Πρόσφυγες στην ίδια τους την πόλη για πολλά χρόνια Reviewed by Momizat on .     ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ Βασίλης Πάνος : Η απουσία μνημείου μνήμης τόσων πολλών θυμάτων από την πλημμύρα του Ληθαίου     ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ Βασίλης Πάνος : Η απουσία μνημείου μνήμης τόσων πολλών θυμάτων από την πλημμύρα του Ληθαίου Rating: 0

Πρόσφυγες στην ίδια τους την πόλη για πολλά χρόνια

Πρόσφυγες στην ίδια τους την πόλη για πολλά χρόνια

 

 

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ

Βασίλης Πάνος : Η απουσία μνημείου μνήμης τόσων πολλών θυμάτων από την πλημμύρα του Ληθαίου οφείλεται στο γεγονός ότι οι πολλοί διαχρονικοί ιθύνοντες εξακολουθούν να λεηλατούν τις παρόχθιες περιοχές των τριών μεγάλων ποταμών της πόλης (δίνοντας προστασία και ασυλία στους καταπατητές με ανταλλάγματα πάσης φύσεως).

Η πλημμύρα του Ληθαίου οφείλεται σε παρεμβάσεις (οικονομικών και πολιτικών παραγόντων) που έγιναν επί της κοίτης του και των παρόχθιων περιοχών του.

Πολλές δημοτικές αρχές των Τρικάλων(διαχρονικά) το αποσιωπούν το γεγονός της μεγάλης καταστροφής της πόλης, διότι η μνήμη αυτού του γεγονότος θα τους έφερνε μπροστά σε εκείνα που δεν έγιναν τότε(στην προστασία των ποταμών και των παρόχθιων περιοχών από τους φράχτες και τις βιοτεχνικές και βιομηχανικές παρεμβάσεις που ακόμη και σήμερα γίνονται και πολλοί καταπατητές των παρόχθιων μερών έχουν εισχωρήσει ακόμη και μέσα στο ρου των τριών μεγάλων ποταμών της πόλης.

Πρόκειται για ένα έγκλημα που παραμένει χωρίς τιμωρία

‘Ένα Χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου:

Χθες ακόμη όλα ήταν ήσυχα και ειρηνικά και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το παγόβουνο είχε ήδη αρχίσει το φονικό το ταξίδι του για να συναντήσει στη παγωμένη θάλασσα (στα βουνά των Χασίων) τον Τιτανικό(Τρίκαλα). Όπως στον Τιτανικό όλοι χαριεντίζονταν ακόμη και οι επιβάτες της τρίτης θέσης, έτσι και εδώ στα Τρίκαλα το δευτεριάτικο Παζάρι ήταν ένα μικρό πανηγυράκι.
Πήχτρα το Παζάρι με το πολύχρωμο πλήθος που περιφέρονταν ανάμεσα στις κότες, τα αυγά και τα ζαρβατικά και μαγεμένο από τις τραγουδιστές φωνές των πωλητών με τις βαρύτονες, μπάσες, ψηλές και δεύτερες φωνές γέμιζαν τα καλάθια τους και τους τροβάδες τους με όλα τα απαραίτητα εδώδιμα και αποικιακά.
«’Ελα, μουστερή μου, έλα κουμπάρε να φύγουμε», φώναζαν οι χωρικοί προς τους αστούς που περιεργάζονταν τα είδη τους προς πώληση και ρωτούσαν τις τιμές τους.
«Όσο-όσο παρ΄το κουμπάρε, γιατί θα έχουμε βροχή και πρέπει να φύγουμε για το χωριό».

« Ιούνιος 1907 : Ημέρα Δευτέρα 4 του μηνός, ημέρα παζαριού για τα Τρίκαλα, ζεστή καλοκαιριάτικη ημέρα, ουρανός καθαρός. Κατά τις 5 το απόγευμα μαύρα σύννεφα σκέπασαν την πόλιν, σκοτείνιασε ο ουρανός και φωτιζότανε από τις συνεχείς αστραπές. Οι Τρικαλινοί και ιδίως οι χωρικοί χάρηκαν, περίμεναν να βρέξει. Για να σωθούν τα σπαρτά τους που κινδύνευαν.
Προ 15 μάλιστα ημερών είχαν κάνει λιτανεία διά βροχήν. Η χαρά των όμως ύστερα από μισή ώρα, μετεβλήθη σε αγωνία και φόβον. Αυτή δεν ήτο βροχή, αυτή ήταν κατακλυσμός. Μέσα σε λίγες μέρες ξέσπασαν 12 φοβερές καταιγίδες, πρωτοφανείς.
Στις 10.30 μ.μ. μετά την τελευταία μπόρα, ακούστηκε μια δυνατή βοή από τα δυτικά, από την συνοικία Τρικκαίουγλου. Ένα θεόρατο κύμα κατέβαινε προς την πόλιν με ορμήν, παρεσύρον ό,τι έβρισκε εμπρός του.
Το ποτάμι ο Ληθαίος ξεχείλισε και το νερό άρχισε να απλώνεται στην πόλιν και πρώτα στις παρόχθιες συνοικίες (Τρικκαίουγλου-Άγιος Νικόλαος-Βουλγάρικα- Άγιος Κωνσταντίνος). Στις 11.30΄ο ουρανός ξαστέρωσε και το φεγγάρι σαν ειρωνεία φώτιζε την πολιτεία που κατεστραφότανε σιγά-σιγά……»
΄Έτσι αρχίζει την περιγραφή της μεγάλης καταστροφής των Τρικάλων ο Δημ. Τρ. Παπαζήσης σ΄ένα ιστορικό χρονογράφημα του. Και συνεχίζει λίγο παρακάτω :
«Η Τρίτη 5 Ιουνίου φανέρωσε το μέγεθος της καταστροφής…. Συντόμως διεπιστώθη ότι η θεομηνία ήτο τοπική, είχε την αρχή της στα Χάσια, όπου είναι αι πηγαί του Ληθαίου και αι καταρακτώδεις βροχαί έπεσαν κατά μήκος της λεκάνης του ποταμού, διότι εβεβαιώθη ότι εις την Λαζαρίνα, 22 χιλιόμετρα απέχουσαν των Τρικάλων, δεν έπεσεν σταλαγματιά βροχής.
Την επόμενην ημέραν, Τετάρτην, τα νερά υπεχώρησαν αλλ΄ η όψις της πόλεως είναι αγνώριστος, παχύτατον στρώμα λάσπης καλύπτει τα πάντα. Οι κάτοικοι ανασκάπτουν την λάσπην και με τα χέρια των ακόμη, αναζητώντας προ παντός προσφιλή των πρόσωπα, αλλά και έπιπλα, ρούχα και πράγματα παντός είδους.
Από παντού εζητείτο βοήθεια, από την πόλιν, από τα γύρω χωριά, χωρίς όμως να είναι εύκολος η παροχή της την πρώτην ημέραν, ευκολωτέρα ήτο η διαπίστωσις των τεραστίων υλικών ζημιών, τα ανθρώπινα θύματα ήτο αδύνατον να υπολογιστούν με την λάσπην, η οποία εκάλυπτε εις αρκετόν πάχος την πόλιν.
Όλαι αι γέφυραι αι συνδέουσαι την πόλιν παρεσύρθυσαν, πλην της κεντρικής σιδηράς. Ήτις υπέστη ζημίας, αλλ΄ αντέστη εις την ορμήν του ύδατος, και διευκόλυνε την επικοινωνίαν της πόλεως.
Η αναγνώρισις των θυμάτων είναι δύσκολος, η ταφή των ενεργείται υπό φρικιαστικάς συνθήκας και συνεχίζεται επί πολλάς ημέρας. Η πείνα αρχίζει να μαστίζει την πόλιν, δυο μόνον αρτοποιεία εργάζονται, οι κάτοικοι περιέρχονται την πόλιν φωνάζοντες ψωμί, ψωμί. Χιλιάδες ψυχές είναι στοιβαγμένες εις εκκλησίες, σχολεία, Δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα.
Αι αρχαί συνεχίζουν τας εκκλήσεις, διενεργούν έρανον μεταξύ των πλουσίων, ο οποίος όμως δυστυχώς δεν απέδωσεν παρά 13.000 δρχ.

Απευθύνονται προς τον πρωθυπουργόν και τον υπουργόν των εσωτερικών, αλλά αυτοί περί άλλα τυρβάζουν. Που να πονέσουν για τα Τρίκαλα».

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή