Χρ. Σιμορέλης:Οι θέσεις μας για τη διαχείριση υδάτων Reviewed by Momizat on . ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ του νερού στη Θεσσαλία εντοπίζεται στην διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου και στη μεγάλη περιβαλλοντική αλλά και οικονομική καταστροφή που τη συνοδεύ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ του νερού στη Θεσσαλία εντοπίζεται στην διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου και στη μεγάλη περιβαλλοντική αλλά και οικονομική καταστροφή που τη συνοδεύ Rating: 0

Χρ. Σιμορέλης:Οι θέσεις μας για τη διαχείριση υδάτων

Χρ. Σιμορέλης:Οι θέσεις μας για τη διαχείριση υδάτων

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ του νερού στη Θεσσαλία εντοπίζεται στην διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου και στη μεγάλη περιβαλλοντική αλλά και οικονομική καταστροφή που τη συνοδεύει, με την εξάντληση των αποθεμάτων του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, τη σοβαρή μείωση των παροχών του ποτάμιου συστήματος του Πηνειού, τον επαπειλούμενο κίνδυνο της ερημοποίησης και την οικονομική καταστροφή των κατοίκων της περιοχής, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιβαλλοντικού και αναπτυξιακού προβλήματος που χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Τα ποιοτικά στοιχεία του νερού δείχνουν ότι ένα μεγάλο μέρος του είναι πλέον ακατάλληλο για τις χρήσεις που καταναλώνεται. Το έλλειμμα στη λεκάνη του Πηνειού, ξεπερνά τα 1000 hm3 ετησίως και αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν λειτουργήσει η εκτροπή του Αχελώου (που προβλέπουν συνολικά 600 hm3), αυτό δεν θα λύσει το πρόβλημα.

Η πολιτική που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα στη διαχείριση του νερού και των υδατικών πόρων είναι η διαχείριση της προσφοράς του νερού. Αυτή εκφράζεται κυρίως με την αναζήτηση νέων, επιπλέον πηγών νερού κάθε φορά που η ζήτηση του νερού ξεπερνάει τη μέχρι τώρα παροχή του, ή κάθε φορά που εγκαταλείπονται παλαιότερες, υποβαθμισμένες, ή εκμεταλλευμένες πηγές. Η πολιτική αυτή συνδέεται μέσω του σχεδιασμού και την κατασκευή πολυδάπανων υδραυλικών έργων για την αξιοποίηση, συλλογή, αποθήκευση μεταφορά και διανομή του νερού. Έχοντας ως δεδομένο την τρομακτική αύξηση της ζήτησης του νερού, η οποία μάλιστα κινείται σε ρυθμούς πολύ μεγαλύτερους από την αύξηση του πληθυσμού, και ταυτόχρονα το γεγονός ότι τα αποθέματα πόσιμου νερού παραμένουν σταθερά περίπου στο χρόνο σε κάθε υδρολογική λεκάνη ή υδατικό διαμέρισμα, διαπιστώνεται ότι η πολιτική αυτή της διαχείρισης της προσφοράς του νερού είναι εντέλει αναποτελεσματική. Το πρόβλημα αυτό εντείνεται ακόμα, από το συνεχώς αυξανόμενο κόστος του νερού, που οφείλεται στα δυσκολότερα και μεγαλύτερα έργα που χρειάζονται κάθε φορά για την κάλυψη των νέων αναγκών. Πέρα από τα προβλήματα αυτά επάρκειας του νερού υπάρχει και το ζήτημα της ποιότητας του νερού. Η αλόγιστη διάθεση βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων στους υδροφορείς, η ρύπανση από τις αγροτικές δραστηριότητες, το φαινόμενο της όξινης βροχής, αλλά και άλλοι παράγοντες υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού, μετατρέποντας μεγάλες ποσότητες του τελευταίου σε ακατάλληλες για ύδρευση και άρδευση. Το φαινόμενο της υφαλμύρινσης που πλήττει ολοένα και ευρύτερη επιφάνεια αντλήσεων της Θεσσαλίας, μαρτυρά του λόγου το αληθές. Είναι λοιπόν φανερό ότι οδηγούμαστε σε ένα τόσο οικονομικό όσο και περιβαλλοντολογικό αδιέξοδο, όπου στο τέλος οι υδατικοί πόροι θα εξαντληθούν.

Η αυτονόητη αναγκαιότητα εδράζεται στην διαπίστωση ότι, οι υδατικές γεωργικές απαιτήσεις της Θεσσαλίας είναι τεράστιες και η σπουδαιότητα κάλυψης αυτών εξίσου μεγάλη, καθώς η οικονομία της περιοχής στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στη γεωργία. Η διαπίστωση αυτή δίνει το μέτρο της ανάγκης του επαναπροσδιορισμού των αρχών και των μεθόδων της υδροδοτικής πολιτικής από την αδιέξοδη λογική της διαχείρισης της προσφοράς του νερού προς μία περισσότερο βιώσιμη, φιλική προς το περιβάλλον προσέγγιση, αυτή της διαχείρισης της ζήτησης του νερού

Η ΠΡΟΤΑΣΗ μας έχει ως στόχο την εφαρμογή της αρχής της διαχείρισης της ζήτησης του νερού που εντοπίζεται στον περιορισμό της υδατικής υπερκατανάλωσης και στην ανατροπή των αρνητικών υδατικών ισοζυγίων. Σύμφωνα με την αρχή της διαχείρισης της ζήτησης του νερού, θεωρείται δεδομένη η ποσότητα του νερού που προσφέρεται για κατανάλωση, η οποία δεν μπορεί να ξεπεράσει το νερό που ανανεώνεται ετησίως μέσω του υδρολογικού κύκλου. Αντίθετα οι ανάγκες σε νερό είναι αυτές που μπορούν να μεταβληθούν μέσω μίας σωστής χρήσης και εξοικονόμησης του νερού, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί μείωση του βιοτικού επιπέδου της περιοχής. Έμφαση δίνεται στον κατάλληλο συνδυασμό τεχνολογικών επεμβάσεων για την εξασφάλιση των υδατικών αποθεμάτων αφενός, και των κοινωνικοοικονομικών δράσεων και ενεργειών, για τον έλεγχο της ζήτησης του νερού, αφετέρου. Πάνω σε αυτό καθίσταται αναγκαία η διερεύνηση επιμέρους παραγόντων οι οποίοι θα συνεισφέρουν στην εύρεση μίας σωστής πολιτικής. Οι παράγοντες αυτοί είναι: η ζήτηση του νερού κατά κατηγορία χρήσεων και δραστηριοτήτων, η πρόβλεψη της μελλοντικής ζήτησης του νερού, η ελαστικότητα της ζήτησης του νερού κατά κατηγορία χρήσης., η τιμολόγηση του νερού κατά κατηγορία χρήσεων και δραστηριοτήτων, η συσχέτιση ζήτησης – κόστους νερού, τα περιθώρια αύξησης της τιμής του νερού κατά χρήση., η κοστολόγηση του νερού σύμφωνα με την πλήρη αξία του. Η πρότασή μας εξειδικεύεται σε μέτρα πολιτικής όπως:

1. Οικονομικά Μέτρα: Tο νερό της άρδευσης ή συστηματικά υποτιμολογείται ή παρέχεται δωρεάν. Συνεπώς, σύμφωνα και με τη διεθνή βιβλιογραφία, αναγκαία είναι η τιμολόγηση του νερού κυρίως με την εγκατάσταση μετρητών. Η λύση αυτή υπολογίστηκε ότι επιφέρει μείωση της κατανάλωσης του νερού περίπου 10-20%.

H έμμεση φορολόγηση των φυτοφαρμάκων και η χρησιμοποίηση των εσόδων για τη βελτίωση της ποιότητας του νερού, και για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων πληροφόρησης των αγροτών σε θέματα εξοικονόμησης νερού, και

H επιβολή ποινών σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί σημαντικό τρόπο περιορισμού της ρύπανσης των υδατικών συστημάτων που άλλωστε συνδέονται άμεσα και με την επάρκεια τους.

2. Η αλλαγή του τρόπου άρδευσης. Η αλλαγή των συστημάτων άρδευσης και η εγκατάσταση κυρίως μεθόδων στάγδην, που όμως δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις καλλιέργειες, βοηθούν σημαντικά την εξοικονόμηση νερού στην περιοχή και ταυτόχρονα ανεβάζει στο 95% την αποδοτικότητα

3. Η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών. Η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών με αντικατάσταση των υπαρχόντων με άλλες λιγότερο υδροβόρες καθώς και η αλλαγή των μεθόδων άρδευσης για τη μείωση των απωλειών αποτελούν βασικές λύσεις στο πρόβλημα της γεωργίας. Θα πρέπει να ελεγχθεί η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων αλλά και η δυνατότητα εναλλακτικών οικονομικών δραστηριοτήτων στην Θεσσαλία. Το 60% των συνολικών αρδευόμενων καλλιεργειών της περιοχής είναι βαμβάκι, που αποτελεί ως γνωστόν εξαιρετικά υδρόφιλη καλλιέργεια.

