Μια προίκα θα μας σώσει … Reviewed by Momizat on . Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Το είχαν κάνει τάμα. Να βρίσκονται δηλαδή κάθε Τετάρτη μεσημέρι στο τσιπουράδικο του Ευγένη και να φεύγουν απ Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Το είχαν κάνει τάμα. Να βρίσκονται δηλαδή κάθε Τετάρτη μεσημέρι στο τσιπουράδικο του Ευγένη και να φεύγουν απ Rating: 0

Μια προίκα θα μας σώσει …

Taverna
Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας :
Το είχαν κάνει τάμα. Να βρίσκονται δηλαδή κάθε Τετάρτη μεσημέρι στο τσιπουράδικο του Ευγένη και να φεύγουν από εκεί αργά το απόγευμα με κεφάλι βαρύ και με καρδιά ανάλαφρη. Όχι πως τους πείραζε όταν πήγαιναν και όποια άλλη μέρα εκτάκτως η προγραμματισμένα , αλλά η Τετάρτη ήταν ιερή και η απουσία από αυτήν ήταν περίπου αμαρτία.

Ο Ιάσονας ήταν μηχανικός και εδώ και μερικά χρονιά κόσμος πολύς έμπαινε και έβγαινε στο τεχνικό του γραφείο . Σχεδόν δεν την προλάβαινε την δουλειά. Όλα αυτά σήμερα είναι περασμένα μεγαλεία. Τώρα, μόνο καμιά μικροδουλίτσα, κανένα ψιλοέργο έτσι να βγαίνουν τα έξοδα. Ευτυχώς δεν του είχαν και τίποτα χρέη πίσω.

Ο Χρίστος είχε ανοίξει ένα μαγαζί με βιολογικά προϊόντα, καθότι από σπουδές γεωπόνος, αλλά το έκλεισε στον δεύτερο χρόνο. Εδώ ο κοσμάκης δεν μπορούσε να αγοράσει τα φτηνά στην λαϊκή , που να περίσσευαν και για βιολογικά. Τώρα πολεμάει με κάτι γεωργικά φάρμακα και όταν τον ρωτάς πως πάει σηκώνει τους ώμους και όλο « θα δούμε» απαντά.

Ο Ρήγας – που στο διάολο το βρήκαν και του έδωσαν αυτό το όνομα;- μόλις είχε απολυθεί από ένα ασφαλιστικό γραφείο που δούλευε και για την ώρα την έβγαζε με αυτά που έπαιρνε από το ταμείο ανεργίας. Είχε όμως μεγάλες ιδέες για το μέλλον , τρομάρα του.
karezixionati2
Και οι τρείς ανύπαντροι , δηλαδή οι δύο , γιατί ο Ρήγας τον είχε δοκιμάσει τον γάμο και το άντεξε δέκα μήνες μόνο. Ασυμφωνία χαρακτήρων , βλέπεις.
Εκεί λοιπόν , στο τσιπουράδικο ανάμεσα στα μπουκαλάκια με το διάφανο υγρό και τους μεζέδες που τους σερβίριζε ο Ευγένης , ανανέωναν την εμπιστοσύνη ανάμεσα τους και την φιλία τους που κρατούσε από τα μαθητικά χρόνια.

Σχολίαζαν και συζητούσαν για τα πάντα και όταν έφταναν στο « τις πταίει» για το σημερινό χάλι της κοινωνίας – και το δικό τους – τότε τους άκουγε όλο το μαγαζί και καμιά φορά πέρναν μέρος στην συζήτηση και από τα διπλανά τραπέζια, άλλοι ζαλισμένοι κι’ αυτοί, οπότε η κουβέντα γίνονταν σχεδόν καβγάς. Ευτυχώς ο Ευγένης είχε τον τρόπο να ρίχνει τις εντάσεις και όλα τελείωναν με αλληλοκεράσματα και μισομεθυσμένα γέλια.

Δεν ήταν λίγες οι φορές όμως που έπεφταν και σε μελαγχολία καθώς έβλεπαν το μέλλον σκοτεινό.
«Γαμώτο, μια χαρά παλληκάρια, σχεδόν σαραντάρηδες και να τραβάμε τέτοια ζόρια» μονολόγησε μία μέρα ο Χρίστος και οι άλλοι συμφώνησαν.

proika
« Μία προίκα θα μας σώσει» , συνέχισε.
« Γιατί , έχεις υπόψιν καμία;» απάντησε ο Ιάσονας
«Αμέ; Τον Βαγγέλη που τον φωνάζαμε στραβοκάνη τον θυμάστε; Τον συνάντησα προχτές. Έχει ανοίξει γραφείο συνοικεσίων και που λέτε μου την έπεσε για μία Βασούλα καλά οικονομημένη που έψαχνε για άντρα. Μου είπε την αλήθεια ο Βαγγέλης. Χοντρούλα ήταν ιδίως στον πισινό, κοντή, άντε ένα πενήντα το πολύ. Μου έδειξε και φωτογραφία … και από μούρη , άστα μέχρι και μουστάκι είχε που δεν κρύβονταν το άτιμο. Αλλά χρήμα με ουρά…»
«Και τι κάθεσαι, του απάντησε ο Ρήγας δεν δοκιμάζεις όπως εγώ να δεις τι γλύκα έχει».
Γέλασαν και έφεραν την κουβέντα στον Βαγγέλη τον στραβοκάνη. Ακούς γραφείο συνοικεσίων ! |Για βλάκα τον είχαν, όχι για προξενήτρα…
Πέρασε λίγος καιρός και μία Τετάρτη ο Ιάσονας έκανε την αμαρτία, δεν φάνηκε όσο και αν τον περίμεναν στου Ευγένη. Ξαφνιάστηκαν , ανησύχησαν , αλλά πριν το αναζητήσουν στο τηλέφωνο τους τηλεφώνησε εκείνος. Είχε φύγει εκτάκτως σε ταξίδι γιατί του έκατσε μία καλή δουλειά και δεν ήθελε να την χάσει. Θα έλειπε κανα δυο εβδομάδες. Έτσι είπε.
Εντάξει, αφού είναι καλά, δεν πειράζει. Θα τον περίμεναν να γυρίσει. Αφού του έκατσε και δουλειά…
Εκεί που περίμεναν να τους σερβίρει ο Ευγένης τα επόμενα , έκανε έτσι ο Χρίστος το χέρι και έπιασε μία εφημερίδα από το διπλανό τραπέζι «για να ρίξει μια ματιά στα νέα» και όταν άνοιξε μια εσωτερική σελίδα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
« Τι έπαθες, ρε ,θα πνιγείς».
Δεν μπόρεσε να μιλήσει, αλλά έδειχνε με το δάκτυλο στον Ρήγα ένα σημείο της εφημερίδας. Ο άλλος την πήρε από τα χέρια του και γεμάτος απορία ,έριξε το βλέμμα του στο σημείο που του έδειχνε, και διάβασε.
Αναγγελίες γάμων : ο Ιάσων… τάδε ετών…, μηχανικός, κάτοικος …., γεννηθείς…., Πρόκειται να έλθει σε σχέση γάμου την τάδε αυτού του έτους με την Βασιλική …τάδε και ακολουθούσαν τα υπόλοιπα στοιχεία. Της Βασούλας που προξένευε ο Βαγγέλης ο στραβοκάνης, δηλαδή.
«Ρε τον μπαγάσα είπε κάποια στιγμή αφού συνήλθε, ο Χρίστος. Αυτή ήταν η δουλειά που είχε. Αυτός πάει να παντρευτεί . Ρε σύ αυτή δεν βλέπεται, τι πάει να κάνει ο δικός μας!
« Εσύ του άνοιξες τα μάτια. Αλλά εδώ που τα λέμε μήπως αυτός τι είναι , γεμάτος κρεατοελιές, στραβομύτης και με φαλάκρα που φτάνει μέχρι το σβέρκο ,είπε μετά από λίγη σιωπή ο Ρήγας. Μην κοιτάς που εμείς τον είχαμε συνηθίσει τον ασχημομούρη. Καλά έκανε. Φαίνεται πως κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, μόνο που ο τέντζερης είναι γεμάτος με χρήμα».
Ο άλλος σήκωσε το ποτήρι το άδειασε μονορούφι και το ακούμπησε στο τραπέζι με δύναμη.
«Άιντε να μας ζήσουν και να του πείς μην τυχόν και ντραπεί και δεν μας καλέσει στον γάμο, γιατί θα του πάρω το κεφάλι μαζί με τις κρεατοελιές.
Christos.gim@gmail.com

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή