Σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία για τις υπερχρεωμένες χώρες και διατήρηση Συμφώνου Σταθερότητας ζητάει η Γερμανία Reviewed by Momizat on . Δημήτρης Τσάντος Δημοσιονομική πειθαρχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά από τα δύσκολα χρόνια της πανδημίας, ζητά ο Γερμανός υπ. Οικονομικών C. Lindner μέσ Δημήτρης Τσάντος Δημοσιονομική πειθαρχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά από τα δύσκολα χρόνια της πανδημίας, ζητά ο Γερμανός υπ. Οικονομικών C. Lindner μέσ Rating: 0

Σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία για τις υπερχρεωμένες χώρες και διατήρηση Συμφώνου Σταθερότητας ζητάει η Γερμανία

Σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία για τις υπερχρεωμένες χώρες και διατήρηση Συμφώνου Σταθερότητας ζητάει η Γερμανία

Δημήτρης Τσάντος

Δημοσιονομική πειθαρχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά από τα δύσκολα χρόνια της πανδημίας, ζητά ο Γερμανός υπ. Οικονομικών C. Lindner μέσω συνέντευξής του στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt.

 Παρουσιάζοντας σχεδιάγραμμα των βασικών θέσεων της γερμανικής κυβέρνησης για μια μεταρρύθμιση του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας.  Όπως σημειώνει στο πρωτοσέλιδό της η οικονομική εφημερίδα, «τo Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης αποτελεί τη βάση για τη συνοχή του ευρώ.  Ωστόσο αυτοί οι κανόνες μετρούν ήδη 25 χρόνια και πρέπει να αναθεωρηθούν. 

Η κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί η μεταρρύθμιση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης» με τον Φιλελεύθερο υπ. Οικονομικών να τονίζει ότι «η Γερμανία παραμένει υπέρμαχος της πολιτικής δημοσιονομικής σταθερότητας». 

«Απαιτείται ένας αξιόπιστος και φιλόδοξος δρόμος για την απομείωση του χρέους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γερμανός υπουργός σημειώνοντας μάλιστα ότι «επί της αρχής η γερμανική κυβέρνηση είναι σύμφωνη» με τις προτάσεις του. 

Σύμφωνα με τον Christian Lindner θα πρέπει αρχικά να διατηρηθούν οι ισχύοντες ευρωπαϊκοί κανόνες περί δημόσιου χρέους: 
Tα κράτη-μέλη λοιπόν δεν θα πρέπει να δημιουργούν νέα χρέη ξεπερνώντας το 3% του ΑΕΠ ετησίως, ενώ το συνολικό ποσοστό δημόσιου χρέους δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 60%. 
Όπως παρατηρεί η οικονομική εφημερίδα, μετά και την περίοδο της πανδημίας, το δημόσιο χρέος σε πολλές χώρες εκτοξεύθηκε, με την πλειοψηφία των κρατών-μελών έκτοτε να «παραβιάζουν» τους κανόνες για το χρέος (συμφωνία Μaastricht). 

«Πολλές χώρες είναι τόσο βαριά χρεωμένες που δεν είναι σαφές πώς θα μπορούσαν να μειώσουν τα επίπεδα του χρέους τους κάτω από το όριο του Μaastricht, δηλαδή στο 60% του ΑΕΠ, όπως πχ. το ποσοστό χρέους στην Ελλάδα είναι 185% και στην Ιταλία είναι 150%» παρατηρεί η οικονομική εφημερίδα. 

Ο C. Lindner ζητά επιπλέον οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι για το ετήσιο διαρθρωτικό έλλειμα να γίνουν υποχρεωτικοί για τα κράτη-μέλη, κάτι που δεν ισχύει μέχρι τώρα. Όπως αναφέρει ο C. Lindner: «Μέχρι στιγμής οι σχετικές αποφάσεις βασίζονταν στη διακριτική ευχέρεια της Κομισιόν.
Η πρότασή μου αποσκοπεί στο να καταστήσει δεσμευτικούς τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους». 

Σύμφωνα με την πρόταση Lindner «τα κράτη-μέλη δεν θα πρέπει να εμφανίζουν στους προϋπολογισμούς τους διαρθρωτικό έλλειμμα άνω του 0,5% ετησίως ή τουλάχιστον να προσεγγίζουν σταδιακά τον στόχο αυτό». 

Το διαρθρωτικό έλλειμμα αποτελεί  «εργαλείο» για την κατάστρωση ενός βιώσιμου δημοσιονομικού σχεδιασμού. 

Όπως και για τη Γερμανία όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση ο C. Lindner υποστηρίζει επίσης την ιδέα σταθερά ισοσκελισμένων προϋπολογισμών μακροπρόθεσμα. 

Επισήμως οι ιδέες Lindner αναμένεται να συζητηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το φθινόπωρο, ενώ η συζήτησή τους δεν αναμένεται εύκολη.Υπάρχουν ήδη διαφορετικά «στρατόπεδα» εντός της ΕΕ ως προς το ζήτημα της μεταρρύθμισης του Συμφώνου Σταθερότητας, με τη Γερμανία να απορρίπτει την ιδέα χαλάρωσης των ευρωπαϊκών κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας. 

Οι διαπραγματεύσεις αναμένονται «σκληρές», σημειώνει η οικονομική εφημερίδα, εφόσον για την όποια πρόταση της Κομισιόν περί μεταρρύθμισης του Συμφώνου απαιτείται συμφωνία και των 27 κρατών-μελών και έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σύμφωνα με δηλώσεις του Ιταλού Επιτρόπου Οικονομικών Paolo Gentiloni θα πρέπει να αναζητηθεί ισορροπία μεταξύ μιας ρεαλιστικής απομείωσης του δημόσιου χρέους αλλά και «των τεράστιων επενδυτικών αναγκών» σε όλες τις χώρες της ΕΕ. 

Αφήστε το σχόλιο σας