Δ. Κουρέτας: Ο «μαύρος» χρυσός της ελληνικής αγροτικής παραγωγής Reviewed by Momizat on . Του Δημήτρη Κουρέτα Καθηγητή Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας του Παν. Θεσσαλίας Σε ένα θετικό σενάριο για το μέλλον οι εναπομείναντες αγρότες ‐ επιχειρηματίες με Του Δημήτρη Κουρέτα Καθηγητή Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας του Παν. Θεσσαλίας Σε ένα θετικό σενάριο για το μέλλον οι εναπομείναντες αγρότες ‐ επιχειρηματίες με Rating: 0

Δ. Κουρέτας: Ο «μαύρος» χρυσός της ελληνικής αγροτικής παραγωγής

Δ. Κουρέτας: Ο «μαύρος» χρυσός της ελληνικής αγροτικής παραγωγής

Του Δημήτρη Κουρέτα

Καθηγητή Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας του Παν. Θεσσαλίας

Σε ένα θετικό σενάριο για το μέλλον οι εναπομείναντες αγρότες ‐ επιχειρηματίες με ικανοποιητικού μεγέθους εκμεταλλεύσεις (παράλληλα με την οργάνωση των κτηνοτρόφων) θα οργανωθούν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ομάδες οι οποίες θα παράγουν και θα εμπορεύονται δυναμικά μια σημαντική ποσότητα   προϊόντων,   θα μπορούν να διαχειρίζονται πιο εύκολα κοινοτικά κονδύλια και να συνεργάζονται με φορείς (εδώ θέλει μεγάλη παρέμβαση απο το ΥΠΑΤΤ) που θα δημιουργούν γνώση χρήσιμη για την εφαρμογή καινοτομιών και εν γένει βελτιώσεων στα μέλη της ομάδας. Σε αυτές τις ομάδες η ανάπτυξη είναι βέβαιη καθώς η ζήτηση των προϊόντων μάλλον αναμένεται καλή και το κόστος καλλιέργειας μπορεί να συγκρατηθεί λόγω της περαιτέρω εκμηχάνισης, αυτοματοποίησης, καινοτομιών και μαζικών αγορών εφοδίων για την ομάδα. Αναμένεται να καλλιεργούνται πολλά σιτηρά και κτηνοτροφές (κύρια ψυχανθή), κηπευτικά (θερμοκηπιακά αλλά και φυλλώδη και τομάτα για μεταποίηση), ενεργειακά φυτά και δενδροκομικά είδη. Η ορθή διαχείριση των βοσκοτόπων πρέπει επίσης να διερευνηθεί καθώς ανοίγονται σημαντικά κεφάλαια για τους βιολογικούς βοσκότοπους, εμπλουτισμό με συγκεκριμένα είδη φυτών για την υγεία των ζώων, κ.λπ..

Η εκτατική καλλιέργεια κηπευτικών, στις κατάλληλες περιοχές, με την κατάλληλη μηχανοποίηση και σύνδεση με την αγορά μέσα από κατάλληλα οργανωμένες ομάδες παραγωγών, αλλά και μετά από οργάνωση ερευνητικών μελετών προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική λύση για την αντικατάσταση παραδοσιακών, αλλά αντιοικονομικών, για την Ελλάδα καλλιεργειών.

Επίσης ο τομέας των φαρμακευτικών φυτών αποτελεί για τη χώρα ότι το πετρέλαιο για τους Άραβες. Μια χώρα σαν την δική μας, ευρισκόμενη στη δεύτερη θέση παγκόσμια σε βιοποικιλότητα, έχει εντός του εδάφους της 6.300 φαρμακευτικά φυτά, από τα οποία τα 1.300 είναι ενδημικά. Η Γερμανία και η Αγγλία μαζί έχουν περίπου 20. Στις εξαγωγές φαρμακευτικών φυτών, πριν λίγα χρόνια, στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο πρώτη ήταν η Αλβανία με 13.000 τόνους, ενώ η Ελλάδα σχεδόν τελευταία με 900 τόνους. Από όλα αυτά τα ενδημικά  φυτά έχουμε πιστοποίηση και καλλιέργεια μόνο σε 4 (ρίγανη, μέντα, φασκόμηλο, τσάι του βουνού). Τραγικό ε;

Και φυσικά επανέρχομαι για τη δημιουργία πρότυπων αγροκτημάτων σε κάθε περιφέρεια, όπου οι νέοι κυρίως αγρότες θα μαθαίνουν να καλλιεργούν πρότυπα τις καλλιέργειες της κάθε περιοχής.

Αποφεύγω τα πολύ σύντομα άρθρα γιατί δεν μπορεί όπως καταλαβαίνετε να γραφεί σύνοψη μαιευτικής σε μία σελίδα. Με κάθε λοιπόν επιφύλαξη να μην γίνω απλοϊκός και μετά από δεκάδες μηνύματα που μου στέλνουν αναγνώστες τόλμησα να γράψω σήμερα, αυτό το σύντομο άρθρο, τονίζοντας από πού θα έπρεπε να ξεκινήσουμε αύριο τώρα που άνοιξε το Αγροτικό Πρόγραμμα για το 2016-2020.

Οι νέες προσπάθειες στην αγροτική παραγωγή πρέπει οπωσδήποτε να περιέχουν δράσεις στους τομείς αυτούς.

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή