Τέλος μπαίνει στην τεράστια ταλαιπωρία που προκαλεί στους πολίτες η τακτική των δήμων να στέλνουν… ξεχασμένες κλήσεις περασμένων ετών παρά το γεγονός ότι μετά την τριετία παραγράφονται.
Μετά από μια σειρά δικαστικών αποφάσεων και παρεμβάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη , το υπουργείο Εσωτερικών έρχεται να ξεκαθαρίσει ότι αυτά τα πρόστιμα δεν μπορούν να εισπραχθούν και πρέπει να διαγραφούν.
Πρόκειται για εκατομμύρια κλήσεις για παράνομη στάθμευση -κυρίως- που βεβαίωσαν δημοτικές αστυνομίες σε ολόκληρη τη χώρα, ξεχάστηκαν σε συρτάρια των υπηρεσιών και ανασύρθηκαν ύστερα από ολόκληρες δεκαετίες.
Παρανόμως -όπως αποδεικνύεται- οι δήμοι που δεν τις βεβαίωσαν ταμειακά εντός 3 ετών μετά την παρέλευση της προθεσμίας πληρωμής που αναγράφεται στο αντίγραφο της κλήσης (όπως ορίζει ο νόμος, ο δήμος προχωρά στην ταμειακή βεβαίωση της κλήσης, δηλαδή το πρόστιμο καταχωρίζεται ως οφειλή στα λογιστικά βιβλία του δήμου, και δημιουργείται εισπρακτικός φάκελος του οφειλέτη.
Μετά την ταμειακή βεβαίωση το πρόστιμο θεωρείται οφειλή προς το Δημόσιο και βεβαιώνεται από τη ΔΟΥ), είτε αποστέλλουν ειδοποιητήρια στους πολίτες, είτε χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς της ΑΑΔΕ για να μπλοκάρουν την έκδοση φορολογικής ενημερότητας, ή προχωρούν και σε κατασχέσεις λογαριασμών των… άτυχων πολιτών που μαθαίνουν ξαφνικά ότι χρωστάνε ενώ μπορεί να μην είχαν δει ποτέ το χαρτί του προστίμου στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους.
Κλήσεις που είχαν κοπεί 10 ή και 20 χρόνια πριν, ή ακόμα και από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, επιχειρούν να εισπράξουν δημοτικές υπηρεσίες, ευελπιστώντας ότι οι πολίτες είτε επειδή δεν γνωρίζουν, είτε επειδή θα τρομάξουν, είτε επειδή θα κρίνουν πως δεν συμφέρει, δεν θα μπουν στη διαδικασία να εναντιωθούν.
Για το ζήτημα αυτό παρεμβαίνει -για πολλοστή φορά- το υπουργείο Εσωτερικών, μετά τον Συνήγορο του Πολίτη, αλλά και τα δικαστήρια της χώρας, επαναλαμβάνοντας προς τους ΟΤΑ ότι αν πέρασαν τρία χρόνια από την ημέρα που γράφτηκε η κλήση και δεν βεβαιώθηκε ταμειακά από τον δήμο, τότε αυτή θα πρέπει να διαγραφεί.
protothema.gr




Αν κάποιες κλήσεις μπήκαν σκόπιμα στο συρτάρι από αιρετό το έτος π.χ. 1995, για λόγους πελατειακών σχέσεων ή αγοράς ψήφων, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς διοικητικό, είναι καθαρά πολιτικό και ηθικό σκάνδαλο.
Η σκόπιμη «εξαφάνιση» κλήσεων με αντάλλαγμα ψήφους αποτελεί μία από τις πιο ξεδιάντροπες μορφές πολιτικής συναλλαγής. Δεν πρόκειται για αμέλεια, αλλά για συνειδητή χειραγώγηση της διοίκησης προς ίδιον όφελος, με απώτερο στόχο την εξαγορά ψήφων.
Αυτό σημαίνει δύο πράγματα:
Άνιση μεταχείριση των πολιτών – άλλοι πλήρωσαν, άλλοι «ξεχάστηκαν».
Κατάχρηση εξουσίας – ο αιρετός παραβίασε τον ρόλο του ως διαχειριστής του δημόσιου συμφέροντος.
Η επανεμφάνιση αυτών των κλήσεων χρόνια μετά, ενδεχομένως από άλλους ή στο πλαίσιο ελέγχου, δεν αποκαθιστά τη ζημιά. Το μόνο που κάνει είναι να αποκαλύπτει τη σαθρότητα του μηχανισμού και την ανάγκη για διαφάνεια και λογοδοσία.
Αν τέτοιες πρακτικές δεν τιμωρηθούν πολιτικά και θεσμικά, τότε διαιωνίζεται η κουλτούρα του ρουσφετιού, που είναι από τις βαθύτερες πληγές του ελληνικού κράτους. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να ξέρουν ποιοι έπαιξαν με τους νόμους και με τη νοημοσύνη τους.