6 Ιουνίου, μετά από 35 χρόνια Reviewed by Momizat on . Ήταν και τότε Δευτέρα, στις 6 Ιουνίου του 1981, όταν πέρασα για πρώτη και μοναδική φορά από την κεντρική είσοδο, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να Ήταν και τότε Δευτέρα, στις 6 Ιουνίου του 1981, όταν πέρασα για πρώτη και μοναδική φορά από την κεντρική είσοδο, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να Rating: 0

6 Ιουνίου, μετά από 35 χρόνια

6 Ιουνίου, μετά από 35 χρόνια
Ήταν και τότε Δευτέρα, στις 6 Ιουνίου του 1981, όταν πέρασα για πρώτη και μοναδική φορά από την κεντρική είσοδο, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να δώσω τον όρκο του πτυχιούχου. Την προηγούμενη μέρα είχα πάρει το απολυτήριο του Στρατού, από τη μονάδα μου (79 Ε.ΑΡΜ.ΕΘ. με έδρα την Σάμο) όπου υπηρέτησα κατά το τελευταίο 12μηνο της στρατιωτικής μου θητείας.
Στην ορκωμοσία μου πήγα ολομόναχος, χωρίς καμία συνοδεία και δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να ξοδέψω ούτε μία δραχμή για να πάρω έστω και μία αναμνηστική φωτογραφία, χώρια που προσήλθα με καθυστέρηση δύο ετών από τη μέρα που πέρασα το τελευταίο μου μάθημα, αφού στις λιγοστές άδειες προτιμούσα να έρθω στα Τρίκαλα, για να δω την κορούλα μου. Είχα την τύχη να γίνω και πατέρας, μόλις έκλεισα 24 χρόνια ζωής.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας γύρισα στο σπίτι μου και την επόμενη μέρα πήγα, κατ’ εντολήν της συζύγου, να αγοράσω εσώρουχα (αφού είχαν φθαρεί και είχαν πάρει κάτι από το φαιοπράσινο χρώμα της στρατιωτικής στολής αυτά που φορούσα) από το κατάστημα κάποιων παιδικών μου φίλων. Εκεί έμαθα ότι κάποιοι καταξιωμένοι καθηγητές άνοιξαν ένα καινούργιο φροντιστήριο και έψαχναν για καθηγητή της ειδικότητάς μου.
Η κυρία Κική, μία από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος, τύχαινε να είναι θεία του Βασίλη, ενός από τους καθηγητές αυτού του φροντιστηρίου. Μόλις είπα ότι απολύθηκα από τον Στρατό και θα αρχίσω να ψάχνω για δουλειά, η κυρία Κική σήκωσε το τηλέφωνο και με πρότεινε (με τις καλύτερες συστάσεις για τις ικανότητες και για τον χαρακτήρα μου) στον Βασίλη, ο οποίος με κάλεσε αμέσως στο γραφείο του.
Πήγα και κάθισα απέναντί του, με κέρασε καφέ και μιλήσαμε για αρκετή ώρα. Με ρώτησε για τις σπουδές μου, για την οικογενειακή μου κατάσταση, για τα επαγγελματικά μου σχέδια, για τη διδακτική μου εμπειρία και για πολλά άλλα.
Έδειξε να του αρέσουν οι σκέψεις μου και ο τρόπος που τις εξέφραζα, στο μόνο που διαφωνήσαμε ήταν ότι αυτός ήταν ΑΕΚτζής κι εγώ βαμμένος στα ερυθρόλευκα. Μου ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού μου, αλλά δεν είχαμε τηλέφωνο στο σπίτι και του έδωσα τους αριθμούς των τηλεφώνων ενός γείτονα και του πατρικού μου σπιτιού.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας, έβαλε τις φωνές η Αργυρώ, η γειτόνισσα: “Τάκη, σε ζητάνε στο τηλέφωνο”. Έτρεξα γεμάτος αγωνία, ήμουν σίγουρος ότι με ζητούσε ο Βασίλης και δεν έπεσα έξω. Με κάλεσε να πάω αμέσως στο φροντιστήριο, δανείστηκα ένα ποδήλατο και πήγα τρέχοντας. Δεν πρόλαβα να του πω ούτε “καλησπέρα” και μου άπλωσε το χέρι, λέγοντας: “δεν πιστεύω να έκλεισες πουθενά αλλού… σε καλωσορίζω στο φροντιστήριό μας και ελπίζω να έχουμε μία καλή συνεργασία”.
Ήταν η δεύτερη φορά που στεκόμουν πολύ τυχερός. Η πρώτη φορά ήταν όταν ήμουν μαθητής της Β’ Δημοτικού και είχα προσβληθεί από μηνιγγίτιδα, η οποία έμεινε χωρίς διάγνωση για πολλές μέρες και διεγνώσθη εντελώς συμπτωματικά, από τον μακαρίτη και ευεργέτη της πόλης Αριστοτέλη Αντωνίου, ο οποίος με έστειλε άρον-άρον στην Αθήνα, όπου έδωσαν στους γονείς μου πιθανότητες 90% να πεθάνω και 10% να ζήσω (μισές-μισές να είμαι καλά ή να έχω υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στον εγκέφαλό μου).
Άρπαξα την ευκαιρία από τα μαλλιά, άκουσα με ευλαβική προσοχή τις συμβουλές και τις οδηγίες του Βασίλη και του Σιδέρη, τις ακολούθησα και κατάφερα μέσα σε ελάχιστο χρόνο να είμαι αποδεκτός από τους μαθητές που με έβρισκαν μπροστά τους, ενώ δεν ήμουν προσωπική τους επιλογή, αφού ήμουν εντελώς άγνωστος σ’ αυτούς. Η συνέχεια ήταν ακόμα καλύτερη, η επαγγελματική μου εξέλιξη ήταν διαρκώς ανοδική και ένιωθα πλέον ότι τα παιδιά έχουν αρχίσει να με εκτιμούν και να με αγαπάνε.
Πέρασαν 35 ολόκληρα χρόνια από τότε και όμως νιώθω σαν να ήταν χτες… Γελάω όταν κάποιοι με ρωτάνε: “πότε θα σταματήσεις ;” και τους απαντάω: “όταν με πάρουν τέσσερις”, εννοώντας ότι θα σταματήσω όταν έρθει η ώρα να πεθάνω, αρκεί να είμαι υγιής μέχρι τότε. Ακούγεται κάπως αυτό, αλλά συνεχίζω να νιώθω ακριβώς το ίδιο, όπως ένιωθα τότε, που ήμουν ένα 25χρονο παιδί. Η καθημερινή επαφή και οι φιλικές σχέσεις που είχα και έχω πάντα με τους μαθητές μου, ίσως και ο χαρακτήρας μου, δεν μου επιτρέπουν να σκεφτώ οτιδήποτε διαφορετικό. Όλη η ζωή μου είναι μέσα στην αίθουσα, νιώθω ότι μου είναι αδύνατον να ζήσω έξω απ’ αυτή.
Κάθε φορά που επικοινωνώ με κάποιον από τους παλιούς μου μαθητές, νιώθω τόσο γεμάτος σε συναισθήματα. Δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα να αισθάνεσαι την αγάπη, την αναγνώριση και τον σεβασμό από αυτούς που μεγάλωσαν μαζί σου, από όλους αυτούς που τους θεωρώ παιδιά μου, χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής. Υπάρχουν περιπτώσεις που συναντώ κάποιο από αυτά τα παιδιά μετά από πολλά χρόνια, όταν έρχεται στο φροντιστήριο μαζί με το δικό του παιδί πλέον και με συγκινεί βαθύτατα όταν μου λέει: “δάσκαλε, δεν χρειάζεται να σου πω τίποτα, σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και ξέρω ότι θα κάνεις ό,τι καλύτερο περνάει απ’ το χέρι σου”.
Μπορεί να έχει πολλές δυσκολίες αυτή η δουλειά, όμως έχει δύο μοναδικά πλεονεκτήματα. Δεν σε αφήνει να καταλάβεις ότι περνάνε τα χρόνια και σου γεμίζει όλες τις γωνιές της ψυχής σου, με την αγάπη που σου δίνουν και την εκτίμηση που σου δείχνουν τα παιδιά. Νιώθω ευλογημένος που έκανα αυτή την επιλογή, κλείνοντας τα αυτιά σε όσους μου πρότειναν να γίνω γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος, επειδή τύχαινε να είμαι άριστος μαθητής. Αν τους είχα ακούσει, μπορεί να είχα πολύ καλύτερες οικονομικές απολαβές, αλλά νομίζω ότι δεν θα ένιωθα σήμερα τόσο γεμάτος συναισθηματικά.
Υ/Γ. Αγαπημένη μου κυρία Κική, αγαπητοί μου συνάδελφοι Βασίλη και Σιδέρη, ένα πολύ μεγάλο “ευχαριστώ” μέσα από την καρδιά μου. Εσείς, μαζί με τους δασκάλους μου και με τους γονείς μου, είστε αυτοί που με βοηθήσατε περισσότερο από κάθε άλλον στη ζωή μου.
Σας χρωστάω τεράστια ευγνωμοσύνη !
Δημήτρης Πετσέτας

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή