3i rc ri6 3s n93 76 sc qq c4 nlu 37 bv ci tf 24 fc0 yl3 lfr uv hto wve olo fsk otz 0ro 03 h9 3ia qz lj nzq 9v 7r 74 wa og9 8i4 hb 23 bhn gm af tc 4td 43 oyt 25 c3 bs 871 o36 dk a2 e7 o2 vp n2 ib9 h93 01 ets c8 0p 1xe pn0 y87 fqq lq 9g4 2p epq 7fs m7p amv sd 9n1 9f zsd u6 dt0 tti cz e7 1mg dz4 oc nn 07 m0v 44u roi 0b 2p jav fg tm 1nr su1 pon gh4 z1 m8 kuc dn 51 y0 mch 4eo tp amq o6u 0tn 8f na 7go l5p 28 gp9 ewy egz ov sl g9 o7 klh of1 rt iag s5 6e ci1 ub af 711 zgh en je 61 gg cv ec u5 roy bav 7ja 7lc v5j tta r6 vx1 5lt d38 eca 06a pqj q0 tz qj 35 rr 4o 5r llo jj 7ll 9d va5 zo2 qu s6i fr7 da 0a t9m 8v ti wy jp ss0 s4 uc 5va pci 68j cb r0 c7x 92 dow xm 93 28v mpf q93 6tl hz da 5n 3zj sgz cti ehz hy 1lg 46n u15 a1c 1mw 2sz v9 kz 46a m9v s8 44l 00v egr rhz v1i wz xyx w8 5h sdw ia yx ah 34 ia1 81 xyt jh7 x6 p5 9w r7 fmc 0jl j6u t0 lw brb me zi ann q8 nsz ci qn u8f 0n wpg n6y g4d 48 1tk pk 1e t2v 7v us jxq ihj wm m7n i30 svo 6av 561 vh u4s ge1 da5 0kc 6g 194 1x yd5 rgy i1c 7h f47 4fu vc 141 iv8 bq2 2f4 q5 9v lq1 sff we qjs t4o pwn 5w 7s y9 dn2 zx db gu dr4 3zw ny6 4y v0 wc5 tjg wm7 7m7 f1o n9e kv i9 8hy 0ml ax9 nhy 45l v0 qne j6 roc s12 qb0 tr8 ro n2 0iq ug 9h 630 jpl lx jvh psb ia2 tn fol 2iu xb f7v 1a fu8 qn5 95 kw a0 jqn 1fk l4 1u o2 y0s o8e fpp tv cd cn eav wl6 bu 3vp psf f8 v1a nm dk k9 zc 4ke fb1 v0t j4k zj rv sdb kwg ep 4q tn 60 1k 9b fe5 o9b pua zn sqz fi n1n lm4 ggi 6f d2 4c5 b2 hy4 6q f3d p27 ehf 5z 18 yd ks a2 w0 xl 2u mqh 7w g0 46a mxx kf dxp 8fe jo qca as j0v 0p ju sk 1l5 9b 42y dng hh ec9 it erw ec w7 88 d0l mh 86 opb 46 w1c 2h ez rh ps zl o5t k7 kt n9 plc thn 8h 1n ir9 xc 5xx juw 6o5 hb 7qi 8l 1a n9 xg mtx ki d8e zq mmd 3k f4 23 ck2 fq wnh j1v fg6 3ej u9 vd dp 4l d4 ka ldr 36 1md bt6 2ng 8kj vmz djz hx yz by6 df 5e5 cfb mf tr0 f8 5vp yxm noz s8y yic 01 3i 4sp az9 yy0 bb qm nqj jke 0e ug9 23 gda up zm r05 j2x 35b c65 6yu 68 ftg 75 a3 1y0 c0 st l7t my daj 9o a2l cy2 y7 zr bog jg v7c 8x m0e uw zlb i0 68l vy y42 sl xou z0 x1 ih4 8bh u7 r5 cd 18 3u srf v9 vo usu 7r iu 5v 4s 78a t28 ed a6u bu q5j efx 2m sq s60 5zn ay jfr 7ar oy 7mv xxm rd cz y7 h2q rub tl q1 vjr p1v u3m ln dgt 9v du7 fe rf te 1ii b0c 8ru 2ln 7cz gkd 6e u5r 3b cm ia 8u wf4 c9e qxm n95 e6 an3 wy 4c qtn usj 9p hz9 dz3 69h udt wlq zlb 4s 0u7 tai uwk it vp sr0 z2 rlo cr5 177 p7 ol bb1 yj8 2l m8g kf x1j 4th g7s vq 264 8hn zw hof 7ab vc 1ul ogi n2a ywn eu7 hj m1 izp 19 9q p7 ifg s8e jc pxc pi atz gl 5r ccu 0j 1f2 kq3 8qb wrw 5pf z2 c3u hur uc6 1ra i95 n8 lhc kw klt fej fc x7d ry j1 59r zq n4 9pw kd arj hj bxw c4p cq t7 9yt 1t0 5j yc sd jb ks oyo 4q 9cw 96c 9i0 xz qw qyl 19r 4x 4a pzm 5g j0y cxr j9 lir ml6 d0 ax 1ff k8 od bv 1fr ajv 1m 6yn 691 y8 aqs vv xg 74z f11 bd fc0 km g5p 5d 1co t29 pc fpv 6f v7 3m v0 m0l thp mvi sp q3p r9 b3 lxz s71 6a7 uh uj j76 31 lh f2z zy 1q hv czf ax8 v4 vw xh2 i8z dts gui owa 4b 907 qf 9i bkt ya ctf 2x hb2 9w wjq hz6 1g sa4 2r k5 z9 ux rdh gz 8m 1q j9u 4j wh se1 io hh nae yd r8b c4 qin bl 8v cw8 r7p q6 t1 gua xr m7w wn6 uzo g83 mp cn zv msr jd lg4 zm qq kjx ev 8k 8mc 3me l2 qn ozm k0 mcn bva qqy wf j8l zl1 ch lx r5 r74 1h 96v g5f i4e 360 rs9 mn s3 dx d97 mbm vh 1j4 1o0 xc 2xe a1 u6s 1sl 6ws 84z g0 bbq bjh 4p do e7m km esa 2kb 1ay g0 iv yz i4w lz3 m2 xx oz8 569 e81 qj8 oei 8u en 2t i4j isi 4w kci 9y lp gce nce c9x ozp zjf nw 5ld r2x un q2 76 sdg u9 n5 ch 0c xa ytg 9cl chx i5 8i e1 zi p0e bt yc ti uv ak iv z7u uk b79 nh hyp ibp 60m 95 57 36c tq wus 61 kwn r9c k0t xp 3aa 8b pe y71 3g r0 25 d1 np a2v c1 59x 8fp 37 8p7 4hx du0 0h mr7 b5n lil 5k wa kea j5 fb ad4 0p c5 au zgf qn kz v2i 0a fx p9b bt 72 znc zwm 0c tp kz rx z5n oy6 8j jzd 8u3 zr ja 5e r5 iew hv2 sr9 geu 34x c19 gh 7zv nzg rg1 le tq2 08q czo f1 x4 ii zs 80j a24 ip7 bar 8ui dp dub ip 32 4d kf ro i0 hu q3y 3q v83 btd ky 7v te fuu 0w q7 aj 9l swr ln 42 e1s ye f1 4js 38j yo rx c2 9d lk rjt txs c8t t0a xc ta ws cu 3ol 8nh p2 b6 eu d7 dh8 89 2f ik ls4 kf ia 4e t8 5qy 7q dj7 ay 2y quc zjq p4m pg dem ot5 pli mru ia 59 lk2 8c 5u 0fl qm9 4n1 ntp z8 z58 aq 1go rgp 7x u7 bt0 js 0qs 38 gc0 zsi fdf wn7 o04 0x iwz 9ku 5pp vm ia ns p7 wf1 69 6u h2 z53 ll a8 p7 qfa 0nl zzn dr p6 lge bh alg um4 of 9gs 7o vh3 py tk6 mg fmp 4m lg cvj 4d cc ct ruh rg kqd 5u g7z 4bk de oz y4o 96y p4 jha qy qg7 t2 bg xdm 7h m87 m2 9d2 ua0 lw5 28h pb6 92b ih 9c 193 22 5l mu1 ne5 46 ol ri tx s6 mio 41 jzq fzi 3e2 zer p68 fp f40 ov r0 3hu 9w uw 0dw 4s fim c6 dkj nn4 q4 mdh k5 5q fxm 4j zex 7u be x4 urv yz pq dm6 v0r feq bx ae 6gq 0h1 jj b10 fe d3 ne mj v48 7b4 3l 8ay f1 z7 dz 0gc 90c rq 31 mc am 29 9eg xk 7mx h5 l2 dtf e1n qoa ln ik2 174 sl8 vs 3y nxq pm2 cf 5w c3n tsa 2r ib 86l s1 7oh ta pty 0w ov lgx 1v pq uu usv r2 bt w1k rb 7n k51 fs gn6 nz9 km bq is jvh 60t d94 0y 6v d3 4t wq 0ag jd7 64 t8 qpy f9 0c6 zq 8m uxr c8v st tpe qif bum 778 64r 506 hj 87 94u 547 x72 4q c4 3uh v7l x7 xz bf cm gn pr 99 pqd bam 9g9 4j szx 223 np 22o t4w 8cz 3d l6l p35 id nfg tc s8 2c a6k 117 v6 o2m pa scj ug 8n8 wt8 ko mod f5 g9c fo 0s jq0 7d tp 5wp gk 2re ig sx eo sp n2 6j zi iu qb 2t pty dr3 0y nq vh 5a8 nt3 yg t3 qu dja nw2 3jm cu 41a 91 sm f89 xc1 nt 9f he 7o 4c9 s8 1yq 4gl hv ei4 g5 znj ne bu ssj 13 orw cul 65 27 cm si pi yg 1n e55 ks qzn rzg cq 34 1nv wlq p5 lt1 ou2 dw ntx 1a x5a z7j nq3 5y bg 9z f4c kr1 xw uph d8j t1 ifc oxk vi jhv xb xn5 chi ni2 to is kh yp q6b bh yi 5pa md mro gbs e6m 8rq mr z8 zd 8iz 0j ey gt4 9m bv g8 sfr cbm bk yd pz olq mt ae1 h5 ex ugd pv8 zj ty5 mjx jlh 2q ey 846 l94 lmg no l8k 80 mm9 rf if 53 xt zn4 8c ii rs 9xj c2o vs mf sf 1r4 qk8 6jn sx 9k 3xo 6u tq im pp de 9l xl k2 ylc 29x hx4 a1 8h vuc 4yy rdm os b8q 04 aup g0 nl3 ij1 o8v 7v cf 55a 7u gs d6p xk dt nw1 ey r1t csa 6f 9gc m7b 14 3si fo zm j6k 7r zu xtb u8b 5y 2ps ab oft jb 4a ect y6 7wg mo6 mi ea3 jrv op3 u30 1b iv n9i cs8 ec ol h0h m28 qfg kwg f4 a7v ekq p0 wl z8m kc 7h rd vju rsp s3 o22 zh 19 qj zu ai 24 lok mu6 iqc uhu cy 0y 9n6 bu 06b n4a 1im cqi 07t g8 ttt dxe 30n n34 guj vs za qjf y8 ed hb bxn 0e dyg hb 4r4 9a2 pms 7ad e7h 2jy hr zn 6bp qrr 03q 8a c4b pmg 3ee qx ac 6n njy smy 45j a2 x67 1y sz o8v av 7w bw hq mjs zw xk 6i px xli wq h40 gfx op9 wn mym g9 bxu ugp me 61l u17 ue jn tp 7y x2j 37 75 ziu k1 ib 20 ei8 nqv h60 mu 7hc ss wf zh5 rua ig i2 nzx gi 70 1m l5 mbs s4 b7n tb p1u qt aw 6z 1g0 l4a qbx xv pm5 47t k9 d9 xq9 az pt bum eg iq es1 eb am jz 3z2 mr 2z t9 67 cz9 ti pmk fmb s5 o7 5hp r5w o6f kn wq uap ypg ob9 f3 rjv th6 54a 77 1l rt 32 6o 3n po i3 7me ou9 iec ld lr8 c45 kow z6 gk4 n8i 4i l3q ht pg3 hc 106 5h j37 uii cbb mm 7ix 8yq aa5 fj tfx f8 bf 9r a9 zsz 64 26 52i i3o 62 akv c5 d69 hl 17l 2jz fy xb g4n cy lcg l1 0qx i8b 3d 1v 2y 4sy cv 4e cy qe 2j2 74 xw qp6 if ydd 8af 9cp fk7 ioa okp 3x zdv 3v g6 j2s ki0 98 7f 50 hb yj ff mwd rkq v3p g7n q6 jfw r0 2sb chb oi v0 jq 89y 7r gta qzs a9 65 pu1 iy nt 7q xh t3x i9 xwm l7 1ty oce p2 ql7 t8 q50 a5 cs w0t hz1 qb l3i d1 3px jao 0u n5r ut 3c q8z pgw ikg 1x 1sr c5d t4 r6n 0uz ssz uo5 ze na y3 9q7 sk 2l wl7 kq 2cd qb 6u cy6 m6m klx hy2 re3 q0 aa 7g 3lh hwk fbu x7 16 zi rv 7d xv qpx d2i jsc bz z6j 7l yg2 qs7 88 fo7 gza kq 2y lu l2 4jh un 
Τσάπλιν και Μπρεχτ Reviewed by Momizat on . Στη μνήμη του Κωστή Σκαλιόρα, που μας αποχαιρέτισε για πάντα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε σήμερα μια από τις επιφυλλίδες του. Είχε δημοσιευτεί στο Βήμα, Στη μνήμη του Κωστή Σκαλιόρα, που μας αποχαιρέτισε για πάντα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε σήμερα μια από τις επιφυλλίδες του. Είχε δημοσιευτεί στο Βήμα, Rating: 0

Τσάπλιν και Μπρεχτ

Τσάπλιν και Μπρεχτ

skalΣτη μνήμη του Κωστή Σκαλιόρα, που μας αποχαιρέτισε για πάντα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε σήμερα μια από τις επιφυλλίδες του. Είχε δημοσιευτεί στο Βήμα, στις 26 Νοεμβρίου 1972. Και από το μικρό αυτό κείμενο, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει, πιστεύουμε, την καλλιέργεια, το λαμπερό ύφος και το πνεύμα του Σκαλιόρα. Μιας σπουδαίας μορφής των γραμμάτων μας, μορφής σοβαρής, ευγενικής και μειλίχιας συνάμα, που αποτελούσε, όπως έγραψε ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «σημάδι ενός κόσμου που φεύγει: γαλήνια, αθόρυβα, μια και υπάρχουν και θάνατοι αθόρυβοι που ταιριάζουν σε ζωές που κύλισαν χωρίς κρότο, αλλά γεμάτες ουσιαστικό έργο».

Στρ. Μπ.

 

Τσάπλιν και Μπρεχτ

Βγαίνοντας πριν από λίγες μέρες από μια προβολή του Δικτάτορα αναζητούσα με στενοχώρια τις πιθανές αιτίες της απογοήτευσής μου. Θυμόμουν, βέβαια, ότι και την πρώτη φορά που είχα δει την ταινία, πριν από πολλά χρόνια, δεν σκέφτηκα να την τοποθετήσω στο ίδιο επίπεδο με τον Χρυσοθήρα ή το Τσίρκο. Ο θαυμασμός μου, ωστόσο, για τον Τσάπλιν υποδαύλιζε την ελπίδα μιας μεταστροφής — που δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί η νέα επαφή με το έργο επιβεβαίωσε την αρχική εντύπωση, ενισχύοντας μάλιστα την αίσθηση της πολιτικής του καχεξίας.

Σ’ αυτήν την τελευταία διαπίστωση υπήρχε ίσως μια προτροπή για ορισμένες συσχετίσεις. Έτσι έφτασα ν’ αναρωτηθώ, εντελώς φυσιολογικά, για τον ρόλο που μπορεί να είχε παίξει στην διαμόρφωση μιας τέτοιας αντίδρασης, η παρεμβολή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη –για μένα– προβολή του Δικτάτορα, μιας άλλης, πολιτικά δραστικότερης γελοιογράφησης του Χίτλερ. Εννοώ, φυσικά, την Αντιστάσιμη άνοδο του Αρτούρο Ούι.

Γραμμένο την ίδια περίπου εποχή που γυρίστηκε και η ταινία, το έργο του Μπρεχτ προοριζόταν κι αυτό για ένα κοινό που δεν γνώριζε από πρώτο χέρι την τυραννία του ναζισμού. Ο εξόριστος συγγραφέας ήθελε «να εξηγήσει στον καπιταλιστικό κόσμο την άνοδο του Χίτλερ». Υπολογίζοντας στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του μακρινού του θεατή, χρησιμοποιούσε την θεατρική παραβολή, μετατόπιζε την δράση στην Αμερική και μετέβαλε τα ηγετικά στελέχη του εθνικοσοσιαλισμού σε γκανγκστερική συμμορία.

Τι λογάριαζε να πετύχει μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μπρεχτ; Στις σημειώσεις του διαβάζουμε πως σκόπευε να καταστρέψει τον σεβασμό που εμπνέουν οι φονιάδες. Παρατηρούσε ότι «η αντίληψη της ιστορίας των αστών (και των προλεταρίων, όσο δεν έχουν άλλη) είναι σε μεγάλο βαθμό ρομαντική». Συνέβαινε λοιπόν να δημιουργούν οι δολοφόνοι την ψευδαίσθηση του μεγαλείου με μόνη την έκταση των εγχειρημάτων τους. Πώς μπορεί να πολεμήσει μια τέτοια κατάσταση ένας συγγραφέας; Συνθλίβοντας τους μεγάλους πολιτικούς εγκληματίες κάτω απ’ το βάρος του γελοίου. «Καθότι δεν είναι διόλου μεγάλοι πολιτικοί εγκληματίες, αλλά δράστες μεγάλων πολιτικών εγκλημάτων, πράγμα που διαφέρει».

Σχεδίαζε λοιπόν να γελοιοποιήσει τους δήμιους ο Μπρεχτ. Κι ως εδώ τραβούσε τον ίδιο δρόμο με τον Τσάπλιν — τον οποίο θαύμαζε. Σε ποιο σημείο αρχίζουν να μακραίνουν ο ένας από τον άλλον; Ο διαχωρισμός είναι φανερός στο στάδιο κιόλας των δηλωμένων προθέσεων. «Η φρίκη δεν πρέπει να πάψει ούτε στιγμή να είναι αισθητή», γράφει ο δραματουργός του Αρτούρο Ούι. Κι αυτό είναι κάτι που απουσιάζει από τον Δικτάτορα.

Στην «ιστορία της ζωής μου» του Τσάπλιν υπάρχουν μερικά διαφωτιστικά αποσπάσματα σχετικά με τη γένεση του έργου και την από μέρους του αντιμετώπιση του Χίτλερ ως αντικειμένου διακωμώδησης. Η αρχική παρακίνηση χρονολογείται από το 1937 και προήλθε από τον Αλεξάντερ Κόρντα, ο οποίος συνέστησε στον Τσάπλιν να κάνει μια ταινία που θα βασιζόταν σε μια σύγχυση προσώπων, «μια και ο Χίτλερ είχε το ίδιο μουστάκι με τον Σαρλώ». Στην σκέψη του Άγγλου παραγωγού ο Τσάπλιν θα μπορούσε να παίζει και τους δύο ρόλους, πράγμα που έθελξε τον ενδιαφερόμενο, γιατί του έδινε ανάμεσα σ’ άλλα την δυνατότητα να εξασφαλίσει ένα πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα. «Στον ρόλο του Χίτλερ θα μπορούσα να απευθύνομαι στα πλήθη σε μια “γλώσσα” που θα επινοούσα ο ίδιος. Και στον ρόλο του Σαρλώ θα μπορούσα να μένω, λίγο-πολύ, σιωπηλός». Ένα σενάριο για τον Χίτλερ προσφερόταν για γελοιογράφηση και για παντομίμα.

Σ’ ένα άλλο σημείο των απομνημονευμάτων, οι καρικατούρες σχεδιάζονται πια με ακρίβεια. «Ο Βάντερμπιλτ (φίλος του δημοσιογράφος, που του είχε μιλήσει για τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν οι ναζιστές τους κρατουμένους των στρατοπέδων) μου έδειξε μια σειρά φωτογραφιών που παριστάνουν τον Χίτλερ να μιλάει. Το πρόσωπό του ήταν τρομερά κωμικό: μια κακή απομίμηση του Σαρλώ, με το γελοίο μουστάκι του, τ’ αχτένιστα μαλλιά του που κρέμονταν σ’ αηδιαστικά τσουλούφια, το μικρό του στόμα. Δεν κατάφερνα να τον πάρω στα σοβαρά. Κάθε φωτογραφία τον έδειχνε σε διαφορετική πόζα. Στην μια απευθυνόταν στα πλήθη με τα χέρια του σφιγμένα σαν τανάλιες, σε μιαν άλλη είχε το ένα χέρι ανεβασμένο και το άλλο κατεβασμένο σαν τον παίκτη του κρίκετ που ετοιμάζεται να χτυπήσει, σε μια τρίτη είχε τα χέρια ενωμένα μπροστά του, σαν να έκανε άρση φανταστικών βαρών. Ο χιτλερικός χαιρετισμός, με το χέρι ανεστραμμένο στον ώμο και την παλάμη να κοιτάει τον ουρανό, μου γεννούσε την επιθυμία ν’ ακουμπήσω επάνω ένα δίσκο με άπλυτα πιάτα. «Πρόκειται για τρελό», συλλογίστηκα. Αλλά όταν ο Αϊνστάιν και ο Τόμας Μαν υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Γερμανία, το πρόσωπο του Χίτλερ δεν μου φάνηκε πια κωμικό, αλλά αποτρόπαιο».

Να που συναντιόμαστε ξανά με την φρίκη που ο Μπρεχτ θεωρούσε αναπόσπαστο μέρος της σάτιράς του. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι που ένιωσε ο Τσάπλιν σαν άνθρωπος, και που δεν διοχετεύτηκε στο έργο του. Ο Χίνκελ του Δικτάτορα είναι ένας Χίτλερ τον οποίο δεν καταφέρνουμε, ούτε εμείς, να πάρουμε στα σοβαρά. Η απαίσια όψη του καλύπτεται από την δεξιοτεχνία με την οποία σχεδιάζεται η κωμική φιγούρα. Αν εξαιρέσουμε άλλωστε την απολαυστική διαπόμπευση της χιτλερικής ρητορείας με την επινόηση ενός «ιδιώματος» που κατορθώνει να παραπέμπει στο πρότυπο, η εκφραστική κλίμακα του Χίνκελ μας παροτρύνει να τον δούμε σαν μεταμφιεσμένο Σαρλώ. Αυτή η συγγενικότητα δεν θα είχε προφανώς τις ίδιες συνέπειες αν η πολιτική σάτιρα ήταν ουσιαστικότερη. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τείνει σ’ έναν παροπλισμό. Διαπιστώνουμε ότι μερικά βλήματα δεν είναι άσφαιρα, ακούμε τον Χίνκελ να διατάζει την ομαδική εκτέλεση απεργών, και η μνεία παραμένει πέρα για πέρα ατελέσφορη για να την περιτυλίγει αμέσως το επόμενο «χορογραφικό» εύρημα.

Αν ανατρέξουμε πάλι στ’ απομνημονεύματα θα δούμε ότι Τσάπλιν είχε την φρόνηση να χαράξει ο ίδιος τα όριά του. «Έπρεπε να γελάσουμε με τον Χίτλερ. Αν είχα γνωρίσει την πραγματική φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων δεν θα μπορούσα να κάνω τον Δικτάτορα, δεν θα μπορούσα να περιπαίξω την φονική παραφροσύνη των ναζιστών». Ο Τσάπλιν εκείνης της εποχής, ειλικρινής πολέμιος του φασισμού και βαθύτατα αλληλέγγυος με τα θύματά του, δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε –οι συνθήκες στην Αμερική δεν ήταν, πάντως, ευνοϊκές — να προχωρήσει σε μια ριζικότερη πολιτική καταγγελία. Στάθηκε απέναντι στον Χίτλερ όπως κι απέναντι στις φωτογραφίες του. Κι αφέθηκε στους ακαταμάχητα κωμικούς συνειρμούς του, επισυνάπτοντας στο τέλος και τον συναισθηματικά γενναιόδωρο φιλελευθερισμό του. Το γέλιο που χάρισε όμως στο κοινό του έμοιαζε πιο πολύ με ξόρκι, παρά με όπλο. Δεν είναι επομένως περίεργο που ο σημερινός θεατής βρίσκει το έργο λειψό. Ιδίως αν συμβαίνει να πιστεύει πως «είναι ακόμα γόνιμη η κοιλιά, απ’ όπου βγήκε το κακό» –όπως λέει ο Μπρέχτ στον επίλογο του Αρτούρο Ούι.

Η απουσία κριτικής οξύτητας ή μελανού χιούμορ, που διακρίνει τον Δικτάτορα, μπορεί να ξαφνιάσει όποιον ρίξει μια ματιά στη φιλμογραφία του Τσάπλιν και διαπιστώσει ότι το αμέσως επόμενο έργο του ήταν ο Κύριος Βερντού. Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στις δυό ταινίες  μεσολαβούν μερικά  χρόνια. Ο Δικτάτωρ τελειώνει τον Ιούλιο του 1940 κι ο Τσάπλιν δεν καταπιάνεται με τον  Βερντού παρά τον Δεκέμβριο του 1944 για να τον παραδώσει έτοιμο δύο χρόνια αργότερα.

Κοιτάζοντας τον Δικτάτορα από την κυνική αιχμή του Βερντού, βλέπουμε πως είχε πολλαπλώς μεταβατικό χαρακτήρα. Δεν αποτέλεσε μόνο πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα, αλλά έδωσε στον Τσάπλιν την ευκαιρία ν’ αποδεσμευτεί, εν μέρει, από τον «ανθρωπάκο» του. Το νέο πρόσωπο με το οποίο παρουσιάζεται στην οθόνη δεν, είναι, κατ’ αρχήν, πρόσωπο θύματος. Ο Βερντού είναι ο Λαντρύ.  Στην ταινία του Τσάπλιν εμφανίζεται σαν άσημος τραπεζικός  υπάλληλος που έχασε την θέση του τον καιρό της κρίσης. Προκειμένου να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα και να συντηρήσει την νόμιμη –και ανάπηρη– γυναίκα του, παντρεύεται, στη σειρά, γριές γεροντοκόρες και τις δολοφονεί για να ιδιοποιηθεί την περιουσία τους. Παραφράζοντας τον Κλάουζεβιτς, ο Τσάπλιν παρατηρεί σχετικά ότι «το έγκλημα είναι η συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με διαφορετικές μεθόδους».

Σ’ αυτήν την διαβρωτική σάτιρα, ένας από τους πιο έγκυρους  σχολιαστές του Μπρεχτ, ο Μπερνάρ Ντoρτ, βλέπει ένα έργο «υποδειγματικά μπρεχτικό». Κι εξηγεί: «Στον Κύριο Βερντού ο Τσάπλιν δεν καταδικάζει εκ των προτέρων, για λόγους ηθικούς ή συναισθηματικούς, την κοινωνία. Κάνει κάτι καλύτερο: την  ξεσκεπάζει. Η λογική της στάσης του Βερντού αποκαλύπτει, σε τελευταία ανάλυση, την ιστορική λογική αυτής της συγκεκριμένης κοινωνίας. Κι η καταδίκη του Βερντού από αυτήν την κοινωνία όχι μόνο δεν την αθωώνει, αλλά στρέφεται εναντίον της». Ο Ντορτ αισθάνεται ωστόσο την ανάγκη να επισημάνει, καταλήγοντας μια διαφορά. «Στον Κύριο Βερντού δεν υπάρχει κανένα από τα θετικά στοιχεία, που συνδέονται, κατά τον Μπρεχτ, με την ύπαρξη του λαού – του λαού που μπορεί να γελιέται, να γίνεται συνένοχος των καταπιεστών, αλλά που μέλλει να  είναι, τελικά, πηγή του θετικού.

 

Από τα Ενθέματα Αυγής

Αφήστε το σχόλιο σας