Ζήτηση, προσφορά και τα χαρακτηριστικά ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης Reviewed by Momizat on . Έλενα Παπαδοπούλου: Χρειάζεται η ελληνική οικονομία παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς ή στην πλευρά της ζήτησης; Δύο παραδείγματα για το πώς τίθεται στον πο Έλενα Παπαδοπούλου: Χρειάζεται η ελληνική οικονομία παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς ή στην πλευρά της ζήτησης; Δύο παραδείγματα για το πώς τίθεται στον πο Rating: 0

Ζήτηση, προσφορά και τα χαρακτηριστικά ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης

Elena Papadopouloy
Έλενα Παπαδοπούλου: Χρειάζεται η ελληνική οικονομία παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς ή στην πλευρά της ζήτησης; Δύο παραδείγματα για το πώς τίθεται στον πολιτικό διάλογο σήμερα ένα αναλυτικό και πολιτικό ερώτημα με μεγάλη ιστορία: Τον Σεπτέμβρη του 2014 το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε μια ανακοίνωση με την οποία αξιολογούσε θεωρητικά και δημοσιονομικά το πρόγραμμα που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Εκεί ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «[…] η ελληνική οικονομία έχει πρόβλημα προσφοράς και όχι ζήτησης. Εάν η παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας δεν βελτιωθεί, η όποια αύξηση της ζήτησης θα μετατραπεί σε εισαγωγές και όχι ανάπτυξη». Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από μια φράση του Υπ. Οικονομικών, Γκ. Χαρδούβελη, στην ομιλία του στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό του 2015 με την οποία ολοκλήρωσε έναν αντίστοιχο συλλογισμό: «Η Ελλάδα πρέπει να επουλώσει τη χαμένη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, την πλευρά της προσφοράς. Έτσι μόνο τελικά θα δημιουργηθεί και ζήτηση στην οικονομία».

zitisi
Ζήτηση
Το τελευταίο κομμάτι αυτής τη φράσης, «η ζήτηση θα προέλθει μέσα από την προσφορά», παραπέμπει σε έναν από τους πιο γνωστούς «νόμους» στην επιστήμη των οικονομικών, το νόμο του Say. Ο νόμος αυτός, εγκαταλείφθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των οικονομολόγων όταν καταρρίφθηκε την περίοδο της Μεγάλης Κρίσης της δεκαετίας του ’30 γιατί δεν μπορούσε ούτε να ερμηνεύσει ούτε να απαντήσει στο πρόβλημα της γενικευμένης οικονομικής στασιμότητας και της τεράστιας ανεργίας. Τότε έγινε κατανοητή, μέσω της Γενικής Θεωρίας του Κέυνς, η αδυναμία αυτορρύθμισης μιας οικονομίας που παγιδεύται σε τέλμα και ο ρόλος της ζήτησης που μπορεί και πρέπει να δημιουργηθεί μέσα από την παρέμβαση του κράτους.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα αντίστοιχο ερώτημα. Ισχυρίζομαι ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ένα μεγάλο θετικό σοκ στην πλευρά της ζήτησης, τόσο στο κομμάτι της κατανάλωσης, αλλά, κυρίως, στο κομμάτι της επένδυσης το οποίο απαιτεί σημαντική δημόσια παρέμβαση .
The even more radical Keynesian view is consumption must go up first to influence expected demand so that investment then responds to meet that expected demand

Σχετικά με την κατανάλωση πρέπει να παρατηρήσουμε το εξής: Η αύξηση του εισοδήματος, της καταναλωτικής δύναμης και τελικά της ευημερίας των εργαζόμενων στρωμάτων είναι φυσικά προτίστως ζήτημα αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης και μιας μεγάλης αναγκαίας αναδιανομής. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί τμήμα ενός ενάρετου κύκλου αναθέρμανσης της οικονομίας. Το επιχείρημα του Υπουργείου Οικονομικών αντικρούει την παρέμβαση αυτή σε δύο επίπεδα. Αφενός λέει ότι η όποια δυνατότητα για την αύξηση της κατανάλωσης σήμερα επαναφέρει άμεσα στο μοντέλο «πλασματικής υπερκατανάλωσης» του παρελθόντος , αφετέρου ότι πλήττει τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών οδηγώντας σε αύξηση των εισαγωγών. Το επιχείρημα αυτό αγνοεί δύο πράγματα. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι οι εισοδηματικές ανισότητες και η διεύρυνσή τους μέσα στην κρίση βρίσκεται στον πυρήνα του στρεβλού οικονομικού (και όχι μόνο αναπτυξιακού) μοντέλου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Η πρόσφατη μεγάλη συζήτηση στην οικονομική κοινότητα μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Th. Piketty δεν μπορεί να μένει έξω από τον προβληματισμό σε καμία «εθνική» περίπτωση. Το δεύτερο έχει να κάνει με το είδος της αναδιάρθρωσης που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία. Έχει υποστηριχθεί πολλές φορές (ακόμα και στις εκθέσεις του ΔΝΤ), ότι η βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην Ελλάδα είναι κυκλική και όχι διαρθρωτική. Υπ’ αυτή την έννοια πράγματι ένα κομμάτι του εισοδήματος και της αύξησης της κατανάλωσης θα αυξήσει τις εισαγωγές. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι πραγματικά λανθασμένες επιλογές γίνονται και στην πλευρά της προσφοράς.
ergasia
Ας πάμε όμως στο δεύτερο σημαντικό μέρος της ζήτησης που είναι οι επενδύσεις. Αυτό που δεν μπορεί να μην γίνεται αντιληπτό σε μια περίοδο βαθιάς ύφεσης, είναι ο ρόλος των δημόσιων επενδύσεων, όχι με τους όρους της κατασπατάλησης που είχαν καθιερωθεί μέχρι τώρα, και που ως πρακτική στιγμάτισαν στην κοινή συνείδηση τη σημασία και τη χρησιμότητα τους, αλλά ως απαραίτητη παρέμβαση που απαντάει σε κοινωνικές ανάγκες και ταυτόχρονα δημιουργεί συνθήκες για την επένδυση και του ιδιωτικού τομέα. Η σχετική θεωρητική συζήτηση είναι έντονη και σ’ αυτό το πεδίο, αλλά δυστυχώς δεν έχει επηρεάσει σοβαρά την πολιτική ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το περίφημο «πακέτο Γιούνκερ». Η αρχική παραδοχή από την πλευρά της Επιτροπής ότι η αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας συνδέεται με ένα μεγάλο πανευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα ήταν μια ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, οι λεπτομέρεις του προγράμματος που ανακοινώθηκαν στα τέλη του περασμένου μήνα προκάλεσαν έντονη κριτική και αμφισβήτηση για το αν τα 21 δις ευρώ, αντί για 300, όπως αρχικά είχε ανακοινωθεί (που στην πραγματικότητα αφορά η συνεισφορά δημόσιων ευρωπαϊκών πόρων) μπορούν να καλύψουν το επενδυτικό κενό στην Ευρώπη και να απαντήσουν στο αυξανόμενο πρόβλημα της στασιμότητας και του αποπληθωρισμού.
ergasia

Προσφορά
Ωστόσο, μια πραγματικά ριζοσπαστική αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης βρίσκεται πράγματι στην πλευρά της προσφοράς, και σ’ αυτό το σημείο το δίλημμα που θεωρεί τις παρεμβάσεις στην ζήτηση και τις παρεμβάσεις στην προσφορά αμοιβαία αποκλειόμενες, γίνεται εντελώς παραπλανητικό. Εδώ μπαίνουν τα πραγματικά διλήμματα που αφορούν τα χαρακτηριστικά του νέου αναπτυξιακού μοντέλου, τα οποία προκύπτουν μέσα από τα βασικά ερωτήματα της παραγωγής: ποιός παράγει, τι παράγει, πώς το παράγει, για ποιόν το παράγει.

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό έχει να κάνει με το μείγμα των οικονομικών υποκειμένων που συμμετέχουν στην παραγωγή. Αντίθετα με τη νεοφιλελεύθερη άποψη που υποστηρίζει ότι η επανεκκίνηση, αλλά και η οικοδόμηση ενός διαφορετικού μοντέλου στηρίζεται αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Σε αντίθεση με αυτό, υποστηρίζω ότι ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που θα είναι προσανατολισμένο στις κοινωνικές ανάγκες και θα προστατεύει το περιβάλλον δεν μπορεί παρά να βασίζεται στο συνδυασμό δημόσιου, ιδιωτικού, και κοινωνικού τομέα, ο οποίος μπορεί να κινητοποιήσει πολλαπλάσιες δυνάμεις καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια διαφορετική λογική στην οικονομική οργάνωση και δραστηριότητα.

