Πέθανε, σε ηλικία 92 ετών, η σπουδαία και ιδιαίτερα αγαπημένη ηθοποιός Μάρω Κοντού.
Η Μάρω Κοντού αντιμετώπισε το τελευταίο διάστημα σοβαρά προβλήματα υγείας και νοσηλευόταν στον Άγιο Σάββα.
Η σπουδαία ηθοποιός, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην τέχνη και τη δημόσια ζωή, γεννήθηκε στο Κουκάκι στις 21 Ιουνίου 1934 και υπήρξε μια πολύπλευρη προσωπικότητα με σημαντική καλλιτεχνική και πολιτική πορεία.
Με την απώλειά της κλείνει ένα από τα πιο λαμπερά κεφάλαια της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Η Μάρω Κοντού υπήρξε η προσωποποίηση της αστικής κομψότητας, του ήθους και της αρχοντιάς, μια παρουσία που σημάδεψε γενιές θεατών.
Η Μαριάνθη («Μάρω») Κοντού καταγόταν από τα Ψαρά και αποφοίτησε από το Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη. Ο χορός υπήρξε η πρώτη της μεγάλη αγάπη. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Χορού (στη σχολή της Κούλας Πράτσικα) και εξασφάλισε υποτροφία για τη φημισμένη σχολή HLADEK στη Γερμανία.
Παράλληλα, ολοκλήρωσε σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, δείχνοντας το ενδιαφέρον της και για τον πνευματικό κόσμο.
Από το Κουκάκι της δεκαετίας του ’30 μέχρι τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, τις θριαμβευτικές συνεργασίες με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Δημήτρη Χορν μέχρι τη ζωγραφική, την πολιτική και το θέατρο, η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε απλώς μία σταρ.
Υπήρξε η εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Μια γυναίκα που μεγάλωσε μαζί με την Ελλάδα και έμαθε να μετατρέπει τον χρόνο σε αξιοπρέπεια.
Η γυναίκα που έγινε σύμβολο χωρίς να το επιδιώξει
Υπήρχαν ηθοποιοί που άφησαν πίσω τους σπουδαίους ρόλους. Και υπήρχαν εκείνοι που κατάφεραν κάτι πολύ πιο δύσκολο: να γίνουν κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενός λαού.
Η Μάρω Κοντού ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Για πολλές γενιές Ελλήνων δεν υπήρξε απλώς μια ηθοποιός. Υπήρξε η κομψότητα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Η γυναίκα που μπορούσε να σταθεί δίπλα στους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές της εποχής χωρίς ποτέ να χαθεί στη σκιά τους.
Το χαμόγελο, η φινέτσα, η αστική αρχοντιά, αλλά και η δύναμη μιας γυναίκας που διεκδίκησε τη θέση της σε έναν κόσμο όπου οι πρωταγωνιστές ήταν συνήθως άνδρες.
Από το Κουκάκι στη σκηνή
Γεννημένη στην Αθήνα, στο Κουκάκι, με καταγωγή από τα Ψαρά, η Μαριάνθη Κοντού —όπως ήταν το πραγματικό της όνομα— δεν ξεκίνησε ως ηθοποιός.
Η πρώτη της μεγάλη αγάπη υπήρξε ο χορός. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Χορού και μάλιστα εξασφάλισε υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία. Η επαγγελματική της πορεία άρχισε στο Εθνικό Θέατρο, στον χορό της Αρχαίας Τραγωδίας.
Η απόφασή της να ακολουθήσει την υποκριτική δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλους. Η ίδια είχε αποκαλύψει ότι όταν πέρασε στο Εθνικό Θέατρο, η γιαγιά της «της γύρισε την πλάτη», θεωρώντας το επάγγελμα της ηθοποιού ασυμβίβαστο με τις αντιλήψεις της εποχής. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία της.
Η ίδια έχει περιγράψει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε από το οικογενειακό της περιβάλλον στα πρώτα βήματα της καριέρας της.
Η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού τής δόθηκε ως «εξαιρετικό ταλέντο», μια σπάνια διάκριση που προμήνυσε όσα ακολούθησαν.
Η χρυσή εποχή και οι ταινίες που έγιναν αιώνιες
Η δεκαετία του ’60 υπήρξε η εποχή της. Ο ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθησή του και η Μάρω Κοντού βρέθηκε στο επίκεντρο. Συμμετείχε σε περισσότερες από εξήντα κινηματογραφικές ταινίες και σε περίπου ενενήντα θεατρικά έργα, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην καλλιτεχνική ζωή της χώρας.
Η ηθοποιός είχε αποκαλύψει παλιότερα ότι είχε την ευκαιρία για διεθνή καριέρα, αλλά προτίμησε να παραμείνει στην Ελλάδα, μια απόφαση που τη συνέδεσε οριστικά με το ελληνικό κοινό.
Το κοινό τη λάτρεψε δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα, με τον οποίο δημιούργησε ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά δίδυμα στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Οι ερμηνείες της σε κλασικές ταινίες όπως «Τα Κίτρινα Γάντια», «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» και «Αλλοίμονο στους Νέους» πέρασαν από γενιά σε γενιά. Δεν υπήρξε μόνο όμορφη· υπήρξε σπάνια εκφραστική. Και ίσως γι’ αυτό άντεξε στον χρόνο.
Μια καριέρα-μύθος στο θέατρο και τον κινηματογράφο
Η θεατρική της διαδρομή ξεκίνησε το 1954 στο Εθνικό Θέατρο, όπου συμμετείχε ως μέλος του Χορού σε αρχαίες τραγωδίες έως το 1958. Το ντεμπούτο της στο ελεύθερο θέατρο ήρθε το 1959, δίπλα στον Δημήτρη Χορν, στην παράσταση «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ.
Ακολούθησε μια εντυπωσιακή πορεία με πάνω από 90 θεατρικές παραστάσεις και περισσότερες από 60 κινηματογραφικές ταινίες, ερμηνεύοντας ρόλους που άφησαν εποχή.
- «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965)
Ο ρόλος της Ελένης Κοκοβίκου (της «Ελενίτσας») δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου (Αντωνάκης) υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιώργου Τζαβέλλα, θεωρείται ένας από τους πιο εμβληματικούς στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Η ταινία, που πραγματευόταν με χιούμορ και τρυφερότητα τον θεσμό του γάμου και τη μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας στη νεωτερικότητα, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και ταξίδεψε μέχρι το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.
- «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη» (1968)
Σε αυτή την ξεκαρδιστική κωμωδία, η Μάρω Κοντού υποδύθηκε την ψεύτικη Ιταλίδα, παραδίδοντας μαθήματα κωμικού timing. Η ατάκα της και το μπρίο της απέδειξαν ότι η ομορφιά της δεν ήταν ένα «κρύο» στοιχείο, αλλά διέθετε απίστευτο αυτοσαρκασμό.
- «Η Σωφερίνα» (1964)
Στον ρόλο της παιχνιδιάρας Λιλής, δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Κοντού έδωσε μια εξαιρετική ερμηνεία, δείχνοντας πως μπορούσε να κλέψει την παράσταση ακόμα και σε δευτερεύοντες, αλλά καθοριστικούς ρόλους.
Η πολιτική και η ανάγκη για προσφορά
Πέρα από την τέχνη, η Μάρω Κοντού υπηρέτησε τη δημόσια ζωή με συνέπεια. Υπήρξε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών, με θητεία από το 1999 έως το 2000 και εκ νέου από τον Ιανουάριο του 2007. Είχε προηγουμένως διατελέσει δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων (1994–2002) επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου και πρόεδρος του ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84.
Η κοινωνική της δράση περιλάμβανε και τη θητεία της ως προέδρου του κέντρου βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ» (2004–2006), επιβεβαιώνοντας το ενδιαφέρον της για θέματα πρόνοιας και κοινωνικής προσφοράς.

Πολυδιάστατη δημιουργός
Η Μάρω Κοντού ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, παρουσιάζοντας το 1993 έκθεση στην γκαλερί Αντήνωρ, ενώ έργο της εκτίθεται στο Μουσείο Βορρέ. Στην τηλεόραση, συμμετείχε σε πλήθος σειρών, από τη «Χαρούμενη Κυριακή» και το «Λούνα Παρκ» έως τη σύγχρονη παραγωγή «Η Γη της Ελιάς».
Προσωπική ζωή και παρακαταθήκη
Υπήρξε παντρεμένη με τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, καθώς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Η ζωή και το έργο της Μάρως Κοντού αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της νεότερης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας.
Η απώλειά της αφήνει πίσω ένα τεράστιο καλλιτεχνικό αποτύπωμα και μια παρακαταθήκη ήθους, ευαισθησίας και δημιουργικότητας που θα συνεχίσει να εμπνέει τις επόμενες γενιές.



