Σάκης Κωστούλας
Πέντε εργάτριες νεκρές. Πέντε γυναίκες που έφυγαν για τη βάρδιά τους και δεν γύρισαν ποτέ σπίτι. Και μέσα σε αυτό το ασήκωτο πένθος, βρέθηκε κόσμος να σταθεί έξω από τα δικαστήρια Τρικάλων για να χειροκροτήσει τον ιδιοκτήτη της Βιολάντα.
Σε κάθε εργατικό δυστύχημα, οι νεκροί δεν έχουν φωνή.
Τη φωνή τους τη δίνουμε εμείς.
Κάποιοι θα πουν: «Οι άνθρωποι φοβούνται. Έχουν οικογένειες. Έχουν μεροκάματο».
Ναι. Ο φόβος είναι υπαρκτός. Η αβεβαιότητα για τη δουλειά είναι πραγματική.
Όμως υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στον φόβο και στο βόλεμα.
Δεν είναι ο φόβος της πείνας που διαβρώνει την κοινωνία.
Είναι η λογική του «να κοιτάξω την πάρτη μου».
Ακούστηκε πως οι συγκεντρώσεις δεν ήταν αυθόρμητες. Ότι υπήρξε οργανωμένη παρέμβαση μέσω στελεχών και συγγενών.
Τότε δεν μιλάμε για αυθόρμητη έκφραση αγωνίας. Μιλάμε για κατασκευή εικόνας. Για διαμόρφωση αφηγήματος.
Για προσπάθεια εξαγνισμού πριν καν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση.
Οι αποφάσεις για τα μέτρα ασφαλείας, για τις συνθήκες εργασίας, για το αν κάτι θεωρείται «κόστος» ή «αναγκαιότητα», δεν λαμβάνονται από τον εργαζόμενο.
Θα μπορούσες να ήσουν εσύ που χειροκροτάς, αν έσκαγε ο σωλήνας στη βάρδια σου, αλλά δεν βαριέσαι;
Υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να βάλουν σε δεύτερη μοίρα τον θάνατο πέντε συναδέλφων για να στείλουν μήνυμα πίστης.
Πέντε οικογένειες δεν θα ξαναδούν τις δικές τους γυναίκες. Αυτό είναι το αδιαπραγμάτευτο γεγονός.
Το ελάχιστο που οφείλει μια κοινωνία σε τέτοιες στιγμές είναι σιωπή, σεβασμός και απαίτηση για αλήθεια.
Όχι παλαμάκια.
Με ποιον στεκόμαστε πρώτα; Με τους ζωντανούς ισχυρούς ή με τους νεκρούς αδύναμους;



