“Τα Τρίκαλα την εποχή εκείνη ήταν μια μικρή πόλη με μόλις 40.000 κατοίκους.
Στην Ελλάδα, είχα προσκληθεί από τον τότε προπονητή των Τρικάλων Στέφαν Καρανφίλοβιτς, επειδή ζήτησε ενισχύσεις για να ξεφύγουν από τον υποβιβασμό.
Ο Καρανφίλοβιτς μου είπε να ζητήσω 2.000 δολλάρια για να υπογράψω.
Οι παράγοντες της ομάδας εξεπλάγησαν όταν ζήτησα τα διπλάσια (τα ζήτησα για να… “χαλάσει” η συμφωνία !) αλλά τελικά προς μεγάλη μου έκπληξη δέχθηκαν…!
Στον πρώτο αγώνα κερδίζουμε 5:0 την Δόξα Δράμας και το γήπεδο “εξερράγη”, όταν “χτύπησα” με ένα γκολ-φάουλ.
Στο τρίτο ματς κερδίζουμε τον μεγάλο τότε Ολυμπιακό με 3-2 αποτέλεσμα που προκάλεσε μεγάλη έκπληξη τότε στην Ελλάδα το θεωρούσαν εξωπραγματικό…”
Ο Λάζαρ Ράντοβιτς ήρθε το Νοέμβριο του 1964 στα Τρίκαλα για να αγωνιστεί στην ομώνυμη ομάδα, αποτελώντας μέχρι τότε βασικό μέλος της Παρτιζάν Βελιγραδίου αλλά και με παρουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκυο με τη φανέλα της εθνικής Γιουγκοσλαβίας.
Δικαίωμα συμμετοχής στο πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής απέκτησε κατά το δεύτερο γύρο, ολοκληρώνοντας με 20 συμμετοχές και 2 γκολ. Θεωρείται μέχρι και σήμερα ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές στην ιστορία των Τρικάλων αλλά και των ελληνικών γηπέδων της εποχής.
Αποχώρησε στο τέλος της σεζόν 1964-65, με τις φήμες (που δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ) να αναφέρουν ως αιτία το ότι ήταν πράκτορας του Τίτο. Συνέχισε με εντυπωσιακές επιδόσεις στο στον “Ξέρξη” του Ρότερνταμ και έκλεισε την καριέρα του το 1972 έπειτα από μια τετραετία στην PSV




Και όντως ήτο πράκτωρ του Τίτο. Πίσω από το γήπεδο των Τρικάλων, που τότε ήταν κέντρο λήψεως εθνικών αποφάσεων, η ασφάλεια βρήκε πηγάδια που μέσα είχαν ασυρμάτους. Ένας τύπος που τους χειρίζονταν αυτοκτόνησε. Από αυτή την ιστορία, πήραν στοιχεία και γύρισαν την ταινία για τον προδότη κατάσκοπο Μπελογιάννη. Αυτόν, που πήρε γραμμή από την ΕΣΣΔ και ήρθε να τη φέρει στην Ελλάδα μέσω της κοντινότερης οδού, που περνούσε από τη διπλανή μας Αργεντινή (γι’ αυτό μας προμηθεύει λεμόνια, λόγω χαμηλών μεταφορικών).
Ανακαλύφθηκε λοιπόν η συμμετοχή του στο κύκλωμα, που έδινε πληροφορίες στον Τίτο. Ασχέτως εάν ο τελευταίος τα είχε σπάσει με τη Μόσχα, εμείς καλού-κακού δεν τον είχαμε εμπιστοσύνη, διότι «μία φορά κομμουνιστής, πάντα κομμουνιστής».
Οπότε, για να μη γίνουμε βούκινο, τον κυνηγήσαμε «αθορύβως».
ΥΓ. Φέραμε κατόπιν και έναν άλλο τύπο κάτασπρο, ονόματι Αντώνη Τσάρλι, που ήτο Έλλην διότι είχε παππού από τη Σάμο (από πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ομάδα» το 1972). Η χούντα τον παρακολουθούσε για κομμουνιστικές ενέργειες, αλλά τα τότε Πρέντατορ ανακάλυψαν άλλο «θησαυρό». Αντί κομμουνιστής, απεδείχθη …ζωηρός, πολύ ζωηρός σας λέω.
Πρός τον αξιαγάπητο Νικόλαο Κούκο.Κύριε Κούκο εγώ έστελνα τα σήματα Μόρς στον πράκτορα του Τίτο.Δεν άντεξα όμως για το κακό που έκανα στην ομάδα και έφυγα από αυτόν τον μάταιο κόσμο.Τωρα σου στέλνω τα χερετίσματα, από τα θυμαράκια από τα ραδίκια ανάποδα.
Τώρα καταλαβαίνω γιατί το έριξες έξω το μαγαζί, σύντροφε Μιχαήλ.
Γιατί ήσουν αγράμματος.
Χέρε, κεχαριτωμένε Πρόεδρε. Χερετίσματα λοιπόν, στην εκεί εξουσία.