Μπορεί μια τετραμελής οικογένεια να πάει διακοπές στις Κυκλάδες ; Η ερώτηση επανέρχεται κάθε καλοκαίρι σε παρέες, οικογενειακά τραπέζια, γραφεία και μέσα μαζικής μεταφοράς. Δεν είναι απλώς ένα ερώτημα διαχείρισης προϋπολογισμού – είναι το σύμβολο μιας αλλαγής εποχής. Οι Κυκλάδες, άλλοτε προσιτός παράδεισος για τον μέσο Έλληνα, γίνονται πια όλο και περισσότερο εικόνα σε καρτ ποστάλ: όμορφες, εξιδανικευμένες και απρόσιτες.
Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά. Το πρώτο «σοκ» έρχεται στα ακτοπλοϊκά. Από τον φετινό Μάιο, οι ακτοπλοϊκές εταιρείες έχουν επιβαρυνθεί με σημαντικά αυξημένο κόστος λόγω της υποχρεωτικής χρήσης καυσίμων χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, βάσει του νέου κανονισμού SECA που εφαρμόζεται στη Μεσόγειο. Αυτό μεταφράζεται σε αυξήσεις στα εισιτήρια που αγγίζουν το 15%. Για μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων με αυτοκίνητο, το κόστος μετάβασης και επιστροφής σε νησιά όπως η Νάξος ή η Πάρος προσεγγίζει – ή και ξεπερνά – τα 700 ευρώ. Και το ταξίδι μόλις ξεκίνησε.
Η άφιξη στο νησί προϋποθέτει μετακινήσεις. Στα πρατήρια των Κυκλάδων, η τιμή της αμόλυβδης κυμαίνεται από 2,20 έως 2,40 ευρώ το λίτρο. Το αυτοκίνητο που εξυπηρετεί την οικογένεια γίνεται πηγή αιμορραγίας – σε καύσιμα, σε θέσεις στάθμευσης, σε ώρες αναμονής στην κυκλοφορία. Οι άλλοτε γραφικοί οικισμοί με τους στενούς δρόμους μετατρέπονται σε λαβυρίνθους ταλαιπωρίας, ιδίως τον Αύγουστο, όταν οι αφίξεις αγγίζουν την πληρότητα.
Η διαμονή είναι ίσως το πιο οδυνηρό κεφάλαιο. Οι τιμές για ένα αξιοπρεπές δωμάτιο 4 ατόμων κυμαίνονται – βάσει τιμοκαταλόγων και σχετικών πλατφορμών – από 200 έως και 350 ευρώ ανά διανυκτέρευση, ανάλογα με την περίοδο και τη θέση. Αν υπολογίσουμε επτά διανυκτερεύσεις, το κόστος αγγίζει τα 2.100 ευρώ. Προσθέστε τα ακτοπλοϊκά και ήδη βρισκόμαστε πάνω από τα 3.000 ευρώ – χωρίς να έχει παραγγείλει κανείς ούτε μια σαλάτα.
Και πράγματι, η εστίαση στις Κυκλάδες έχει γίνει ξεχωριστό τουριστικό… σπορ. Οι τιμές σε ταβέρνες και εστιατόρια – ακόμη και στα πιο απλά – αυξάνονται ανάλογα με τη ζήτηση. Μια απλή οικογενειακή έξοδος για φαγητό μπορεί να κοστίσει 70 με 100 ευρώ. Η ιδέα να ψωνίσει κανείς από το σούπερ μάρκετ για να μαγειρέψει δεν προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση, αφού τα τρόφιμα στα νησιά είναι ήδη ακριβότερα λόγω του μεταφορικού κόστους.
Το οικονομικό άθροισμα είναι απογοητευτικό. Μια μέση οικογένεια με δύο παιδιά, που επιθυμεί διακοπές επτά ημερών σε ένα δημοφιλές Κυκλαδονήσι με αυτοκίνητο, καλείται να διαθέσει ποσό που κυμαίνεται μεταξύ 3.500 και 4.000 ευρώ. Για πολλούς, αυτό δεν είναι απλώς απαγορευτικό – είναι εξωπραγματικό. Και εδώ αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα: όχι αν μπορεί, αλλά αν θέλει.
Διότι τι έχει να ζηλέψει κανείς από τις Κυκλάδες του σήμερα; Την αυθεντικότητα που εξαλείφεται από τις ανάγκες της τουριστικής μαζικότητας; Την ηρεμία που έχει υποκατασταθεί από μποτιλιαρίσματα αυτοκινήτων, πλήθη και θόρυβο; Τις υπηρεσίες που είναι πανάκριβες, αλλά όχι πάντα ποιοτικές; Το πολυδιαφημισμένο λευκό των σπιτιών, που έχει γίνει φόντο για Instagram stories και επενδυτικά σχέδια;
Οι ντόπιοι επιχειρούν να διαχειριστούν την τουριστική πίεση, αλλά η εικόνα των Κυκλάδων έχει αλλάξει: μοιάζει να ανήκει περισσότερο στους ξένους επισκέπτες και λιγότερο στους Έλληνες. Μια αυξανόμενη μερίδα συμπολιτών προτιμά πλέον προορισμούς του εξωτερικού – με οργανωμένα πακέτα διακοπών που τελικά κοστίζουν λιγότερο από τις Κυκλάδες – ή αναζητά πιο ήσυχους προορισμούς στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα λιγότερο δημοφιλή νησιά.
Η πολιτεία συζητά μέτρα στήριξης: μεταφορικό ισοδύναμο, ενίσχυση των οικογενειών, επιδοτούμενα εισιτήρια. Αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται ένα εθνικό ερώτημα: πώς φανταζόμαστε τον τουρισμό μας; Οι Κυκλάδες δεν είναι πολυκατοικίες με θέα θάλασσα. Είναι ένα μοναδικό πολιτισμικό τοπίο που πρέπει να παραμείνει ζωντανό, βιώσιμο και ανθρώπινο – για τους επισκέπτες, αλλά πρώτα και κύρια για εκείνους που το αγαπούν και το κατοικούν.
Ίσως τελικά η καρτ ποστάλ να είναι ακριβής μεταφορά: βλέπεις, θυμάσαι, συγκινείσαι – αλλά δεν πατάς. Αν δεν υπάρξει παρέμβαση, αν δεν μπει πλαίσιο και όριο, τότε οι Κυκλάδες κινδυνεύουν να παραμείνουν όμορφες μόνο για τη βιτρίνα και για τους λίγους. Και οι υπόλοιποι, απλώς θα κοιτάμε – από μακριά. /www.rosa.gr/



