Στη μνήμη του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου Reviewed by Momizat on .   Δυο πόρτες έχει η ζωή άνοιξα μια και μπήκα σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να `ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα.   Από τραγούδι της Ευτυχίας Παπαγι   Δυο πόρτες έχει η ζωή άνοιξα μια και μπήκα σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να `ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα.   Από τραγούδι της Ευτυχίας Παπαγι Rating: 0

Στη μνήμη του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου

Στη μνήμη του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου

 

Δυο πόρτες έχει η ζωή

άνοιξα μια και μπήκα
σεργιάνισα ένα πρωινό

κι ώσπου να `ρθει το δειλινό

από την άλλη βγήκα.

 

Από τραγούδι της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου

 

Οι παραπάνω στίχοι συνοψίζουν και αποτυπώνουν τόσο επιγραμματικά και παραστατικά το γεγονός της σύντομης διαδρομής μας σ’ αυτόν τον –εν πολλοίς μάταιο και άδικο- κόσμο. Ένα ημερήσιο σεργιάνι είναι, λοιπόν, η ζωή μας, που μόλις ολοκληρωθεί, ανοίγει ξαφνικά η πόρτα της εξόδου μας προς την αιώνια (υλική) ανυπαρξία. Για να γίνουμε, έτσι, αμετάκλητο παρελθόν και διαρκής μνήμη.

Το κακό, ωστόσο, είναι ότι για μερικούς αυτό το σεργιάνι συμβαίνει συχνά να μένει στη μέση, προτού να `ρθει το δειλινό. Η αιτία είναι γιατί είχαν την ατυχία να ανταμώσουν στην πορεία τους τον δρεπανοφόρο Άρχοντα του Κάτω Κόσμου σε κάποια από τις συνηθισμένες παγανιές του. Έμπειρος κι ασυναγώνιστος θηρευτής αυτός, έχει ορκιστεί να μεν επιστρέφει ποτέ στο ζοφερό κι ανεξιχνίαστο βασίλειό του με άδεια χέρια.

Αρπάζει το θύμα του, όπως λέμε, από το σωρό. Χωρίς διακρίσεις κι εξαιρέσεις. Δεν τον ενδιαφέρει αν το θύμα αφήνει πίσω του εκκρεμότητες κι υποχρεώσεις, ή το όποιο κόστος της μη εκπλήρωσής τους. Ούτε το ότι γεμίζει με θλίψη συγγενείς, φίλους και συναδέλφους. Αδιαφορεί παγερά αν είναι νέος, γέρος, πλούσιος ή φτωχός. Αφού μέχρι κι ο θρυλικός Διγενής Ακρίτας, ο γνωστός ήρωας των ακριτικών επών, που διέθετε τη δύναμη και την τόλμη να αναμετρηθεί μαζί του στα μαρμαρένια αλώνια, τελικά παραδόθηκε. Έστω κι αν ο Χάρος «με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει,
κ’ ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε»
, όπως θέλει το δημοτικό μας τραγούδι. Απόλυτος Άρχων αυτός, δεν έχει άλλωστε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Μια τέτοια μοιραία συνάντηση επιφυλάχθηκε στον καλό φίλο (άνθρωποι σαν τον σεμνό και γλυκύτατο Πέτρο μόνο φίλους θα μπορούσαν να έχουν, ακόμα κι αν –πράγμα απίθανο, βέβαια- επεδίωκαν το αντίθετο) και έναν από τους πολλά υποσχόμενους λογοτέχνες της γενιάς του, τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο. Έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες, στα 48 του μόλις χρόνια, μετά από δίμηνη σχεδόν παραμονή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ΚΑΤ.

Γεννημένος στο Αρματολικό Τρικάλων, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Φτώχεια και ορφάνια.  Αν και σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βιοποριζόταν ως διορθωτής σε εφημερίδες και εκδοτικούς οίκους. Αιφνιδίαζε, μερικές φορές, τους συναδέλφους του όταν εμφανιζόταν στο γραφείο με το τρομπόνι του, καθώς ήταν παράλληλα κι ένας καλός μουσικός, που δούλευε στη Φιλαρμονική του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας παλιότερα, Αγίου Δημητρίου μέχρι πρόσφατα.

«Δεν ξέρω γιατί γράφω», ομολογούσε ο ίδιος με αφορμή την έκδοση της «ΤΗΣ ΣΚΕΠΗΣ», το 2004, τυπωμένο από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, που εξέπληξε ευχάριστα: «Σίγουρα υπάρχει μια ώθηση μέσα σου που σε σπρώχνει προς τα κει. Όταν σκέφτομαι τον ιδανικό αναγνώστη, τα δάχτυλά μου αγκυλώνονται, κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Από την άλλη, το γράψιμο είναι μια μορφή αυτοθεραπείας, επώδυνη μεν, ανέξοδη δε. Επιπλέον, δίνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη ζωή και κάνει τον ύπνο ελαφρύτερο τα βράδια…».

Η χαρά όμως για το καινούργιο του “παιδί”, το σπουδαίο μυθιστόρημα, «ΠΟΛΗ ΠΑΙΔΙΩΝ» (ένα αφήγημα μέσα από το οποίο διαχειριζόταν τα δικά του βιώματα από τη φοίτησή του στην παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος» της Θεσσαλονίκης. Κεντρικός ήρωας της ιστορίας που πραγματεύεται ο συγγραφέας είναι ο Γιώργος Χαλκίτης που μέσα από το παιδικό του βλέμμα, τίποτα κατασκευασμένο εκ των υστέρων από έναν ενήλικο, εξιστορεί την καθημερινή ζωή στην παιδόπολη, την πειθαρχία και την οργάνωση, αλλά και τα παιχνίδια και τις εκδρομές στη φύση, μετρώντας τις μέρες και τους καημούς του μακριά από τη μητέρα του), από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, δεν κράτησε πολύ. Ένα χρόνο μετά θα διασταύρωνε το βήμα του με τον Άρχοντα του Κάτω Κόσμου.

Πρέπει να ομολογήσω, με βαθιά θλίψη κι απογοήτευση μαζί, ότι δεν μπορούσα να διανοηθώ, πριν από ένα χρόνο στα Τρίκαλα, εκεί στον ζεστό και  φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου «Κερήθρες», όπου γινόταν η παρουσίαση του προαναφερόμενου βιβλίου του Πέτρου), ότι με την ξαφνική και (παρ)άκαιρη αναχώρησή του θα μου έδινε, την άχαρη ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτόν, μέσω του σημειώματος αυτού, αποχαιρετώντας τον για πάντα. Μια από τις δυσάρεστες και τραγικές εκπλήξεις που κάποτε μας επιφυλάσσει η άπονη ζωή…

Στη σχετική εισήγησή μου, μεταξύ άλλων, σημείωνα: «Επικαλούμενος και τη θερμή συνηγορία των βιβλιοκριτικών, νομίζω ότι ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος κέρδισε το πρώτο του λογοτεχνικό στοίχημα. Αυτό, όμως, συγχρόνως τον επιφορτίζει με την υποχρέωση να συνεχίσει και στα επόμενα με το ίδιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα».

Αλίμονο όμως. Η βάσιμη εκείνη πρόβλεψή μου έμελλε να διαψευσθεί τόσο οικτρά. Γιατί δεν πρόκειται, δυστυχώς, να υπάρξουν, στο εξής, εκ μέρους του Πέτρου τα επόμενα λογοτεχνικά εγχειρήματα που όλοι ευχόμασταν και προσδοκούσαμε.

Κρατώ για πάντα ζωντανή την εικόνα του βαθιά στη μνήμη και την ψυχή μου.

Καλό σου ταξίδι, Πέτρο.

ΥΓ. Ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος δώρισε τα όργανά του για να σωθούν συνάνθρωποι του. Μια τελευταία χειρονομία – προσφορά ζωής κι ανθρωπιάς εκ μέρους του. Είναι, θα λέγαμε, ο οβολός που κατέθεσε στο πορθμείο του Χάροντα για τη μεταφορά του στην απέναντι όχθη του Αχέροντα.

ΝΙΚΟΣ ΕΠ. ΦΑΛΑΓΚΑΡΑΣ (nicfalag@yahoo.gr)

 

 12/01/2014

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή