"Δημοσιογραφία είναι να δημοσιεύεις αυτά που κάποιος άλλος δεν θέλει να δημοσιευθούν." - Τζορτζ Όργουελ

31.3 C
Trikala

Πώς είπαμε το λάδι… λαδάκι – Πινγκ πονγκ μεταξύ παραγωγών, τυποποιητών, λιανεμπόρων

lafarm

Σχετικά άρθρα

Πώς το άλλοτε βασικό προϊόν της μεσογειακής διατροφής έγινε είδος πολύτιμο και εν ανεπαρκεία; ● Πώς η κλιματική κρίση ρίχνει λάδι στη φωτιά που κατακαίει τον αγροτικό τομέα ● Και πώς επιβιώνουν οι καταναλωτές που τους βγαίνει το λάδι σε κάθε επίσκεψη στο σουπερμάρκετ.

Νηστεύουμε το λάδι, αλλά τρώμε τον λαδά – η παλιά παροιμία δηλώνει υποκρισία, αλλά στις σημερινές μέρες με το ξέφρενο ράλι στις τιμές του λαδιού μπορεί και να περιγράφει κυριολεκτικά την πραγματικότητα που ζουν ήδη πολλά νοικοκυριά. Ενώ ελαιοπαραγωγοί σκέφτονται να προσλάβουν ακόμα και… σεκιούριτι στους ελαιώνες και να βάλουν μικροτσίπ στα λιόκαρπα, οι καταναλωτές νηστεύουμε ήδη αναγκαστικά το λάδι και τρώμε στη μάπα τον γερολαδά.

Γιατί το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είναι πιο υγιεινό από άλλα μαγειρικά έλαια

Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστείς το ελληνικό τοπίο χωρίς εκείνη. Δεμένη με τις ζωές των ανθρώπων που κατοικούν ετούτη τη χώρα από τα αρχαία χρόνια, η καλλιέργειά της χάνεται στους αιώνες: στα μινωικά ανάκτορα και στην ιερογλυφική γραφή των Μυκηναίων, στα έπη του Ομήρου κι από εκεί στο δημοτικό τραγούδι, στους στίχους του Σεφέρη, του Ελύτη, του Βρεττάκου, στις ζωγραφιές του Θεόφιλου, αλλά και στα μυστήρια των χριστιανών –το πρώτο και το τελευταίο ταξίδι του πιστού, τη βάφτιση και το ξόδι–, στους Ολυμπιακούς Αγώνες από τότε που μοναδικό έπαθλο των αθλητών ήταν ένα κλαδί της, μέχρι και στις σημερινές Ολυμπιάδες των χορηγών και των δισεκατομμυρίων κερδών, έστω ως σύμβολο μιας άλλης μακρινής εποχής. Η ελιά είναι πανταχού παρούσα στην Ελλάδα, όπως και το λάδι, το βασικό στοιχείο της διατροφής των λαών στη Μεσόγειο. Μέχρι και λίγους μήνες πριν.

Χρυσό» το ελαιόλαδο φέτος τον χειμώνα: Στα ύψη οι τιμές – Στα 130 ευρώ ο τενεκές στην Αχαΐα - Notospress.gr

«Να το λουστείτε το λαδάκι σας κι εμείς θα κάνουμε τα κουμάντα μας. Αϊ σιχτίρι, γερολαδάδες!» Η γυναίκα που γράφει εξοργισμένη είναι ένα από τα αναρίθμητα μέλη της ομάδας που έχει δημιουργηθεί στο facebook με σκοπό να φέρει σε άμεση επαφή καταναλωτές και παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, παρακάμπτοντας τους μεσάζοντες και προσφέροντας μια δίκαιη τιμή και στις δύο πλευρές. Μέλι, αγροτικά προϊόντα, όσπρια και, φυσικά, λάδι είναι αυτά που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη κίνηση, ωστόσο, από τότε που ξεκίνησε το ξέφρενο ράλι των τιμών του ελαιόλαδου, ο διαδικτυακός τοίχος θυμίζει περισσότερο εμπόλεμη ζώνη. «Δεν έχετε δει πώς είναι η ζωή στα χωράφια, τόσα χρόνια δεν μας ρωτήσατε πώς τη βγάζουμε, ελάτε κι εσείς από τις πόλεις εδώ να δείτε τη γλύκα».

Κρήτη: Το ελαιόλαδο μπορεί να φτάσει τα 4 ευρώ ή και να τα ξεπεράσει - Όλος ο σχεδιασμός του νέου Φορέα | ekriti.gr

Ο Νοέμβριος είναι ο μήνας που ξεκινάει το μάζεμα της ελιάς. Φέτος όλοι περιμένουν με αγωνία να δουν πόσες ελιές θα δώσουν τα δέντρα που –και στην Ελλάδα– χτυπήθηκαν ανελέητα από την κλιματική κρίση. Ωστόσο, οι τιμές έχουν πάρει εδώ και μήνες την ανηφόρα, αφού η Ισπανία, η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα, αντιμετώπισε εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα επίσης λόγω των καιρικών φαινομένων. Ετσι, οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν και εδώ για τα περσινά λάδια, αυτά πουν είχαν μείνει στις αποθήκες των παραγωγών ή των εμπόρων. «Ο ντενεκές έχει φτάσει να πουλιέται χρυσάφι – ασφαλώς κρατάω λάδι. Τις προηγούμενες χρονιές που βγαίναμε τσίμα τσίμα, ήρθε κανείς να μας ρωτήσει πώς τη βγάζαμε; Το τυρί έφτασε να κοστίζει 14 ευρώ και το λάδι 10 ευρώ και οι καταναλωτές φωνάζουν, αλλά κανένας δεν έχει δει τα δικά μας κοστολόγια – από τα εφόδια και τα λιπάσματα μέχρι τα εργατικά, που έχουν φτάσει στον Θεό και πάλι εργάτες δεν βρίσκεις». Η Μαρία είναι παραγωγός σε ένα χωριό της Ηλείας και είναι από τους τυχερούς που, εκτός απροόπτου, και φέτος θα μαζέψουν καρπό.

Μια παλιά παροιμία της αγροτικής Ελλάδας έλεγε: «ο Θεός να φυλά τα λιόδενδρα απ’ το νερό τ’ Αυγούστου» – φέτος τα νερά ήρθαν πολύ νωρίτερα και ήταν καταστροφικά. «Ο περσινός χειμώνας ήταν πολύ ήπιος, ενώ τον Απρίλιο και τον Μάιο έβρεχε συνεχώς. Αυτό οδήγησε σε μειωμένη καρπόδεση, δηλαδή τα δέντρα είχαν άνθη, τα οποία λόγω βροχοπτώσεων δεν έδεσαν όπως θα έπρεπε», εξηγεί η Μαρία και κάνει μια δυσοίωνη πρόβλεψη:

«Στην Ηλεία, όπως όλα δείχνουν, φέτος θα πέσουμε πιθανότατα κάτω από τους 2.000 τόνους». Εξίσου δραματική είναι και η εκτίμηση για την Κρήτη, όπου πέρυσι παρήχθησαν 130.000 τόνοι ελαιόλαδο, ενώ φέτος οι ελαιοπαραγωγοί περιμένουν 30.000-35.000 τόνους. Οπως ανέφερε στη δημόσια τηλεόραση ο αντιπρόεδρος της Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου Κρήτης (Αγροτική Σύμπραξη), Μύρωνας Χιλετζάκης, «η τιμή του λαδιού σήμερα στον παραγωγό είναι 8,40 ευρώ/λίτρο συν ΦΠΑ, στο ράφι είναι 13,25 ευρώ/λίτρο. Υπάρχει μεγάλη αισχροκέρδεια γιατί το 80% του ελαιόλαδου έφυγε πέρυσι από τους παραγωγούς στην τιμή 4,5 με 5 ευρώ το λίτρο και σήμερα βλέπουμε αυτά τα λάδια στο ράφι με 13,25 ευρώ το λίτρο».

Οσοι έχουν ζήσει στο εξωτερικό, έχουν δει το ελαιόλαδο να ψεκάζεται με ψεκαστηράκια στις σαλάτες ή να προσφέρεται σε μπουκαλάκια-κομψοτεχνήματα ως ακριβό δώρο σε κάποια γιορτή. Οι μεγαλύτεροι ίσως και να θυμούνται τη μάνα τους να βάζει λάδι στο φαγητό με το δάχτυλο στο στόμιο μπας και ξεφύγει κάποια παραπανίσια σταγόνα από το εκλεκτό άρτυμα. Φαίνεται πως δεν βρισκόμαστε πολύ μακριά από τέτοιες εικόνες και σήμερα.

Ηδη σε σουπερμάρκετ έχουν εμφανιστεί αντικλεπτικά στις συσκευασίες λαδιού, όπως στα αλκοολούχα, ενώ αγρότες σκέφτονται να προσλάβουν σεκιούριτι για τους ελαιώνες ή να τοποθετήσουν μικροτσίπ στον ελαιόκαρπο ή ακόμα και να αντιγράψουν τη χάιτεκ ισπανική μέθοδο και να τοποθετήσουν στα λιοστάσια ομοιώματα ελιάς με GPS που ενεργοποιούνται όταν οι κλέφτες φύγουν, δίνοντας το στίγμα τους στο smartphone του παραγωγού. Απίστευτα πράγματα, αλλά πώς όχι, όταν τα 100 κιλά λάδι έχουν φτάσει τα 1.000 ευρώ…

Ποιος κερδίζει από την αισχροκέρδεια η οποία είναι μη αναχαιτίσιμη κατά την κυβέρνηση; Ολοι, από τους ελαιοπαραγωγούς μέχρι τους εμπόρους, αλλά και την ίδια την κυβέρνηση μέσω του αυξημένου ΦΠΑ που μπαίνει στα κρατικά ταμεία.

Ο μεγάλος χαμένος είναι ο καταναλωτής, αφού ακόμα και όσοι έχουν μερικές ρίζες ελιές για τις ανάγκες του σπιτιού τους είναι πολύ πιθανό φέτος να μην έχουν καθόλου λάδι.

Οπως ο Κώστας, δημόσιος υπάλληλος, που με έναν μισθό καλείται να καλύψει τις ανάγκες του διμελούς νοικοκυριού του. «Σήμερα μαγείρεψα για πρώτη φορά με ηλιέλαιο», μας λέει. «Δεν είναι το ίδιο νόστιμο, αλλά θα ψάξω και στο ίντερνετ για συνταγές. Για το δικό μας το σπίτι το λάδι είναι πια απλησίαστο. Φέτος ένας 16λιτρος ντενεκές έχει φτάσει στα 180-185 ευρώ, από 90-100 ευρώ πέρσι. Ετσι, στο δίλημμα να πληρώσω πετρέλαιο θέρμανσης ή για το λάδι της χρονιάς, ασφαλώς και ψηφίζω το πρώτο».

miron_xiletzakis

Το αόρατο «χρηματιστήριο» του ελαιόλαδου

Μύρων Χιλετζάκης, πρόεδρος της Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου Κρήτης

«Το λάδι είναι χρηματιστήριο. Οποιος λέει ότι ξέρει πού θα πάει η τιμή του αύριο, λέει ψέματα». Ο πρόεδρος της Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου Κρήτης, Μύρων Χιλετζάκης, αποδίδει την άνοδο των τιμών του ελαιόλαδου σε έναν συνδυασμό παραγόντων, με προεξάρχουσα την κλιματική αλλαγή. «Οταν ο μεγαλύτερος παίκτης της αγοράς, ο Ισπανός, είχε μείωση της τάξης του 70% στη σοδειά του 2022-23, και το κακό συνεχίζεται το 2023-24, αυτό είναι το πρόβλημα το βασικό. Δεν υπάρχει λάδι. Οταν δεν υπάρχει λάδι, η τιμή αυξάνεται, δεν την αύξησε ο παραγωγός. Ισα ίσα που ο παραγωγός έχει βάλει πλάτη όλα τα προηγούμενα χρόνια, όταν το πουλάγαμε σε εξευτελιστικές τιμές», λέει στην «Εφ.Συν.».

Στον συνδυασμό της κλιματικής αλλαγής με την παγκοσμιοποίηση της αγοράς αποδίδει την άνοδο των τιμών στο ελαιόλαδο και η κυβέρνηση. «Να εξηγήσουμε ότι οι τιμές του λαδιού είναι παγκόσμιες τιμές. Και έχουν πολύ να κάνουν με την προσφορά και τη ζήτηση και τη δυναμική της παραγωγής σε άλλες χώρες, κυρίως στην Ιταλία και την Ισπανία», δήλωσε στην τελευταία τηλεοπτική του συνέντευξη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ασπαζόμενος κι αυτός την ερμηνεία του άτυπου «διεθνούς χρηματιστηρίου» ελαιόλαδου.

Στην ίδια συνέντευξη πρόσθεσε, σαν παρηγοριά στον άρρωστο, ότι «επειδή η Ελλάδα εξάγει λάδι, αυτό που είναι πρόβλημα για τον καταναλωτή είναι όφελος για τον παραγωγό», προκαλώντας την αντίδραση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανου Κασσελάκη, που έκανε λόγο για «κυβέρνηση λαδέμπορων». Με τη σειρά του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κατηγόρησε τον επικεφαλής του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για «fake news» και ο εκπρόσωπος Τύπου της Ν.Δ., Νίκος Ρωμανός, ότι έφτασε «στο απόλυτο σημείο χυδαιότητας να εξισώνει τους παραγωγούς με τους μαυραγορίτες της Κατοχής».

Αυτός όμως που μίλησε πρώτος για μαύρη αγορά, χωρίς να κατηγορήσει τους παραγωγούς, αλλά αποδεχόμενος την αδυναμία της κυβέρνησης να ελέγξει την κατάσταση, ήταν ο υπουργός Ανάπτυξης Κώστας Σκρέκας. «Το λάδι όπου παράγεται στον κόσμο έχει 8-9 ευρώ. Τι θα συνέβαινε εάν εμείς ερχόμασταν και λέγαμε “3 ευρώ στον παραγωγό”; Κανένας παραγωγός δεν θα πωλούσε το λάδι στην Ελλάδα, θα το πουλούσαν στους Ιταλούς και Ισπανούς χονδρεμπόρους που ψάχνουν αυτή τη στιγμή μανιωδώς να βρουν λάδι και να καλύψουν τις παραγγελίες τους. Το να πάμε σε μια διατίμηση και να μείνει η Ελλάδα χωρίς ελαιόλαδο θα ήταν καταστροφικό, γιατί ο καταναλωτής θα έψαχνε στη μαύρη αγορά να αγοράσει ελαιόλαδο», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του, επιμένοντας ότι «το να προχωρήσουμε σε ένα πλαφόν ή σε μια διατίμηση στον παραγωγό θα σημαίνει άδεια ράφια».

Ατελέσφορη θεωρεί o υπουργός Ανάπτυξης και τη μείωση του ΦΠΑ, προεξοφλώντας ότι δεν θα την καρπωθεί ο καταναλωτής. «Αν μειώσουμε τον ΦΠΑ, θα αυξηθεί ο πληθωρισμός», επαναλαμβάνει, επικαλούμενος το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου «η μείωση του ΦΠΑ των τροφίμων δεν έχει περάσει στον καταναλωτή. Είναι ακριβότερα τα προϊόντα εκεί, έχουν μεγαλύτερο πληθωρισμό από ό,τι στην Ελλάδα».

Πράγματι, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα στην Ισπανία κινήθηκε με ρυθμό 10,54% τον Σεπτέμβριο, έναντι 9,4% στην Ελλάδα, όμως η επίπτωσή του στο εισόδημα των νοικοκυριών δεν είναι εξίσου επώδυνη. Στην Ελλάδα οι αγορές για είδη διατροφής αντιστοιχούν σχεδόν στο 21% του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, ενώ στην Ισπανία στο 13%, και αντίστοιχα ο μέσος μισθός στην Ελλάδα είναι 1.098 ευρώ καθαρά και στην Ισπανία 1.820. Σύμφωνα με τη Εurostat, o δείκτης τιμών τροφίμων στην Ελλάδα το 2022 κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα από την Ισπανία, στο 105,3 έναντι 98,2, με το 100 να είναι ο μέσος όρος της Ε.Ε. Μάλιστα στην κατηγορία «έλαια, λίπη», στην οποία συμπεριλαμβάνεται το ελαιόλαδο, η Ελλάδα είναι ακριβότερη κατά 23,6% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η Ισπανία κατά 0,8%.

Μπορεί οι ελαιοπαραγωγοί να υποστηρίζουν ότι για όλα φταίει η μειωμένη σοδειά και οι παγκόσμιες τιμές, από την πλευρά τους όμως τυποποιητές και σουπερμάρκετ αποδίδουν τις ανατιμήσεις στο ράφι ακριβώς στις αυξήσεις στις τιμές παραγωγού. Στην ερώτηση της «Εφ.Συν.» γιατί οι τιμές ξεκίνησαν να ανεβαίνουν πολύ πριν ξεκινήσει η νέα ελαιοκομική περίοδος, που αναμένεται αισθητά μειωμένη, η απάντηση εκ μέρους φορέων της αγοράς είναι ότι οι επιχειρήσεις τυποποίησης και οι λιανέμποροι αγοράζουν ελαιόλαδο καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου από τους παραγωγούς, ανάλογα με τη ζήτηση. Εφόσον οι τιμές παραγωγού το καλοκαίρι έφτασαν τα 8,5 ευρώ το κιλό (από 4,5-5 το φθινόπωρο), θεωρούν εύλογες τις τιμές στη λιανική στα 10 και 13 ευρώ το λίτρο.

Οσο για το πού θα φτάσει το ελαιόλαδο όταν αρχίσει να διατίθεται στη λιανική η φετινή σοδειά, που έχει αρχίσει ήδη να πωλείται σε τιμές άνω του 9,20 ευρώ το κιλό στο πρώιμο λάδι, εκεί, παρά τις διαφωνίες τους, παραγωγοί, τυποποιητές, ακόμα και λιανέμποροι συγκλίνουν: Ενας Θεός ξέρει, ο Θεός που κινεί το αόρατο χέρι της αγοράς. Σε αυτό το ιδιόμορφο «blame game», το παιχνίδι του ποιος ευθύνεται για το ανεξέλεγκτο ράλι των τιμών, η κυβέρνηση παίζει τον Πόντιο Πιλάτο, επιμένοντας ότι όπως για τις φωτιές και τις πλημμύρες, έτσι και για την εξωφρενική ακρίβεια στο ελαιόλαδο φταίει ο κακός μας ο καιρός.

«Ο καταναλωτής να συνεχίσει να εμπιστεύεται το ελληνικό τυποποιημένο ελαιόλαδο»

Στέλλα Θεοδοσίου αναπληρώτρια διευθύντρια Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιόλαδου (ΣΕΒΙΤΕΛ)

Πρόσφατα ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιόλαδου (ΣΕΒΙΤΕΛ) μαζί με την Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Ελαιόλαδου (ΕΔΟΕ) και άλλους φορείς του κλάδου πραγματοποίησαν κοινή συνέντευξη Τύπου εν όψει της ελαιοκομικής περιόδου, ενώ σήμερα πραμγατοποιούν νέα εκδήλωση στην Καλαμάτα, με θέμα «τη διασφάλιση της άριστης ποιότητας του ελαιόλαδου».

Ο πρόεδρος του ΣΕΒΙΤΕΛ, Κ. Κουτσιούμπης, υποστήριξε ότι «η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην αγορά αποτελεί μια προσωρινή ανισορροπία, λόγω της μειωμένης προσφοράς της πρώτης ύλης ελαιόλαδου, εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής σε ποσοστό άνω του 40% της ελαιοκομικής περιόδου ’22-’23» και ότι «δεν θα πρέπει να γίνει αφορμή μείωσης της κατανάλωσης αυτού του αποδεδειγμένα ωφέλιμου για την υγεία και τη γεωργική οικονομία τροφίμου».

Το πόσο προσωρινή είναι η «ανισορροπία» στις τιμές κανένας δεν το γνωρίζει, καθώς η κλιματική κρίση δεν έχει χαρακτηριστικά παροδικότητας αλλά μονιμότητας. Οσο για την ελπίδα να μη μειωθεί περαιτέρω η κατανάλωση, έχει ήδη διαψευστεί. Την τελευταία δεκαπενταετία η κατανάλωση του ελαιόλαδου στην Ελλάδα μειώθηκε σε ποσότητα σχεδόν κατά 30% με βάση τα στοιχεία του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, ενώ οι δαπάνες για αγορά ελαιόλαδου στα σουπερμάρκετ έχουν μειωθεί κατά 17%. Κι ενώ στα επίσημα στοιχεία της Eurostat αναφέρεται ότι «η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιόλαδου ανά κάτοικο στην Ε.Ε. με 12 κιλά ετησίως», με βάση στοιχεία του 2020, οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις δείχνουν την κατανάλωση να έχει υποχωρήσει τουλάχιστον κατά 16%.

stella theodosiou sevitel
H διευθύντρια του ΣΕΒΙΤΕΛ, Στέλλα Θεοδοσίου

«Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στην Ελλάδα η κατανάλωση ελαιόλαδου είναι περί τα 10 κιλά ανά κάτοικο. Ωστόσο να σημειωθεί ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν πλήρη στατιστικά», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η αναπληρώτρια διευθύντρια του ΣΕΒΙΤΕΛ, Στέλλα Θεοδοσίου.

«Η κατανάλωσή μας κυμαίνεται στους 100.000-105.000 τόνους ετησίως. Η αγορά του τυποποιημένου ελαιόλαδου είναι 30.000 τόνοι και η ιδιοκατανάλωση περί τους 36.000. Αυτό σημαίνει ότι 34.000-39.000 τόνοι διακινούνται σε ανώνυμη/χύμα μορφή», προσθέτει.

«Νομοθετικά μπορεί να έχει θεσπιστεί η πλήρης απαγόρευση της διακίνησης συσκευασιών άνω των 5 λίτρων, ανώνυμων, μη τυποποιημένων, σε όλο το φάσμα της εσωτερικής κατανάλωσης, της λιανικής και της μαζικής εστίασης, ωστόσο η ανώνυμη/χύμα διακίνηση εξακολουθεί και έχει δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στις επιχειρήσεις τυποποίησης και διακίνησης επώνυμων ελαιολάδων όσο και στην εθνική οικονομία», προσθέτει.

Οσο για τις προτάσεις του ΣΕΒΙΤΕΛ προς την πολιτεία για την εύρυθμη λειτουργία του κλάδου, αυτές, σύμφωνα με την κ. Θεοδοσίου, έχουν βασική προϋπόθεση «την τήρηση των υφιστάμενων κανόνων και της νομοθεσίας στην εσωτερική μας αγορά, όπως: οι έλεγχοι για τον περιορισμό και την πάταξη της διακίνησης του ανώνυμου προϊόντος αμφίβολης ποιότητας.

Η εφαρμογή της υποχρέωσης των καταστημάτων μαζικής εστίασης αποκλειστικής διάθεσης μόνο μέσω σφραγισμένων μη επαναγεμιζόμενων συσκευασιών ή συσκευασιών μιας χρήσης, ελαίου που προορίζεται για επιτραπέζια χρήση από τον τελικό καταναλωτή. Η επίσπευση της επιστροφής του ΦΠΑ στις εξαγωγικές επιχειρήσεις και, τέλος, ευέλικτα χρηματοδοτικά εργαλεία για τη λειτουργία, την έρευνα, τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Εάν κατορθώσουμε τα αυτονόητα, τότε θα μπορέσουμε να συζητήσουμε νέες δράσεις τόνωσης της κατανάλωσης».

«Το λάδι δεν είναι χρηματιστηριακό προϊόν, αλλά το έκαναν σαν να είναι»

Ο μικρός τυποποιητής:

Με βάση τα στοιχεία του ΣΕΒΙΤΕΛ, συνολικά στη χώρα μας δραστηριοποιούνται 852 αναγνωρισμένες τυποποιητικές επιχειρήσεις ελαιόλαδου ανά την Ελλάδα. Ο Βασίλης (τα πλήρη στοιχεία του στη διάθεση της «Εφ.Συν.») είναι ένας από τους εκατοντάδες μικρούς τυποποιητές του κλάδου.

Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η έλλειψη ελαιόλαδου στην Ισπανία έφερε την άνοδο των τιμών και στην Ελλάδα, αλλά δεν το θεωρεί απαραίτητα δικαιολογημένο. «Η Ισπανία έβγαζε περίπου γύρω στο 1,8 με 2 εκατομμύρια τόνους ελαιόλαδο. Το 2022-23 έβγαλε 700.000 τόνους, φέτος η κατάσταση θα είναι περίπου η ίδια.

Στην Ελλάδα η παραγωγή αναμένεται μειωμένη, από τους 280.000 τόνους στους 190.000-200.000 (σ.σ. η ΕΔΟΕ κάνει λόγο για μείωση παραγωγής στους 160.000 τόνους). Επειδή τα δικά μας λάδια είναι κατά 70-80% εξαιρετικά παρθένα, ενώ τα ισπανικά και τα ιταλικά μόνο κατά 35-40%, φτάσαμε στο σημείο, επειδή η Ισπανία έχει έλλειψη, να αγοράζει από τα δικά μας. Ξεκίνησε να ψωνίζει τα Χριστούγεννα στα 4 και 5 ευρώ και έφτασε το καλοκαίρι στα 8 ευρώ, εξαγωγές χύμα σε βυτία, όχι τυποποιημένα. Αυτό είχε αποτέλεσμα να ανέβει η τιμή, κάτι που βόλεψε μόνο τον παραγωγό.

Οχι τον καταναλωτή, ούτε τον τυποποιητή. Αναγκάζομαι κι εγώ να αγοράσω λάδι όσο ο Ισπανός και ο Ιταλός για να καλύψω τον πελάτη μου».

Ο ίδιος προτείνει ως πιθανή λύση τους περιορισμούς στις χύμα εξαγωγές ελαιόλαδου, όπως έκαναν η Τουρκία, το Μαρόκο και η Τυνησία (η οποία το επέτρεψε ξανά, αλλά μόνο για το χύμα ραφιναρισμένο, κατώτερης ποιότητας λάδι). «Ο παραγωγός εκμεταλλεύεται μια συγκυριακή κατάσταση. Αλλες χρονιές τού το αγόραζαν 3 και 4 ευρώ, φέτος είναι η χρονιά του και κάνει πάρτι. Πράγματι υπάρχει μείωση παραγωγής, έχουν αυξηθεί και τα εργατικά, αλλά να υπάρχει και μια αυτοσυγκράτηση. Δεν μπορεί να παρακαλάω να αγοράσω λάδι από συνεταιρισμό, που ξέρω ότι πουλήθηκε από τον παραγωγό στα 7,30 ευρώ το κιλό, και να μου λένε δυο μέρες μετά “ο πελάτης μου δεν πουλάει κάτω από 9 ευρώ”. Τι λες, ρε φίλε! Είπαμε να βγάλεις, αλλά όχι κι έτσι…».

efsyn.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Δείτε επίσης