2) Το δεύτερο χαρακτηριστικό σχετίζεται με το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων. Το γεγονός ότι παραδοσιακά σημαντικοί κλάδοι στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αποτελούν κομμάτι όλων σχεδόν των αναλύσεων ενός νέου παραγωγικού προτύπου δεν είναι τυχαίο. Ωστόσο, η αναδιάρθρωσή τους, αλλά και η απαραίτητη ανάπτυξη νέων, πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια. Ένα από αυτά μπορεί είναι οι πολλαπλασιαστκές συνδέσεις μεταξύ τους. Δηλαδή η δυνατότητα χρησιμοποίησης του προϊόντος του ενός για την παραγωγή του άλλου. Στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η κατανόηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δραστηριοτήτων όχι κλαδικά, αλλά ως συστήματα. Ένα δεύτερο κριτήριο θα μπορούσε να είναι η ελαστικότητά του προϊόντος τους σε σχέση με την ποιότητα. (i.e. income elasticity of demand) Το μοντέλο της εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόζεται και στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού είναι πολλαπλά καταστροφικό. Εξαθλιώνει τους εργαζόμενους χωρίς να αποδίδει σε όρους ανταγωνιστικότητας, ενώ οδηγεί σε μισθολογικό ντάμπινγκ την Ευρώπη συνολικά. Η επένδυση στο υψηλής εκπαίδευσης εργατικό δυναμικό που αυτά τα χρόνια εγκαταλείπει μαζικά τη χώρα προϋποθέτει μια εντελώς διαφορετική λογική για τους όρους και τις σχέσεις εργασίας, αλλά και για το είδος των προϊόντων που παράγονται.

3) Το τρίτο χαρακτηριστικό αφορά μια σειρά από πράγματα που έχουν να κάνουμε με τη διαδικασία της παραγωγής. Ένα βασικό κριτήριο εδώ είναι η προστασία του περιβάλλοντος, το οικολογικό αποτύπωμα, και η χαμηλή κατανάλωση ενέργειας. Ένα άλλο, εξίσου σημαντικό στοχείο όμως είναι το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται στην παραγωγή όσον αφορά την οργάνωση, την ιδιοκτησία, τα υποκείμενα και τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων που σχετίζονται με την παραγωγική δραστηριότητα. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποτελέσει πυρήνα σημαντικών καινοτομιών στη λειτουργία των παραγωγικών μονάδων, που δεν αφορούν μόνο την τεχνολογία, αλλά και άλλα εξίσου σημαντικά κομμάτια της παραγωγής, όπως η μεθοδολογία λήψης αποφάσεων. Ο λόγος που η Αριστερά δίνει ιδιαίτερη σημασία στην κοινωνική οικονομία και στα πειράματα συλλογικής διαχείρισης είναι ακριβώς αυτός. Για να γίνει όμως ευρύτερα αποδεκτός στην κοινωνία ως εναλλακτικός τρόπος οικονομικής οργάνωσης πρέπει να δείξει ότι μαθαίνει από τις εμπειρίες και του παρελθόντος και των περιοχών του κόσμου όπου εφαρμόζεται άρα γίνεται κατανοητός με όρους κοινωνικής αποτελεσματικότητας.

4) Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό έχει να κάνει με τη χωρική «αγκίστρωση» της παραγωγής και τη δημιουργία οικοσυστημάτων. Η ενσωμάτωση της παραγωγής στην περιοχή και στην κοινωνία όπου πραγματοποιείται απαντάει και στο πρόβλημα της εύκολης μεταφοράς των οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά και στα οφέλη που προκύπτουν για ολες τις πλευρές από τις ευθύνες και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις που δημιουργεί μια τέτοιου είδους συνύπαρξη και συνεργασία.
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά σχετίζονται με τη δεύτερη από τις δυσκολίες στις οποίες αναφέρθηκα στην αρχή: αποτελούν κριτήρια δημιουργίας ενός πιο στέρεου εδάφους για τη σχέση των ριζικών επιμέρους αλλαγών με τον μετασχηματισμό του συνόλου. Σχηματικά δηλαδή, συνιστούν ένα κομμάτι της διαδικασίας μετατροπής αξιών και βασικών αρχών σε συγκεκριμένους στόχους, εξειδίκευσης των στόχων αυτών σε κριτήρια για την επιλογή του τρόπου, των εργαλείων, της μεθοδολογίας, του θεσμικού πλαισίου που διέπει την παραγωγή και τελικά μετάφραση των κριτηρίων σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.

Αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει οδηγός και για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που αναφέρθηκαν, αλλά και για την μεταβατική πορεία προς ένα πραγματικά διαφορετικό και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που θα λειτουργεί σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή