Μία από αυτές τις στιγμές ήταν όταν ο Άδωνης Γεωργιάδης αποφάσισε να μας εξηγήσει ότι οι υποκλοπές δεν είναι πραγματικό πρόβλημα και ότι είναι περίπου αυτονόητο να παρακολουθούνται τηλέφωνα, αφού – όπως μας διαβεβαιώνει – «έτσι γίνεται σε όλο τον κόσμο».
Λίλα Καφαντάρη
Ομολογώ ότι πρόκειται για μια σπουδαία ανακάλυψη. Τόσα χρόνια νομίζαμε ότι το απόρρητο των επικοινωνιών είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Τόσα χρόνια πιστεύαμε ότι η παρακολούθηση πολιτικών, δημοσιογράφων και πολιτών αποτελεί σοβαρό θεσμικό ζήτημα. Ευτυχώς ήρθε ο κ. Γεωργιάδης να μας ενημερώσει ότι όλα αυτά ήταν μια παρεξήγηση και πως το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε συνηθίσει αρκετά να μας παρακολουθούν.
Άλλωστε, γιατί να ενοχλείται κανείς; Αν κάποιος διαβάζει τις συνομιλίες σου, ακούει τις επικοινωνίες σου ή γνωρίζει τις κινήσεις σου, τι σημασία έχει; Έχουμε ακρίβεια. Έχουμε ενοίκια. Έχουμε λογαριασμούς. Σύμφωνα με τη λογική του υπουργού, τα δημοκρατικά δικαιώματα μπαίνουν προφανώς σε αναστολή μέχρι να λυθούν τα οικονομικά προβλήματα.
Η επιχειρηματολογία αυτή είναι τόσο εντυπωσιακή που μπορεί να εφαρμοστεί παντού. Έχουμε εγκληματικότητα; Τότε γιατί να μας νοιάζει η διαφθορά; Έχουμε ανεργία; Τότε γιατί να μας απασχολεί η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης; Έχουμε προβλήματα στα νοσοκομεία; Τότε γιατί να ασχολούμαστε με την ελευθερία του Τύπου; Αν ακολουθήσουμε αυτή τη λογική μέχρι το τέλος της, δεν μένει τίποτα όρθιο από μια δημοκρατία.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η ίδια η δήλωση. Είναι η νοοτροπία που αποκαλύπτει. Διότι ο κ. Γεωργιάδης δεν λέει απλώς ότι οι υποκλοπές δεν τον ενοχλούν. Μας καλεί ουσιαστικά να αποδεχτούμε ότι δεν θα έπρεπε να ενοχλούν κανέναν. Να συνηθίσουμε την ιδέα ότι η παρακολούθηση είναι μέρος της κανονικότητας. Να πάψουμε να τη θεωρούμε σκάνδαλο. Να την αντιμετωπίζουμε περίπου όπως αντιμετωπίζουμε την κίνηση στους δρόμους ή την αύξηση της τιμής του καφέ.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πραγματική αρρώστια. Όχι των θεσμών μόνο, αλλά της αντίληψης για τους θεσμούς.
Γιατί σε μια υγιή δημοκρατία, όταν αποκαλύπτεται ότι παρακολουθούνται πολιτικοί αρχηγοί, δημοσιογράφοι ή δημόσια πρόσωπα, η πρώτη αντίδραση είναι ο συναγερμός. Στην Ελλάδα του 2026,η πρώτη αντίδραση ενός κορυφαίου υπουργού είναι να μας εξηγήσει ότι δεν τρέχει τίποτα.
Φανταστείτε πόσο έχουμε κατεβάσει τον πήχη των απαιτήσεών μας ως κοινωνία, ώστε ένας υπουργός να δηλώνει δημόσια ότι οι υποκλοπές δεν είναι πρόβλημα και η συζήτηση να συνεχίζεται σαν να ειπώθηκε κάτι απολύτως φυσιολογικό.
Σε οποιαδήποτε σοβαρή ευρωπαϊκή χώρα, μια τέτοια δήλωση θα προκαλούσε πολιτική θύελλα. Εδώ αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν μια ακόμη τηλεοπτική ατάκα.
Ίσως βέβαια να μην πρέπει να εκπλησσόμαστε. Ζούμε στη χώρα όπου το σκάνδαλο των υποκλοπών βαφτίστηκε «παρεξήγηση», το μπάζωμα στα Τέμπη παρουσιάστηκε ως «διαχείριση πεδίου», η ακρίβεια έγινε «εισαγόμενο φαινόμενο» και κάθε κυβερνητική αποτυχία μετατρέπεται ως διά μαγείας σε ευθύνη κάποιου άλλου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, είναι απολύτως λογικό να μας λένε ότι η παρακολούθηση τηλεφώνων δεν είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα είμαστε εμείς που εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι είναι.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό στοιχείο της υπόθεσης.
Όχι ότι έγιναν υποκλοπές. Αλλά ότι υπάρχουν υπουργοί που θεωρούν φυσιολογικό να γίνονται και ακόμη πιο φυσιολογικό να σταματήσουμε να μιλάμε γι’ αυτές.
Πρώτη φορά βλέπω Υπουργό Υγείας με τόσο άρρωστη αντίληψη για τη δημοκρατία. Και δυστυχώς, όταν η αρρώστια βρίσκεται στον τρόπο σκέψης της εξουσίας, δεν υπάρχει φάρμακο που να τη θεραπεύει εύκολα.