Ένα παράδειγμα: σενάρια αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών της περιοχής. Επιλέχτηκαν καλλιέργειες που απαιτούν λιγότερο νερό για την ανάπτυξή τους αφενός, και αφετέρου αποτελούν συμφέρουσα πρόταση για τους καλλιεργητές. Εξετάστηκε η αλλαγή του 50% της έκτασης του βαμβακιού σε σιτάρι καθώς και αλλαγή του 60% της έκτασης του βαμβακιού σε μίσχανθο (ενεργειακή καλλιέργεια για την οποία προβλέπεται επιχορήγηση), με ταυτόχρονη αγρανάπαυση του 10% των καλλιεργειών συνολικά, σύμφωνα και με την Ευρωπαϊκή Οδηγία. Και στις δύο περιπτώσεις υπολογίστηκε μείωση κατά 40%-50% των γεωργικών υδατικών αναγκών, ανάλογα και με τα σενάρια βροχόπτωσης (υγρό-ξηρό έτος). Η αλλαγή βαμβακιού σε σιτάρι προκαλεί μεγαλύτερη ποσοτική μείωση του υδατικού ελλείμματος σε σχέση με τον μίσχανθο, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα επιπλέον σημαντικά πλεονεκτήματα που έχει η καλλιέργεια μίσχανθου στην περιοχή, όπως η παραγωγή ενέργειας και ο περιορισμός της χρήσης λιπασμάτων.

4. Τεχνικές ανακύκλωσης. Το γεγονός ότι τα ποιοτικά στάνταρ για το νερό της άρδευσης είναι χαμηλά σε σχέση με τις άλλες χρήσεις, επιτρέπει την επανάχρηση νερού που είχε καταναλωθεί στην ύδρευση ή τη βιομηχανία. Διεθνώς έχουν αναπτυχθεί τεχνικές επαναχρησιμοποίησης αστικών λυμάτων, ως νερό άρδευσης στη γεωργία, με σημαντική επιτυχία. Επίσης, οι περισσότερες βιομηχανίες διαθέτουν τα υγρά λύματα τους στο δίκτυο αποχέτευσης χωρίς καμία απολύτως επεξεργασία και υποστηρίζουν ότι αυτά δεν περιέχουν ουσίες επικίνδυνες ούτε για το περιβάλλον ούτε για τον άνθρωπο. Έχει αποδειχτεί σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση των επεξεργασμένων αποβλήτων για την κάλυψη αρδευτικών αναγκών, επιφέρει σημαντική εξοικονόμηση νερού.

Στην ίδια λογική γίνεται και η εφαρμογή της μεθόδου διαχείρισης της ζήτησης στις υπόλοιπες χρήσεις (αστικές, βιομηχανικές, τουριστικές, εμπορικές κλπ)

Η γενικότερη διαπίστωση του μεγάλου περιθωρίου εξοικονόμησης νερού στο βιομηχανικό τομέα (90% σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία), αλλά και ο συνδυασμός πολλών παραγόντων όπως η χρήση κοινού δικτύου για αστικές και βιομηχανικές χρήσεις, η σπατάλη καθαρού επεξεργασμένου νερού σε δευτερεύουσες χρήσεις και το γεγονός ότι το νερό αντί για οικονομικό αγαθό ως πρώτη ύλη θεωρείται κοινωνικό αγαθό, αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις για τη διεξοδική μελέτη της διαχείρισης της ζήτησης του νερού στο βιομηχανικό τομέα.

5. Μείωση των Απωλειών στα δίκτυα. Ένα από τα κυριότερα προβλήματα που συναντάει κανείς σε ένα δίκτυο ύδρευσης ή άρδευσης, είναι το μη μετρήσιμο νερό, δηλαδή οι απώλειες, δηλαδή οι διαρροές, θραύσεις και παράνομες συνδέσεις νερού, οι οποίες οδηγούν σε διαφορές μεταξύ του νερού που παρέχεται στο δίκτυο και του νερού που τελικά καταναλώνεται και τιμολογείται από τους χρήστες. Σαν αποτέλεσμα των απωλειών είναι ένα μέρος του νερού που παρέχεται να «χάνεται» τελικά στο δίκτυο, το οποίο οδηγεί σε μικρές ή μεγάλες σπατάλες νερού. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη λογική της βιώσιμης ανάπτυξης και της διαχείρισης της ζήτησης του νερού. Γίνεται φανερό λοιπόν, ότι όταν αναφέρεται κανείς στις έννοιες εξοικονόμηση νερού και διαχείριση της ζήτησης, ένα από τα πρώτα πράγματα που θα πρέπει να μειωθούν είναι οι απώλειες του νερού. Σημαντικότερος από αυτούς τους δείκτες είναι το μη τιμολογούμενο νερό, που είναι η διαφορά μεταξύ της παροχής εισόδου στο δίκτυο μείον τη μετρούμενη κατανάλωση. Ένα δίκτυο θεωρείται ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση όταν ο δείκτης αυτός είναι μικρότερος του 15%, ενώ συνιστάται η μείωση του δείκτη ακόμα και κάτω του 5%.

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή