Στις 18 Ιουνίου 1943, μέσα στη μαύρη νύχτα της γερμανικής Κατοχής, η κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη προχώρησε στη δημιουργία των διαβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας.
Λίλα Καφαντάρη
Επρόκειτο για ένοπλα σώματα Ελλήνων συνεργατών των ναζί, που έμελλε να γράψουν μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η επίσημη δικαιολογία ήταν η «αποκατάσταση της τάξης».
Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ο βασικός τους σκοπός ήταν να πολεμήσουν την ελληνική Αντίσταση και κυρίως το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, που εκείνη την περίοδο είχαν καταφέρει να γίνουν η μαζικότερη αντιστασιακή δύναμη στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δεν το έκρυβαν. Ο Ιωάννης Ράλλης, σε επιστολή του προς τον Γερμανό στρατηγό Χανς Σπάιντελ, διαβεβαίωνε τις κατοχικές αρχές ότι η κυβέρνησή του είχε αναλάβει με αποφασιστικότητα τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού κινήματος και εργαζόταν για τη στρατολόγηση και τον εξοπλισμό πιστών ενόπλων σωμάτων.
Με απλά λόγια: Έλληνες εξοπλίζονταν από τους ναζί για να πολεμήσουν άλλους Έλληνες. Τα Τάγματα Ασφαλείας δεν υπήρξαν ένα περιθωριακό φαινόμενο. Στηρίχθηκαν από τμήματα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ της εποχής, από ανθρώπους που έβλεπαν στην Αντίσταση όχι μόνο έναν κίνδυνο για τους Γερμανούς κατακτητές αλλά και μια απειλή για τα κοινωνικά και οικονομικά προνόμιά τους.
Έτσι δημιουργήθηκαν τα λεγόμενα «Ελληνικά Ες-Ες». Η δράση τους υπήρξε φρικτή. Συμμετείχαν σε μπλόκα, εκτελέσεις, βασανιστήρια, λεηλασίες και πυρπολήσεις χωριών.
Στην Κοκκινιά, στο Χαϊδάρι, στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και σε δεκάδες άλλες περιοχές συνεργάστηκαν στενά με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.
Στον Χορτιάτη, τον Σεπτέμβριο του 1944, μαζί με τους ναζί συμμετείχαν στη σφαγή 146 ανθρώπων, στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά.
Στην Πελοπόννησο, η δράση τους συνδέθηκε με εκτεταμένες επιχειρήσεις τρομοκράτησης του πληθυσμού, εκτελέσεις αμάχων και διώξεις οικογενειών αντιστασιακών.
Συχνά οι ίδιοι οι Γερμανοί αναγνώριζαν τον ζήλο των συνεργατών τους. Δεν ήταν απλώς συνεργάτες. Ήταν πρόθυμοι συνεργάτες. Και όμως, η ιστορία δεν τελείωσε με την Απελευθέρωση.
Ενώ ο ελληνικός λαός περίμενε ότι οι συνεργάτες των ναζί θα λογοδοτούσαν, ένα μεγάλο μέρος τους όχι μόνο γλίτωσε την τιμωρία αλλά αξιοποιήθηκε από το μεταπολεμικό κράτος.
Πολλοί εντάχθηκαν σε μηχανισμούς ασφαλείας, στον στρατό, στη χωροφυλακή και στο παρακράτος που αναπτύχθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν.
Η Ιστορία έχει μια πικρή ειρωνεία: αρκετοί από εκείνους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή παρουσιάστηκαν αργότερα ως υπερασπιστές της πατρίδας, ενώ χιλιάδες αγωνιστές της Αντίστασης βρέθηκαν στις φυλακές, στις εξορίες και στα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Γι’ αυτό η μνήμη παραμένει αναγκαία. Όχι για να συντηρούμε μίση. Αλλά για να θυμόμαστε ότι η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από ξένους κατακτητές.
Απειλείται και από εκείνους που, για να διαφυλάξουν την εξουσία και τα προνόμιά τους, είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με κάθε κατακτητή.
Και γιατί η ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας μάς υπενθυμίζει κάτι που ορισμένοι θα ήθελαν να ξεχαστεί:
Δεν ήταν όλοι οι Έλληνες στην ίδια πλευρά της Ιστορίας. Άλλοι πολέμησαν για την ελευθερία. Και άλλοι φόρεσαν τη στολή του κατακτητή





Αγαπητή κυρία.
Από την εποχή των Περσικών πολέμων, οι Έλληνες δεν ήταν στην ίδια πλευρά της Ιστορίας. Κατά την γνώμη μου, στο άρθρο σας απαιτείται μία εμβάθυνση και μία αναφορά, περί του πολιτικού προσανατολισμού των ενταχθέντων. Εάν εξαιρέσουμε τη μάζα, που έσπευσε για την εξασφάλιση της επιβίωσης, οι ιθύνοντες νόες ήσαν όλοι …Βενιζελικοί. Ναι, αυτοί που ήταν ενάντια σε κάθε ενέργεια των αντιβενιζελικών (κάτι σαν το «Παναθηναϊκός- Ολυμπιακός). Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Διαβάστε την επιστολή του Πλαστήρα, από τη Γαλλία (βεβαίως-βεβαίως). Ο υπέρμετρος φανατισμός αυτής της φυλής, υπέρ της μίας «πλευράς», είναι η χαίνουσα πληγή της.
Με τιμή