Η σκηνή με τους εργαζομένους της Βιολάντα έξω από τα δικαστήρια Τρικάλων, να στηρίζουν δημόσια τον εργοδότη τους, ενώ απολογείται για τη φονική έκρηξη που στοίχισε τη ζωή σε πέντε συναδέλφους τους, είναι από μόνη της ένα ψυχολογικό και κοινωνικό φαινόμενο.
Η γνωστική ασυμφωνία, η ψυχική δυσφορία, οι μηχανισμοί άμυνας, η ψευδαίσθηση του άτρωτου και η ανάγκη για επιβίωση, θάβουν την κριτική τους σκέψη και συνθέτουν μια εσωτερική σύγκρουση – παγίδα ανάμεσα στον φόβο και την ανάγκη.
Οι εργαζόμενοι βρίσκονται ανάμεσα στην πίστη τους προς την επιχείρηση που τους δίνει τα προς το ζην, τους προσφέρει σταθερότητα, κοινωνική ταυτότητα και στην απαίτηση της κοινωνίας για δικαιοσύνη απέναντι στα θύματα.
Αρνούνται να αποδεχτούν ότι και οι ίδιοι θα μπορούσαν να είναι θύματα της έκρηξης.
Στηρίζουν δημόσια τον εργοδότη τους, αρνούνται τον κίνδυνο και την ευθύνη, ξορκίζοντας τον φόβο του θανάτου στον ίδιο τους τον εργασιακό χώρο.
Ακόμη, και αν η διαμαρτυρία των εργαζομένων υποκινήθηκε από εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες, που ενίσχυσαν τη δημόσια στάση τους, αυτό δεν αλλάζει τη βασική τους στάση, πεποίθηση.
Αν αποδεχτούν ότι ο εργοδότης έχει ευθύνη για την ασφάλεια, αυτόματα αποδέχονται ότι παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα κάθε μέρα.
Ότι η δουλειά που τους θρέφει μπορεί και να τους σκοτώσει. Αυτή η σκέψη είναι δυσβάσταχτη, αφόρητη.
Και έτσι, ο νους για να προστατευτεί και η συνείδηση για να αντέξει υψώνει άμυνες. Αρνείται την πραγματικότητα και καταφεύγει στην άρνηση, στην εξιδανίκευση, στην ταύτιση με τον ισχυρό και την ψευδαίσθηση ότι είναι «ασφαλείς».
Το πανό και η συλλογική τους παρουσία, δεν είναι μόνο πράξη συμπαράστασης ή μια πολιτική πράξη. Στο πανό έγραφε «Η αξιοπρέπεια δεν συκοφαντείται».
Είναι η ομαδική τους ασπίδα απέναντι στον φόβο, τον πόνο και την εσωτερική συντριβή που θα προκαλούσε η αποδοχή της πραγματικότητας ότι εργάζονται για έναν υπαίτιο που κατηγορείται για τον τραγικό θάνατο των πέντε συναδέλφων τους εργαζομένων γυναικών.
Είναι μια προσπάθεια να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της ασφάλειας και προστασίας, παρά τον κίνδυνο που τους περιβάλλει.
Ακόμα και αν η στάση τους αυτή δεν πηγάζει από αδιαφορία, αλλά από την ανάγκη τους να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της ασφάλειας και να συνεχιστεί η ζωή, καμία πραγματική ασφάλεια δεν θα υπάρξει, ούτε για αυτούς, ούτε για όσους θα έρθουν μετά, χωρίς ρήξη με την άρνηση.
Η κοινωνία θα συνεχίσει να αναπαράγει τις ίδιες αυταπάτες κι έτσι ο κίνδυνος θα παραμένει πίσω από κάθε εργοστάσιο, κάθε ωράριο, κάθε μισθό.
Εμείς, οι άνθρωποι της θεσσαλικής γης θρηνούμε:
Τον πυλώνα της επιβίωσης και της στήριξης στην περιφέρεια. Την παγίδα θανάτου. Το σύγχρονο εργατικό δυναμικό. Τον σύγχρονο μεσαίωνα. Τις αυθαιρεσίες. Τα λάθη των εμπλεκόμενων. Την άτιμη ατομική και συλλογική ευθύνη. Τον τόπο και το ανήκειν. Θρηνούμε τον κρότο μέσα στην σιωπή και στο πένθος.
Κυρίως θρηνούμε τις ανθρώπινες ζωές.
Την άρνηση αποδοχής κρισιμότητας του κινδύνου ως την παγίδα θανάτου. Τα βαθιά ανθρώπινα δικαιώματα.
Τα μέλη των οικογενειών που βιώνουν την τραγική απώλεια. Τη δομική έλλειψη ασφάλειας .
Όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές, το βάρος που πλακώνει τον τόπο, το ανήκειν είναι δυσβάσταχτο.
Βασιλική
Έλενα
Σταυρούλα
Αναστασία
Αγάπη
Δεν ξεχνάμε.
ΙΟΥΛΙΑ ΚΟΥΡΤΗ



