Σε μια παραμεθόρια υπανάπτυκτη πόλη, τη Μακρόπολη, ένα αντρόγυνο καθηγητών, αποφασίζει να ιδρύσει ένα οικοτροφείο για να στεγαστούν εγκαταλελειμμένα και ορφανά παιδιά της περιοχής που λόγω ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν εκεί, δεν ήταν και λίγα. Με την βοήθεια τοπικών παραγόντων το οικοτροφείο δημιουργήθηκε, το στέγασαν σε ένα παλιό και εγκαταλειμμένο αρχοντικό και το ονόμασαν, « Ο Ποιμένας».
Πίσω όμως από την φιλανθρωπική εικόνα του «Ποιμένα», κρυβόταν μία σκοτεινή πραγματικότητα. Πολλά από τα παιδιά που έζησαν σ’ αυτό το ίδρυμα, κακοποιήθηκαν από ανθρώπους που είχαν εξουσία στην τοπική κοινωνία και ήταν στο απυρόβλητο. Μερικά από αυτά τα παιδιά, κατάφεραν να επιβιώσουν και ενηλικιωθούν και, κουβαλώντας στην ψυχή τους τις τραυματικές εμπειρίες, αποφάσισαν να ζητήσουν δικαιοσύνη μέσα από την τιμωρία.
Την ιστορία του «Ποιμένα», τη ζωή των παιδιών που έζησαν σ’ αυτόν, όπως και τη ζωή των ανθρώπων που συνδέονται με το οικοτροφείο, τη διηγείται ένας συνταξιούχος ιατροδικαστής που την έζησε και τη γνώριζε καλά, μέσα από τις προσωπικές και επαγγελματικές εμπειρίες του, σε έναν συνεπιβάτη του, στη διάρκεια ενός ταξιδιού με το τρένο, με προορισμό τη Μακρόπολη. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο, που θα ανατρέψει μέσα σας πολλά από αυτά που ενδεχομένως πιστεύετε.
ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Το βιβλίο – προϊόν και δημιουργία του «ώριμου» πλέον συγγραφέα Χρήστου Γκίμτσα, ανασύρει μνήμες και φωτίζει στιγμές σε επιλεκτικά κρυμμένα κοινωνικοπολιτικά θέματα που ενοχλούν τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό και πληγώνουν την δήθεν καλή κοινωνία. Σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί πέννα, αλλά χρωστήρα, αποδίδοντας ζωντανές σκηνές και κάνοντας σε, εκτός από παρατηρητή και συμμέτοχο στην πλοκή του έργου.
Μιχάλης Φασούλας. Καβάλα.
—
Ένα συγκλονιστικό “μυθιστόρημα”, ένα κοινωνικό θρίλερ που σε καθηλώνει μέχρι την τελευταία σελίδα.
Καλοτάξιδο!!!
Νώντας Σταμούλης, Αμαλιάπολη.
—
Χρήστου ΓΚΙΜΤΣΑ, Ο ιατροδικαστής ταξιδεύει (2026)
(Εκδόσεις «Βy the book»)
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ
Τελικώς ο Γκίμτσας είναι μέγας παραμυθάς ! Στήνει αριστοτεχνικά τον μύθο του βιβλίου του, υπηρετώντας τη θεμελιώδη αρχή κάθε λογοτεχνήματος, την οικονομία : σε κάθε αράδα, σε κάθε σελίδα, σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου του, βιδίτσα-βιδίτσα, οικοδομείται αργά-αργά, με μαθηματική λογική και επιστημονική λεπτομέρεια – δίκην ηλεκτρονικού υπολογιστή, με εκατομμύρια κρυσταλλολυχνίες στα σιλικονένια έγκατά του – ολόκληρος ο πολύπλοκος μηχανισμός που θα οδηγήσει πειστικά τους ήρωες στις πράξεις καθενός τους οι οποίες υπηρετούν τον κεντρικό σχεδιασμό του έργου, μέχρι το αναπόφευκτο, το αδήριτο τέλος.
Όσο κατά την ανάγνωση του βιβλίου ξετυλίγεται η πλοκή του έργου, ο αναγνώστης δεν αντιλαμβάνεται τον μηχανισμό αυτόν που στήνεται διαβολικά στο παρασκήνιο, σοφά κρυμμένος κάτω από τα συμβάντα της ζωής καθενός ήρωα που ιστορούνται.
Τον ανακαλύπτει μόνον όταν, μετά την τελευταία σελίδα, κάνει νοερώς αναδρομή στα όσα μεσολάβησαν μέχρι την τελική Κάθαρση.
Έγραψε κάποτε ο Κοσμάς Πολίτης (αξεπέραστος μεταφραστής σχεδόν των Απάντων του Στάιμπεκ) για το «The Cannery Row» του : υπάρχουν στη θάλασσα κάτι ζούδια, τόσο διάφανα και μυγιάγγιχτα, ώστε η λαβίδα του βιολόγου/ερευνητή θα τα πληγώσει στην προσπάθειά του να τα ανασύρει με αυτήν από τον βυθό όπου αναπαύονται. Τι κάνει τότε ;
Βάζει με άπειρη προσοχή τα σκέλη της λαβίδας πλησίον τους κι αυτά τυλίγονται γύρω της ! Έτσι – γράφει ο Πολίτης – πρέπει κανείς να προσεγγίσει το έργο του Στάιμπεκ : να μην προσπαθήσει να το νοιώσει, αλλά να το αφήσει να έλθει μόνο του προς αυτόν, όπως τα ζούδια στη λαβίδα !
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα πρέπει ο αναγνώστης να διαβάσει τον «Ανακριτή που ταξιδεύει» του Χρήστου : να αφήσει το βιβλίο να τον συνεπάρει από μόνο του, (γιατί έχει κι αυτό δική του ζωή), αφού τελειώσει και την τελευταία σελίδα του, ακουμπώντας νωχελικά την πλάτη του στην πολυθρόνα και περιμένοντας το ζούδι.
Το έργο δεν είναι αστυνομικό διήγημα˙ δεν υπάρχει ως κεντρικός ήρωας κάποιος Μαιγκρέ, Χόλμς, Λίνγκε, Μπέκας, Πουαρώ ή κάποια Μις Μάρπλ. Δεν είναι νουβέλα ούτε και μυθιστορία˙ δεν υπάρχει Γιάννης Αγιάννης, Ιβανόης, Λόξλεϋ, Ουάλλας, Νάττυ Μπάμπο.
Δεν είναι ούτε και κοινωνικό δοκίμιο˙ απουσιάζει ο τραγικός «Κ», το θρυλικό πνευματικό τέκνο του Φραντς. Το έργο είναι υβρίδιο κοινωνικού διηγήματος με υποβόσκουσες φιλοσοφικές προεκτάσεις που ανατέμνουν τους ήρωές του μέχρι τα ανομολόγητα μύχιά τους. Οι χαρακτήρες του έχουν κάτι από Τζέκυλ και Χάιντ του Στήβενσον, από Λιάπκιν του δικού μας Καραγάτση, από Ρασκόλνικωφ, από Τομ Τζόουτ του Στάιμπεκ, από Μάγκμπετ : κανείς τους δεν είναι μονοδιάστατος, σε κανένα δεν υπερισχύει το Καλό ή το Κακό, ο απόλυτος Μανιχαϊσμός˙ σε άλλους κάτω από το κοινωνικό comme il faut προσωπείο τους (τον Χάιντ) ζη και βασιλεύει ο Τζέκυλ, ο αδυσώπητος, ο ανηλεής, ο δούλος είτε του άπληστου Μαμμωνά είτε του ηγεμόνα Καίσαρα και σε άλλους, κάτω από τον δυστυχή σημίτη Ιωβ κυριαρχεί ο άγαν μέμνων Τιμωρός, επειδή (οὐ μόνον ἐς Ἂδην, ἀλλά καί) ἐν τῷ Κόσμῳ οὐκ ἐστί μετάνοια.
Έγκλημα και Τιμωρία. Ακριβώς αυτό που επιτάσσει διαχρονικά και ο θεήλατος Μωσαϊκός Νόμος. Οι ήρωές του λοιπόν είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Όμως, ο καθένας έχει τη Μοίρα του, αυτό το πολλοστημόριο της Παγκόσμιας Αναγκαιότητας που έλαχε στον καθένα τους.
Και βέβαια σε ολόκληρο το βιβλίο υπάρχουν πανταχού παρούσες οι ήσσονες θεότητες του παγανιστικού ελληνικού πανθέου : η Ύβρις, η Άτη, η Νέμεσις, αλλά και η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος. Όλες οι οντότητες αυτές απλώνουν επάνω από τους ήρωες του βιβλίου κυρίαρχο δίχτυ, που τους σφιχτοδένει στα αόρατα αλλά πανίσχυρα μαγνάδια του και τους οδηγεί, εκόντες-άκοντες, εκεί που όρισε το Πεπρωμένο καθενός τους. Σωτηρία δεν υπάρχει˙ ούτε για τους θύτες ούτε και για τα θύματα : οι μεν είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν, οι δε δεν μπορούν παρά να φονεύσουν (νάτος πάλι μπροστά μου ο άτυχος Καραμάνος από το επικό «Γιούγκερμαν», πριν η άνοια να νικήσει την ευφυία του, τη μοναδικότητά του).
Έτσι είναι : η προσωπική Κόλαση καθενός μας είναι χειρότερη από την Ευαγγελική. Μόνη λύτρωσή μας, η τραγωδιακή Κάθαρση, ανάλογα με τα όσα σέρνουμε αταβιστικά μέσα μας.
Αύγουστος 2
Έτος ,βκστ’
Κούλης Δ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Πεύκη Αττικής



