Έτσι, μετά από κοινωνική και πολιτική πίεση, έγινε αυτό το καθυστερημένο, χωρίς χρηματοδοτική διασφάλιση ακόμα, αλλά κρίσιμο και θετικό βήμα άρσης του θεσμικού αποκλεισμού των ανασφάλιστων από την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αυτό το βήμα «πιστώνεται» στο κίνημα κοινωνικής αλληλεγγύης στον χώρο της Υγείας και οι άνθρωποι των κοινωνικών ιατρείων πρέπει να αισθάνονται δικαιωμένοι και περήφανοι.

Όμως πρέπει να τονίσουμε ότι:

To νεοφιλελεύθερο σχέδιο της συρρίκνωσης του ΕΣΥ υπέρ της ιδιωτικής αγοράς Υγείας και ασφάλισης δεν αναιρείται και ο αποκλεισμός από τη δημόσια περίθαλψη συνεχίζεται με πραγματικούς όρους, δηλαδή μέσω της αδυναμίας των δημόσιων δομών να καλύψουν τις αυξημένες λόγω της κρίσης ανάγκες των ασθενών, μέσω της υποχρηματοδότησης και της λειτουργικής κατάρρευσης των δημόσιων νοσοκομείων, μέσω της δυσβάστακτης οικονομικής επιβάρυνσης των πολιτών για να έχουν πρόσβαση στην ιατρική παρακολούθηση, στις εξετάσεις, στα φάρμακα και στη νοσηλεία που χρειάζονται. Άρα όσο διαρκεί η λιτότητα θα «παράγεται» υγειονομική ανισότητα και αποκλεισμός, στην πράξη, των φτωχών και αδύναμων. Στο πρόσφατο νομοσχέδιο που ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία, η ανισότητα στην περίθαλψη μονιμοποιείται και επεκτείνεται με τα απογευματινά ιδιωτικά χειρουργεία στο ΕΣΥ, δημιουργώντας ασθενείς δύο ταχυτήτων στο ίδιο νοσοκομείο, με μοναδικό διακριτικό στοιχείο την αγοραστική τους δύναμη.

Οι μετανάστες χωρίς χαρτιά δεν συμπεριλαμβάνονται στη ρύθμιση και με αυτή την έννοια η χρησιμότητα των κοινωνικών ιατρείων σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητείται. Όσο υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτή τη χώρα που δεν «αναγνωρίζονται» από το διάτρητο μνημονιακό κράτος, όσο το πολιτικό αίτημα της καθολικότητας και της ισοτιμίας στην περίθαλψη δεν κατοχυρώνεται, τόσο η «ασπίδα προστασίας» της κοινωνικής αλληλεγγύης θα είναι απολύτως αναγκαία.

Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη έχει καταβαραθρωθεί σε επικίνδυνα επίπεδα (η κατά κεφαλή δαπάνη είναι 178 ευρώ το 2014, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. των 27 είναι 320 ευρώ) και από τις μέχρι στιγμής δηλώσεις του υπουργού Υγείας φαίνεται ότι τα φάρμακα των ανασφάλιστων θα καλυφθούν χωρίς επιπλέον χρηματοδότηση και με μετακύλιση του κόστους στη φαρμακευτική αγορά. Η αδυναμία μεγάλου τμήματος του πληθυσμού (57%) να αντιμετωπίσει την αυξημένη οικονομική συμμετοχή στο κόστος των φαρμάκων θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο. Και η συνεισφορά των κοινωνικών φαρμακείων θα εξακολουθήσει να είναι σημαντική.

Συμπερασματικά, το βήμα που έγινε δικαιώνει και ενθαρρύνει τον αγώνα διαρκείας για το δικαίωμα όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από εργασία, ασφάλιση, εισόδημα και νομιμότητα παραμονής, να έχουν την ώρα της ανάγκης δωρεάν και αξιόπιστη δημόσια περίθαλψη. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιμείνει στους όρους υλοποίησης της ΚΥΑ, θα διεκδικήσει μαζί με τους εργαζόμενους στο ΕΣΥ και τους ανθρώπους των κοινωνικών ιατρείων τη λειτουργική και χρηματοδοτική διασφάλισή της, αλλά και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της σε όλο τον ανασφάλιστο πληθυσμό.

Για την Αριστερά, η Υγεία είναι χώρος αναγκών και δικαιωμάτων και όχι χώρος επιχειρηματικότητας, αγοράς και κερδοφορίας. Αυτή είναι η κομβική ιδεολογική μας διαφορά με τον νεοφιλελευθερισμό και από αυτήν απορρέει η πολιτική μας αντίθεση στα σχέδια των κυβερνώντων για ολιγοπωλιακή αναδιάρθρωση της αγοράς υπηρεσιών Υγείας και κοινωνικής φροντίδας. Η υπεράσπιση και ανασυγκρότηση του ΕΣΥ και του Κοινωνικού Κράτους είναι ζήτημα ποιοτικών υγειονομικών στάνταρ, ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι όρος άρσης των κοινωνικών ανισοτήτων και άρα ζήτημα κοινωνικής «μεροληψίας» και δημοκρατίας.

 

* Ο Ανδρέας Ξανθός είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου, συντονιστής της ΕΕΚΕ Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