Σημαντικές μεταβολές στην προσβασιμότητα και στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των περιφερειών της χώρας αναμένεται να προκαλέσει η ολοκλήρωση του Αυτοκινητοδρόμου Κεντρικής Ελλάδας (Ε65), ο οποίος διαμορφώνει έναν νέο οδικό άξονα μεταξύ του ΠΑΘΕ και της Εγνατίας Οδού.
Στις αναπτυξιακές επιδράσεις του έργου εστιάζει μελέτη των Σεραφείμ Πολύζου, ομότιμου καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και Ευθύμιου Νάκα, πολιτικού μηχανικού, η οποία εξετάζει παράλληλα τις δυνατότητες σύνδεσης του Ε65 με το λιμάνι του Βόλου.
Σύμφωνα με τη μελέτη, από τη λειτουργία του νέου αυτοκινητοδρόμου ιδιαίτερα σημαντικά οφέλη αναμένεται να προκύψουν για τη Φθιώτιδα, τα Γρεβενά, τα Ιωάννινα και τη Δυτική Θεσσαλία, καθώς οι συγκεκριμένες περιοχές βρίσκονται στον πυρήνα των μεταβολών που προκαλεί ο νέος άξονας στις οδικές μετακινήσεις και τις εμπορευματικές ροές.
Σε υψηλό βαθμό εκτιμάται ότι επηρεάζονται οι Περιφερειακές Ενότητες Φθιώτιδας, Ιωαννίνων, Καρδίτσας, Τρικάλων, Καστοριάς, Κοζάνης και Γρεβενών. Σε μεσαίο βαθμό επηρεάζονται η Εύβοια, η Ευρυτανία, η Θεσπρωτία, περιοχές της Ανατολικής Θεσσαλίας και η Βοιωτία, ενώ μικρότερες επιδράσεις καταγράφονται σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας, της Πελοποννήσου και της Θράκης.
Νέος οδικός διάδρομος μεταξύ ΠΑΘΕ και Εγνατίας
Ο Ε65 αποτελεί έναν από τους βασικούς σύγχρονους οδικούς άξονες της χώρας, καθώς συνδέει τον ΠΑΘΕ με την Εγνατία Οδό και βελτιώνει σημαντικά την πρόσβαση της Δυτικής Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας στο εθνικό δίκτυο αυτοκινητοδρόμων.
Η λειτουργία του περιορίζει τις χιλιομετρικές αποστάσεις και τους χρόνους μετακίνησης μεταξύ της Νότιας Ελλάδας, της Δυτικής Θεσσαλίας, της Δυτικής Μακεδονίας και, μέσω της Εγνατίας Οδού, της Ηπείρου.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα διευκολύνει τη διακίνηση εμπορευμάτων και αγροτικών προϊόντων, ενισχύοντας παράλληλα τις συνδέσεις μεταξύ παραγωγικών περιοχών και σημαντικών εμπορικών και μεταφορικών κόμβων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις δυνατότητες που δημιουργούνται για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς η βελτίωση της προσβασιμότητας μπορεί να ενισχύσει την ελκυστικότητα περιοχών της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Στερεάς Ελλάδας για νέες επιχειρηματικές και επενδυτικές δραστηριότητες.
Οι επιδράσεις στον τουρισμό
Οι επιπτώσεις του Ε65 δεν περιορίζονται στις εμπορευματικές μεταφορές. Η μείωση των χρόνων ταξιδιού βελτιώνει την πρόσβαση σε σημαντικούς αστικούς και τουριστικούς προορισμούς της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας.
Πόλεις και προορισμοί όπως τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα, η Καλαμπάκα και τα Μετέωρα, αλλά και, μέσω της σύνδεσης με την Εγνατία, τα Ιωάννινα και οι ορεινές περιοχές της Πίνδου, αποκτούν ευκολότερη οδική πρόσβαση από τη Νότια Ελλάδα.
Η ενίσχυση της προσβασιμότητας μπορεί, σύμφωνα με τη μελέτη, να λειτουργήσει υποστηρικτικά για τον τουρισμό και κατ’ επέκταση για δραστηριότητες όπως η φιλοξενία, η εστίαση και το λιανικό εμπόριο.
Η μελέτη επισημαίνει, ωστόσο, ότι η κατασκευή ενός μεγάλου διαπεριφερειακού αυτοκινητοδρόμου δεν δημιουργεί τις ίδιες οικονομικές επιπτώσεις σε όλες τις περιοχές.
Όπως αναφέρει ο Σεραφείμ Πολύζος, οι επιδράσεις των διαπεριφερειακών οδικών έργων μπορούν να διακριθούν σε γενικευμένες ή παράγωγες επιδράσεις και σε αναδιανεμητικές.
Στην πρώτη περίπτωση, η βελτίωση των υποδομών μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας στις περιοχές που εξυπηρετούνται άμεσα από το έργο. Στη δεύτερη περίπτωση, η μεταβολή της προσβασιμότητας επηρεάζει τη γεωγραφική κατανομή της οικονομικής δραστηριότητας, με ορισμένες περιοχές να ενισχύονται σε σχέση με άλλες.
Υπό αυτή την έννοια, ο Ε65 δεν αναμένεται μόνο να δημιουργήσει νέες αναπτυξιακές δυνατότητες, αλλά και να μεταβάλει τις υφιστάμενες ισορροπίες μεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων.
Στη διαμόρφωση αυτών των ισορροπιών σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι υπόλοιποι μεγάλοι οδικοί άξονες, όπως ο ΠΑΘΕ και η Ιόνια Οδός, οι οποίοι λειτουργούν ανταγωνιστικά ή συμπληρωματικά προς τον Ε65 ως προς την προσβασιμότητα διαφορετικών περιοχών της χώρας.



