Ήταν μια εποχή, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1960, που το ποδόσφαιρο- μαζί με τη μουσική, τους κινηματογράφους, τα κουρεία, τα τζιουκ μποξ- ήταν μέρος ενός πάλλοντος λαϊκού πολιτισμού, που απηχούσε τη διάθεση ενός ολόκληρου κόσμου να εκφραστεί και να προκόψει.
Όχι πως αυτά όλα ήταν ιδανικά. Μα η κύρια διάθεση ήταν πολύχρωμη, παραμυθένια και παρακινητική- και δεν αφορούσε μόνο τους ενηλίκους. Πολύ είχα επωφεληθεί ως παιδί από αυτό το παράλληλο ποτάμι- δίπλα σ’αυτό των καθηκόντων και των υποχρεώσεων (η επιτυχία στις Εισαγωγικές Εξετάζεις δέσποζε πάντα ως προοπτική από το Δημοτικό ακόμα), μα και την θεσμική ξηρασία και πνιγηρότητα που συχνά χαρακτήριζε τον τρόπο της εκπαίδευσης.
*
Μέσα σ’αυτό το κλίμα, ο ερχομός στα Τρίκαλα που παλεύανε ποδοσφαιρικά στην Πρώτη Εθνική, του Λάζαρου Ράντοβιτς, άσσου της μυθικής Παρτιζάν Βελιγραδίου, μαζί με τον Μέσαρος, με πρωτοβουλία του Γιουγκοσλάβου προπονητή των Τρικάλων Καραμφίλοβιτς, ξεσήκωσε την πόλη.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον αγώνα των Τρικάλων κατά του Ολυμπιακού στο κατάμεστο γήπεδο της πόλης- να το παρακολουθώ ως παιδί αγωνιωδώς επειδή ήμουν μεν Ολυμπιακός, μα ήθελα τη νίκη της ομάδας της πόλης μου-, όπου τα Τρίκαλα με ηγέτη τον Ράντοβιτς επιβλήθηκαν με 3-2 !
*
Στη μια φωτογραφία ο γιγαντόσωμος Ράντοβιτς με τον σπουδαίο γυμναστή της ομάδας Πελίγκο, και κάποιον διοικητικό παράγοντα. Από κοντά ο χωροφύλακας (πολλή Γιουγκοσλαβία έχει πέσει εδώ!), για να μην ξεχνάμε όλες τις παραμέτρους της θυελλώδους εποχής.

Στην άλλη φωτογραφία, τα παιδιά της πόλης (τους γνωρίζαμε όλους αυτούς ως γειτόνους, ως επαγγελματίες- έκαναν άλλη δουλειά για να ζήσουν-, ως, ως), που εκείνο τον καιρό ήταν το παραμύθι και το καμάρι της (ο Βασίλης Τσιτσάνης είχε γράψει τον ύμνο της ομάδας).
*
Ο Λάζαρος Ράντοβιτς σταδιοδρόμησε στη συνέχεια σε πολλά πεδία στην Ολλανδία. Έφυγε αυτές τις μέρες από τη ζωή.
Γιώργος Χατζηστεργίου



