"Δημοσιογραφία είναι να δημοσιεύεις αυτά που κάποιος άλλος δεν θέλει να δημοσιευθούν." - Τζορτζ Όργουελ

25.1 C
Trikala

Στη γέφυρα

lafarm

Σχετικά άρθρα

Την απέφευγε τη μεγάλη γέφυρα. Πήγαινε πάντα από τη διπλανή, τη μικρότερη.

Άλλωστε, τόσα χρόνια από αυτή περνούσε. Ποτέ δεν κατάλαβε τον λόγο της ύπαρξής της. Μάλλον, σκεφτόταν, ότι η μικρή δε χωρούσε το άγαλμα του Ασκληπιού και χτίσανε μια καινούργια μεγαλύτερη ακριβώς δίπλα για να χωρέσει.

Επίσης, που ακούστηκε να χτιστεί καινούργια γέφυρα, μόλις 2 μέτρα πιο μακριά από την παλαιότερη;

Έτσι, σήμερα όπως και πάντα, θα περνούσε και πάλι από την παλιά. Τη στενή με τα λουλούδια στο πλάι.

Ο κυριότερος λόγος που την απέφευγε ήταν γιατί θεωρούσε ότι δεν ανήκει στον «πολιτισμό» της.

Στην καινούργια γέφυρα με το μεγάλο άγαλμα του Ασκληπιού, από το απόγευμα και μετά, την άραζαν πολλοί έφηβοι. Το θέαμά τους, τον εκνεύριζε αρκετά.

Άλλοι με μακριά μαλλιά και σκουλαρίκια, άλλοι με κάτι απαίσια φαρδιά κοντά παντελονάκια και κάποιοι λιγότεροι να σε εμποδίζουν να περάσεις, καθώς έπαιζαν με αυτές τις σανίδες με τις ρόδες.

Σήμερα που πέρασε ήταν σχεδόν οκτώμισι. Οι πιτσιρικάδες είχαν πιάσει ήδη θέση, κάποιος είχε φέρει ένα στερεοφωνικό και έπαιζε Oasis, ενώ μερικοί είχαν αρχίσει να πίνουν μπύρες.

Κοντοστάθηκε και τους κοίταξε. Άκουσε τα δυνατά τους γέλια και τις χωρίς λόγο φωνές τους.

Σκέφτηκε, πως ο σεβασμός έχει πια χαθεί. Στα χρόνια που ήταν αυτός στην ηλικία τους, εκεί στις αρχές του 70, οι νέοι της γενιάς του είχαν σωστούς τρόπους.

Δε θα ενοχλούσαν με τις φωνές τους άλλους και φυσικά δε θα ντύνονταν με αυτά τα ρούχα, ούτε θα είχαν αυτά τα μαλλιά. Και πάντα έδειχναν σεβασμό. Και στους γονείς τους και στους μεγαλύτερους.

Φοβόταν, λίγο πριν μπει ο καινούργιος αιώνας, πως αυτή η γενιά θα καταστρέψει κάποτε τη χώρα.

«Δε σέβονται σαν εμάς. Δε σέβονται τίποτα…».

Πηγαίνοντας προς τον προορισμό του αναλογίστηκε τα δικά του παιδιά. Ο Γιώργος, φοιτητής πληροφορικής και ο Νίκος, που θα έδινε σε 9 μήνες πανελλαδικές. Είχε αποφασίσει να γίνει μαθηματικός. Εντάξει, δεν είχαν σαν αυτά τα τσογλάνια μαλλιά και σκουλαρίκια, αλλά από σεβασμό και αυτοί τα ίδια.

Ένιωθε πως τον είχαν προδώσει.

Το όνειρό του ήταν ένας τουλάχιστον να γίνει δικηγόρος, όπως ο θείος του ο Θανάσης. Αλλά αυτά δεν άκουγαν τίποτα.

Ο ένας είχε κολλήσει με τους υπολογιστές, τα άψυχα μηχανήματα, όπως τα έλεγε. Για τον άλλον είχε ευθύνη ο ίδιος. Τον έστειλε σε έναν διαγωνισμό μαθηματικών στο γυμνάσιο και τον κέρδισε.

Από τότε το μυαλό του ήταν μόνο στα μαθηματικά. Τα σχέδιά του να δει έναν από τους γιους του νομικό ναυάγησαν σε ένα κόλλημα και μια πανθεσσαλική επιτυχία.

Είχε προσπαθήσει και ο ίδιος να γίνει δικηγόρος, αλλά τότε τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ο θείος του ο Θανάσης, γνωστός και πετυχημένος δικηγόρος στην πόλη, του βρήκε μια θέση στη δημόσια εταιρία ηλεκτρισμού.

Αργότερα γνώρισε την Βασιλική, αρραβωνιάστηκαν και σε αυτή ο θείος Θανάσης βρήκε θέση στη Νομαρχία. Η Βασιλική είχε ήδη από χρόνια πάρει σύνταξη, για να μεγαλώσει τα παιδιά.

Ο ίδιος την περίμενε πως και πως. Σχεδόν 25 χρόνια, είχε κουραστεί πια στη ΔΕΗ. Ότι ήταν να προσφέρει το πρόσφερε.

Περνώντας το κατώφλι των δύο γεφυρών, σκέφτηκε ότι αυτός δε θα πρόδιδε τη ζωή του, τις αξίες του, τις συνήθειές του. Τα παιδιά του μπορεί να τον πρόδωσαν.

Οι πιτσιρικάδες με τις φωνές και τις αμερικανιές τους προμήνυαν ένα κακό μέλλον.

Ήξερε ότι τα βήματά του ανήκαν στη μικρή, παλιά γέφυρα. Αυτή με τα λουλούδια.

Αυτή με την ησυχία. Αυτή με τις αναμνήσεις του. Και πάντα από αυτήν θα περνούσε απέναντι.

Αχιλλέας Οικονόμου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Δείτε επίσης