Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου Reviewed by Momizat on . Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου (έφυγε στις 16 Φεβρουαρίου του 1985). Λίγοι συγγραφείς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτ Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου (έφυγε στις 16 Φεβρουαρίου του 1985). Λίγοι συγγραφείς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτ Rating: 0

Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου

Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου

Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου (έφυγε στις 16 Φεβρουαρίου του 1985). Λίγοι συγγραφείς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έχουν κατορθώσει να ξεδιπλώσουν τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου τους από το πρώτο τους κιόλας βιβλίο.

Το έκανε ο Ιωάννου με το «Για ένα φιλότιμο», τη συλλογή πεζογραφημάτων (δεν θέλησε ποτέ να χαρακτηρίσει αλλιώς τα κείμενά του) η οποία κυκλοφόρησε το 1964.

Όπου κι αν μετατοπιστούμε μέσα στον χρόνο, στη «Σαρκοφάγο» (1971), στη «Μόνη κληρονομιά» (1974) και στον «Επιτάφιο θρήνο» (1980), που αντιπροσωπεύουν τα αμιγώς λογοτεχνικά κομμάτια του, στο «Δικό μας αίμα» (1978), στα «Πολλαπλά κατάγματα» (1981) και στην «Πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), που ταυτίζονται περισσότερο με το χρονικό, στα «Κοιτάσματα» (1981) και στην «Εύφλεκτη χώρα» (1982), που πλησιάζουν μάλλον το χρονογράφημα, αλλά και στα «Εφήβων και μη» (1982) και στο «Ο της φύσεως έρως» (1985), που συνομιλούν ευθέως με το δοκίμιο, η γραμμή και η πορεία σε σχέση με τη ρότα την οποία χάραξε το «Για ένα φιλότιμο» δεν αλλάζουν κατά το παραμικρό: η πεζογραφία του Ιωάννου αντικατοπτρίζεται εξ ολοκλήρου στις σελίδες του.

Δύο είναι τα στοιχεία που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο: η φρικιαστική εμπειρία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η Θεσσαλονίκη. Ο συγγραφέας θα μιλήσει για τον πόλεμο άλλοτε ταυτίζοντας ένα ακρωτηριασμένο άγαλμα με τους πραγματικούς ακρωτηριασμούς των Ναζί, άλλοτε περιγράφοντας ένα απελπισμένο ταξίδι δύο Εβραίων με τρένο, άλλοτε συγκεντρώνοντας το βλέμμα του στα τοπία των ομαδικών εκτελέσεων, σημαδεμένα από τον θρήνο και το ασήκωτο πένθος για τους αγαπημένους νεκρούς, και άλλοτε απλώς ανατριχιάζοντας από μια γευστική μνήμη.

Με παρόμοιο βάρος προκύπτουν και οι εικόνες της πόλης: η Θεσσαλονίκη ως τόπος ερημίας και άγριας μοναξιάς, αλλά και ως ένας μονίμως απειλητικός περίγυρος, με τον Βαρδάρη να φυσάει ακατάπαυτα μέσα στην ψυχή των ανθρώπων. Η Θεσσαλονίκη, όμως, είναι εκ παραλλήλου στο «Για ένα φιλότιμο» και μια άλλη πόλη: μια πόλη που ξέρει πώς να αποθεώσει τη λαϊκή λεβεντιά ή πώς να λειτουργήσει ως σταυροδρόμι γλωσσών, φυλών και πολιτισμών.

Όλα τα κομμάτια της συλλογής είναι γραμμένα σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Ο αφηγητής μπορεί να μην έχει φτάσει ακόμη να απευθύνεται στον εαυτό του μέσω του δεύτερου ενικού, όπως θα συμβεί αργότερα, συνταιριάζει, ωστόσο, στον λόγο του τα πιο διαφορετικά ερεθίσματα, για να τα ισορροπήσει σ’ ένα γεμάτο αντιθέσεις, αλλά εντέλει αδιαίρετο σύνολο: Από την άγρια πείνα και τους ποταμούς αίματος που αφήνει πίσω του ο κατακτητής μέχρι (επειδή η ζωή δεν σταματά ποτέ) τα γλεντοκόπια στα ταμπάκικα και τα παιχνίδια των παιδιών στην Πλατεία Δικαστηρίων.

Οι εσωτερικοί χώροι εναλλάσσονται κάθε τόσο με τους εξωτερικούς (από τους εμπορικούς δρόμους στις αίθουσες των λαϊκών κινηματογράφων και από το εσωτερικό των σπιτιών των συνοικιών των προσφύγων στις κεντρικές πλατείες) ενώ ο αφηγητής δεν θα εγκαταλείψει, οτιδήποτε κι αν μεσολαβήσει, τη μοναχικότητά του.

Ο Ιωάννου θα διατρανώσει την εγκατάλειψή του σε ένα περιβάλλον το οποίο το μόνο που δέχεται να του παραχωρεί είναι κάποια προσωρινά (και κάθε άλλο παρά λυτρωτικά) καταφύγια.
Ένας εξόριστος του οποίου η εξορία θα διπλασιαστεί όταν θα βρεθεί εκτός συνόρων: απομακρυσμένος από τον τόπο του, αλλά και από τον κόσμο, μοιάζει δέσμιος μιας συνθήκης, από την οποία ουδείς είναι σε θέση να τον απαλλάξει.

Κομμάτι αναπόσπαστο της διπλής εξορίας είναι και η πανηγυρική απουσία του έρωτα από τα πεζογραφήματα του «Για ένα φιλότιμο». Όποτε ο έρωτας δεν αποκηρύσσεται ρητά (άλλοτε με σθένος και άλλοτε με σπαραγμό και οδύνη), μένει μια σκέτη σκιά: μια υπόσχεση χωρίς μέλλον και χωρίς ελπίδα. Κι όλα αυτά χαμηλόφωνα, δίχως την ελάχιστη συναισθηματική έξαρση, χωρίς κλάμα, δίχως καν λυγμό, με μια ιδανική αξιοπρέπεια- μια αξιοπρέπεια και μια φροντίδα που μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε στο βιβλίο όχι μια στενά προσωπική, ραγισμένη φωνή, η οποία ζητάει να διεκτραγωδήσει τα πάθη της, αλλά μιαν ολόθερμη και ανυποχώρητη ατομικότητα, η οποία σχολιάζει από την ποικιλοτρόπως βασανισμένη σκοπιά της τα δεινά της καθημερινής ύπαρξης.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή