρότερη, άδολη ίσως όχι, λανθασμένη πάντως σίγουρα, αναρχομαδουρέικη πορεία μου.

Το μικρό σπίτι (σ)το ρημάδι

Ορισέ μοι τον δρόμον τον σεπτόν, τον «πετσομένον» (εκ των της λίστας Πέτσα καμωμένον), τον όμορον, όχι τη δημοκρατία, αλλά τη Νέα Δημοκρατία σου, κύριε, και άφες ημίν (βασικά, μόνο σε μένα αν μπορείς. Θα το εκτιμούσα) τα οφειλήματα ημών (τα δικά μου μόνο, ναι;), καθώς έχω και δυο δάνεια στην τράπεζα, κύριε, και καταλαβαίνεις. Καλλονή καλλονή αλλά και τα οφειλήματα οφειλήματα! Και τέλος, αφού βλέπεις, το προσπαθώ, μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, γιατί δεν είναι ένα. Δεν είναι δύο. Πολλά μας τα ‘χες κάνει και πόσο να βαστηχτώ η δόλια δούλη σου, κύριε.

Μωρέ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Αν τον είχα μπροστά μου, ακριβώς αυτά θα του ‘λεγα. Και τον έλεγχο αν μου ‘φερνε, άριστα 10 θα του ‘βαζα, να το φχαριστηθεί η ψυχή της σκεβρωμένης ψυχής του. Εχει πει κι αν έχει πει, έχει κάνει κι αν έχει κάνει (ξεχνιούνται τα τσεκούρια, Μάκη μου;), έχει να πει και να κάνει ακόμα, ουουου!

Εξουσία δώσ’ του και πάρε του την ψυχή (τη σκεβρωμένη που λέγαμε). Μάκη θα λέμε και θα κλαίμε. Γιατί τι είναι ο Βορίδης; Ερωτώ! Και πάραυτα απαντώ: ένας άξιος είναι. Τη δουλειά, την εξ απαλών ονύχων μαθημένη, μια χαρά την κάμει. Κόψε λόγο και βγάλε συμπέρασμα:

«Προσπάθεια να δικαιολογηθεί η άθλια αυτή εικόνα της Ακρας Αριστεράς!» είπε με τον γνωστό του στόμφο (όχι θα μείνει στα δικά σας σιγοψιθυρίσματα νομίζετε, γατάκια!). Στην «Εφ.Συν.» αναφερόταν, το πρωτοσέλιδο «Σπέρνουν βία, θερίζουν οργή» σχολίαζε στην ΕΡΤ, μία μέρα μετά τα τραγικά, εξευτελιστικά για κάθε δημοκρατία (και για κάθε Νέα Δημοκρατία μη σου πω) γεγονότα στη Ν. Σμύρνη. Οχι την παλιά. Τη νέα.

Η παλιά και δόξα είχε και πλούτο και ένα κάποιο κύρος τελοσπάντων. Και μ’ όλα τούτα τα καλά της, σαν μπούκαραν τα πρωτοπαλίκαρα του Κεμάλ, κάθισε και κάηκε.

Ούτε διαδηλώσεις, ούτε διεκδικήσεις. Κάποιοι συνωστίστηκαν μονάχα εκεί σε κάποια προκυμαία, εντάξει, κάτι μανάδες ξεκοίλιασαν, κάτι μωρά σκότωσαν, κάτι εκατοντάδες πνίγηκαν, ε και όσοι σώθηκαν τελοσπάντων, ήρθαν στη μαμά πατρίδα, που τους καλοδέχθηκε και σπίτια πρωτοκλασάτα τούς έδωκε και μεζονέτες με υπαίθριο λουτροκαμπινέ και στα ώπα-είπα-λέω τους είχε.

Και αντί οι απόγονοι αυτών των ευγενικών, τυχερών ανθρώπων να κάτσουν στ’ αυγά τους και στην άνεση της μεζονέτας τους, μου βγαίνουν τα παλιόπαιδα κι αντιμιλάνε στα όργανα της τάξεως! Της Τάξεως και της Ηθικής! Της Ηθικής και της Αρετής!

Της Αρετής και της Αριστοτελίας! Της Αριστοτελίας και του Μιχάλη… Του Μητσοτάρχα τα «παιδιά» είν’ αυτά. Τόσα ήταν, με μια τσάντα να (με δημοσιογραφικά ρεπορτάζ η μία, με σοσιαλιστικές ιδέες ο άλλος) και δες τα μωρέ τώρα πώς πήραν και αψήλωσαν και στο πλευρό του πατέρα της ιδεολογίας (και του μισθού τους) στέκουν!

Επανέρχομαι στον Μάκη το τσακμάκι: Οτι κάποιος υποστήριξε οικογένειες με μικρά παιδιά που κάθονταν σε παγκάκια ήταν «άθλια εικόνα». Ο κάποιος και οι χιλιάδες άλλοι κάποιοι που βγήκαν και τον υποστήριξαν (μη χάσουν!), «Ακρα Αριστερά». Α, είπε ότι έχουμε και «καλή και επαγγελματική αστυνομία».

Πράγματι, επαγγελματικό ήταν το ξύλο. Λίγο με τα μηχανάκια δεν το ‘χουν πολύ κι έπεσε ο άλλος και κάτι ξύλο έφαγε (κακώς βέβαια, αλλά τις πταίει;), ωστόσο τα συντρόφια του έσπευσαν «να γαμήσουν, να σκοτώσουν, να τελειώσουν» τους υπόλοιπους. (Και το ‘καναν. Δεν το ‘δειξαν οι ξέρεις ποιοι, αυτοί πάντως το ‘καναν).

Βγήκε, λέει, ο Μητσοτάρχας να στηρίξει τους μπασκίνες και δεν βγήκε να στηρίξει τον «κάποιο». Ε, είχε δουλειές. Λογαριασμό θα σας δώσει; Αααα… Ολα κι όλα. Στο μικρό σπίτι (σ)το ρημάδι, ένας διαφεντεύει!… Πρόσεξε μην είν’ για πάντα.

Nόρα Ράλλη

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή