Κουτσόχερο – Δύσκολα βράδια, γεμάτα ελπίδα! Reviewed by Momizat on . Σούρουπο, βραδιάζει στη Λάρισα και το σκοτάδι διαδέχεται το φως της ημέρας. Τα φώτα της πόλης απλώνονται παντού, δημιουργώντας μια ρομαντική ατμόσφαιρα. Είναι Κ Σούρουπο, βραδιάζει στη Λάρισα και το σκοτάδι διαδέχεται το φως της ημέρας. Τα φώτα της πόλης απλώνονται παντού, δημιουργώντας μια ρομαντική ατμόσφαιρα. Είναι Κ Rating: 0

Κουτσόχερο – Δύσκολα βράδια, γεμάτα ελπίδα!

prosfyges koytsoxero

Σούρουπο, βραδιάζει στη Λάρισα και το σκοτάδι διαδέχεται το φως της ημέρας. Τα φώτα της πόλης απλώνονται παντού, δημιουργώντας μια ρομαντική ατμόσφαιρα. Είναι Κυριακή αργά το απόγευμα και ο κόσμος ετοιμάζεται για τη βραδινή του έξοδο. Στους κεντρικούς δρόμους εμφανίζονται ατελείωτες ουρές από αυτοκίνητα και παρέες που σκορπούν χαμόγελα και φωνές. Είμαι έτοιμος για την «έξοδό» μου απόψε, φιλοξενώ έναν φίλο και συνάδελφο από το «Ρόιτερ», που με παρακάλεσε να τον συνοδεύσω στον καταυλισμό τον προσφύγων, στο στρατόπεδο στο Κουτσόχερο.

Φτάνουμε στην είσοδο και καλησπερίζουμε τους αστυνομικούς, που μας συνοδεύουν στον συνταγματάρχη, ο οποίος είναι υπεύθυνος του καταυλισμού. Μετά τις συστάσεις, αυτός ο ευγενέστατος κύριος μας συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί στη φωτογράφισή μας για να μην προσβάλουμε κανέναν. «Αν και δεν υπάρχει πρόβλημα. Αρκετοί ξέρουν αγγλικά, και γενικά δεν λένε όχι στις φωτογραφίες. Προσέξτε μόνο τις γυναίκες, κάποιες αποφεύγουν και δεν θέλουν να φωτογραφηθούν, προφανώς, λόγω θρησκείας», ήταν οι συμβουλές του.

Ένας χωματόδρομος κόβει στη μέση τον καταυλισμό, κατά μήκος του οποίου έχουν στηθεί κολόνες της ΔΕΗ που φωτίζουν όλη την περιοχή. Η βραδιά είναι κρύα και πολλοί έχουν ανάψει φωτιές για να ζεσταθούν . Αρκετοί κουβαλούν κλαδιά και ξύλα από τους γύρω λόφους .

Ο Αχμεντ είναι Αφγανός, γνωρίζει ελάχιστα αγγλικά που όμως είναι αρκετά για να μου περιγράψει πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση εδώ, αλλά σίγουρα είναι καλύτερη απ’ ό,τι στην πατρίδα του. Την ημέρα μαζί με την οικογένειά του μάζεψε ξερά χόρτα και κλαδιά γιατί «τα βράδια εδώ έχει πολύ κρύο και χωρίς τη φωτιά είναι δύσκολα», μου λέει. «Από αύριο ο καιρός αλλάζει, ανεβαίνει η θερμοκρασία, θα έχει ήλιο, θα κάνει ζέστη» – προσπαθώ να τον παρηγορήσω. Τον ρωτώ αν μπορώ να τραβήξω μερικές φωτογραφίες, «yes yes yes, no woman», γνέφει κουνώντας το κεφάλι του και κάθεται δίπλα στη φωτιά.

Συνεχίζω να περπατάω ανάμεσα στις σκηνές, παντού κρεμασμένα ρούχα πάνω στις αυτοσχέδιες κρεμάστρες, είναι τα σχοινιά δεμένα ανάμεσα στις σκηνές. Μια παρέα από τέσσερις Αφγανούς καθισμένοι γύρω από τη φωτιά ετοιμάζουν το τσάι. Μετά τη γνωριμία μας βγάζω μερικές φωτογραφίες, τις εμφανίζω στην οθόνη της μηχανής και τις δείχνω: «good good», ακούω τη φωνή του νεαρού που με προσκαλεί να πιούμε όλοι μαζί τσάι. Μπορεί να έλειπε η ζάχαρη αλλά το ζεστό ρόφημα ήταν υπέροχο μέσα στην παγωμένη βραδιά.

Καθώς περιπλανιόμουν μέσα στον καταυλισμό με τη φωτογραφική μηχανή, όλοι με χαιρετούσαν, ενώ τα παιδιά έτρεχαν μπροστά μου και έπαιρναν πόζα φωνάζοντας soura soura soura (βγάλε μας φωτογραφία). Γεμάτα χαμόγελα, έκαναν διάφορους μορφασμούς και στήνονταν μπροστά στον φακό με την παιδική αθωότητα που διακρίνει όλα τα παιδιά του κόσμου.

Βγάζω μερικές φωτογραφίες τα πιτσιρίκια, που ενθουσιάζονται καθώς τις βλέπουν μετά στην οθόνη της μηχανής. Μετά από λίγο με πλησιάζει ένας Σύριος και με χαμόγελο μου λέει ότι έχει δύο μηνών γιο και θα ήταν τιμή γι’ αυτόν να περάσω στη σκηνή του και να φωτογραφίσω την οικογένειά του. Δεν μπορούσα να αρνηθώ στον Farid. Μια μικρή ακτίνα φωτός από ένα μικρό φαναράκι φώτιζε το πιτσιρίκι καθώς η μάνα του το κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της. Μέσα στη σκηνή έκανε κρύο, το μωρό ντυμένο ζεστά, φορούσε σκουφάκι και γκρίνιαζε, μάλλον ήταν η ώρα του ύπνου και το φλας της μηχανής το ενοχλούσε. Ο Farid είναι αισιόδοξος, «γλιτώσαμε από έναν πόλεμο – μου λέει -, πιστεύω ότι θα καταφέρουμε να πάμε στη Γερμανία και να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. ΟΙ Έλληνες είναι πολύ καλοί άνθρωποι και τους ευχαριστώ για όλα όσα έκαναν και κάνουν για μας». «Μα τα σύνορα είναι κλειστά, φίλε μου και δεν ξέρουμε πότε θα ανοίξουν» – του λέω καθώς περπατάμε αφήνοντας πίσω στη σκηνή την οικογένειά του. «Εγώ πιστεύω ότι θα τα καταφέρω να πάω στη Γερμανία, άλλωστε έχω συγγενείς εκεί, πρέπει να πάω εκεί».

Δίνουμε τα χέρια μας, τον ευχαριστώ που μου επέτρεψε να φωτογραφίσω την οικογένειά του και χωρίζουμε με τις πιο ζεστές ευχές. Η ώρα περνάει και το κρύο γίνεται πιο τσουχτερό. Καθώς επιστρέφω στο αυτοκίνητο όπου με περίμενε ο φίλος μου, συναντώ έναν νεαρό που σέρνει με το ένα του χέρι μεγάλο κλαδί δέντρου και με το άλλο κρατάει ξύλα που έχει φορτώσει στην πλάτη του. Δίπλα του ένα κοριτσάκι τραβάει ένα μικρότερο κλαδί.

Η ώρα περνάει, τα παιδιά μαζεύονται σιγά-σιγά στις σκηνές για ύπνο, οι μεγάλοι κουβεντιάζουν μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές και το κρύο γίνεται τσουχτερό.

Άλλη μια νύχτα γεμάτη ελπίδα με ένα μέλλον αβέβαιο!

Κείμενο-φωτο: Τζέκας Λεωνίδας

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή