Ήρθε η ώρα να «πετάξω» τη βιβλιοθήκη μου; (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου) Reviewed by Momizat on . Του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου  (*)   Σκέψεις στην εποχή της πανδημίας Η βιβλιοθήκη μας για πολλούς από μας είναι μέρος του «σπιτιού» μας με την ευρεία Του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου  (*)   Σκέψεις στην εποχή της πανδημίας Η βιβλιοθήκη μας για πολλούς από μας είναι μέρος του «σπιτιού» μας με την ευρεία Rating: 0

Ήρθε η ώρα να «πετάξω» τη βιβλιοθήκη μου; (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

Ήρθε η ώρα να «πετάξω» τη βιβλιοθήκη μου; (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

Του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου  (*)

  Σκέψεις στην εποχή της πανδημίας

Η βιβλιοθήκη μας για πολλούς από μας είναι μέρος του «σπιτιού» μας με την ευρεία έννοια. Όχι τόσο με την έννοια των αποσκευών, της κινητής περιουσίας, μα περισσότερο ως παράγοντας που μαζί με άλλους συντελεί με κρίσιμο τρόπο στον σχηματισμό και τον ανασχηματισμό του εαυτού μας.

Δύο ή τρεις φορές μέχρι τώρα στη ζωή μου «πέταξα» τη βιβλιοθήκη που είχα μέχρι τότε. Βεβαίως, δεν την πέταξα στην κυριολεξία, απλά την εγκατέλειψα, την άφησα, την παραχώρησα κάπου που μπορεί να έπιανε τόπο (μπορεί και όχι), πάντως εμένα δεν μου έκανε πιά, όπως δεν σου κάνουν πια τα παλιά ρούχα όταν μεγαλώνεις. Η αίσθηση είναι απελευθερωτική, όταν γίνεται αυτό, κάτι σαν να ανοίγεις τα παράθυρα να μπει ο ήλιος και ο καθαρός αέρας, σαν να βάφεις το σπίτι σου με καινούρια χρώματα ή σαν να μετακομίζεις σε καινούριο τόπο. Όχι πως διαγράφεις τα παλιά, αλίμονο, τιμάς αυτά που σε σχημάτισαν, αλλά είναι όπως όταν αφήνεις το πατρικό για να ανοίξεις κανονικά τα δικά σου φτερά.

*

Η πρώτη φορά που έγινε αυτό ήταν όταν έφυγα από τον γενέθλιο τόπο για να σπουδάσω στο Πολυτεχνείο στην Αθήνα. Ετσι κι αλλιώς, ήταν κάποιος καιρός που ψαχνόμουνα για καινούρια μονοπάτια, οπότε ο κόσμος που ανοίχτηκε μπροστά μου τότε στην πρωτεύουσα ήταν συναρπαστικός, με τα βιβλιοπωλεία να σφύζουν από διανοητική ζωή, το φοιτητικό κίνημα στα καλλίτερά του και τη δικτατορία στα τελευταία της.

Μέχρι τότε, τα βιβλία ήταν αυτά που διάβαζε ένα παιδί στον δρόμο προς την εφηβεία, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970, σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου του τρόπου του βίου (ενός ελέγχου που γινόταν ακόμα πιο δυσνόητος ως προς τα κίνητρα και την πραγματική του σημασία εξ αιτίας της έλλειψης εσωτερικής συνέπειας: για παράδειγμα, ο Γυμνασιάρχης που δρούσε ως Ιαβέρης διαλύοντας αυτοπροσώπως τα πάρτυ και απαγορεύοντας την κυκλοφορία των μαθητών από μια ώρα και μετά, είχε μια πανέμορφη κόρη που την ίδια εποχή θριάμβευε στα πανελλήνια καλλιστεία) και τη σκιά των εισαγωγικών εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο να σκεπάζει βαριά την ατμόσφαιρα ως επικείμενη Δευτέρα Παρουσία, από τα χρόνια κιόλας του Δημοτικού σχολείου.

Τα κίνητρά μου για το διάβασμα βιβλίων άλλων από αυτά του σχολείου ήταν  αρκετά και δυνατά. Η δίψα για γνώση (τί είναι όλος αυτός ο Κόσμος που με περιβάλλει;), η ανάγκη να υποστηρίξω έναν κατά το δυνατόν δημιουργικό σχηματισμό μου (ποιος είμαι εγώ και πού πάω;), μα και η ανάγκη για ψυχαγωγία και διασκέδαση με περιδιάβαση σε ονειρικά σύμπαντα,  πολύ διαφορετικά από την πραγματικότητα που με περιέβαλλε.

Στη φάση λοιπόν της μετάβασης σε έναν καινούριο τρόπο ζωής, σε συνάφεια με τις σπουδές μου στο Πολυτεχνείο,  βιβλία όπως του Τολστόι, πολλά της σειράς του Γαλαξία, μεταξύ αυτών ο «Ντέμιαν» του Ερμαν Εσσε,  ακόμα κι’αυτά των εκδόσεων Δαρεμά με τις θαυμάσιες για τα τότε γούστα μου εκλαικεύσεις των έργων του Σαίξπηρ ή τη «Μαρία Στιούαρτ» του Στέφαν Τσβάιχ και το «Ναπολέων» του Εμίλ Λούτβιχ, τα έργα του Ιουλίου Βερν, αλλά και παλαιότερα όπως το «Πρίγκηψ και Φτωχός» του Μαρκ Τουέιν, «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», «Ιβανόης», «Μαύρο Βέλος», «Ο βαρώνος Μυνχάουζεν» ή το «Χίλιες και μία νύχτες», μαζί με τα αστυνομικά και επιστημονικής φαντασίας που είχα αρχίσει να διαβάζω, όπως και τα καινοτόμα για την εποχή έργα του «θεάτρου του παραλόγου» ή του Νόρμαν Μέιλερ που έφερναν πειραματικά οι γονείς μου στο σπίτι, έμειναν στο πατρικό για να δοθούν από τη μητέρα μου, όπου εκείνη νόμιζε καλλίτερα. Μια παράπλευρη απώλεια, που δεν είχα υπολογίσει αλλά και ούτε που την παρατήρησα εκείνη την εποχή των νέων οριζόντων, ήταν ότι η μητέρα μου μάζεψε από το υπόγειο τη μεγάλη συλλογή μου από «Μικρούς Ήρωες», «Κλασικά Εικονογραφημένα» και «Μίκυ Μάους» και τα έκαψε στο τζάκι του πλυσταριού μας για να αδειάσει ο χώρος, θεωρώντας ότι αυτά δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε κάποιον.

*

Η δεύτερη φορά που αποξενώθηκα από τη βιβλιοθήκη μου συνέβη όταν γύρισα στην Αθήνα μετά τα μεταπτυχιακά μου στην Αγγλία, και κάνοντας τη θητεία μου στην Αεροπορία έκανα σχέδια για το γραφείο που ήθελα να ανοίξω ως πολιτικός μηχανικός αμέσως μετά. Σε εκείνη τη φάση άλλαξα σπίτι κυριολεκτικά, αφήνοντας την τεράστια βιβλιοθήκη μου στο παλιό φοιτητικό μα ευρύχωρο διαμέρισμα στη διάθεση του αδελφού μου να τη διαχειριστεί όπως εκείνος νόμιζε καλλίτερα. Στο μεγαλύτερο μέρος ήταν μια «επαναστατική» βιβλιοθήκη, σε συντονισμό με αυτά που απασχολούσαν τους νέους εκείνης της εποχής όχι μόνο στη μεταδικτατορική Ελλάδα μετά από τόσα χρόνια σκοτεινιάς και με νωπή την τραγωδία της Κύπρου, μα και στην Ευρώπη στον απόηχο ριζοσπαστικών εξελίξεων παντού και των αιχμών σαν τον «Μάη του 68» στο Παρίσι. Στη βιβλιοθήκη υπήρχαν έργα του Μάο Τσε Τουνγκ ( του χρωστάω μεταξύ άλλων, αυτού του ικανότατου μαθητή του αρχαίου Κινέζου στρατηγιστή Σουν Τσου, την αίσθηση του «να τολμάμε να αγωνιζόμαστε, να τολμάμε να νικάμε»), αλλά και των ηγετών των αγώνων κατά της αποικιοκρατίας, όπως του Νκρούμα της Γκάνα (σ’αυτά, σε συνδυασμό με παράλληλα επεξηγηματικά διαβάσματα και κουβέντες, χρωστάω τις γνώσεις ανθρωπογεωγραφίας που έχω για μεγάλες περιοχές του Τρίτου Κόσμου), μια μεγάλη και σύνθετη βιβλιογραφία για το Κυπριακό (με διαυγέστατα καίριας σημασίας βιβλία συγγραφέων που σήμερα δεν μπορείς να βρεις πουθενά, όπως του Νίκου Ψυρούκη και του Πλουτή Σέρβα), ατελείωτα βιβλία για την ταραγμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας από τη δεκαετία του 1940 και μετά, μα και βιβλία ευρωπαίων διανοούμενων από τον Σαρλ Μπετελέμ ως τους Καταστασιακούς του Γκυ Ντεμπόρ- όχι μόνο στα ελληνικά: στο Λονδίνο υπήρχαν τότε δύο σπουδαία βιβλιοπωλεία που, σύμφωνα με το κλίμα της εποχής, το ένα πουλούσε φιλοσοβιετικά και το άλλο φιλοκινεζικά  μα και ελευθεριάζοντα βιβλία.

Σε όλα αυτά, που ήταν συνδεδεμένα με ατέλειωτες κουβέντες με συμφοιτητές, συχνά ως το πρωί, είχαν προστεθεί και άλλα μεταγενέστερου κλίματος, όπως τα φεμινιστικά της εποχής της Σιμόν ντε Μποβουάρ και της Ζερμαίν Γκρήρ, τα βιβλία του Μαρκησίου ντε Σαντ ξαναπαρουσιασμένα από σύγχρονους Γάλλους διανοούμενους όπως ο Ρολάν Μπαρτ, τα έργα του Μπατάιγ και άλλων. Η αλήθεια είναι ότι κάποια από τα βιβλία αυτής της κατηγορίας, μαζί με αιχμές της λογοτεχνίας (τον καιρό του στρατιωτικού με τον ατελείωτο διαθέσιμο χρόνο για πρώτη φορά στη ζωή μου, αποκατέστησα μια συναρπαστική σχέση με τη λογοτεχνία) όπως η σειρά της Ανθρώπινης Κωμωδίας του Ονορέ ντε Μπαλζάκ ή το «Ταξίδι στην Ιταλία» και οι «Εκλεκτικές συγγένειες» του Γκαίτε, φιλοσοφικά δοκίμια και πραγματείες όπως “Η Ροδαυγή” του Νίτσε και βεβαίως το «Για τον Πόλεμο» του φον Κλαούζεβιτς- που αποδείχθηκε πολύτιμο για την εποχή που άνοιγα το επαγγελματικό μου γραφείο- με συνόδευσαν και μετά, ως γέφυρες για τη νέα μου φάση.

Σήμερα;

Έχω λίγα χρόνια τώρα που ψάχνομαι για την τύχη στο άμεσο μέλλον της σημερινής βιβλιοθήκης μου- που είναι πάντως καλά ζυμωμένη για πολλά χρόνια με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες μου. Χαρακτηρίζεται επίσης και από μια ρευστότητα, που την ανανεώνει και βοηθάει τη μακροβιότητα της, καθώς σε κάποιες φάσεις αναδιατάσσεται: κάποιοι τίτλοι μετατίθενται μακριά από την κύρια βιβλιοθήκη.

Ποιο είναι το πρόβλημα λοιπόν; Το ζήτημα είναι πως είναι τόσο δυναμικός και πολυπαραμετρικός ο τρόπος που εξελίσσονται τα πράγματα στον κόσμο (για το καλό και το κακό), και τόσο μεγάλη η δίψα μου για φρέσκιες προσεγγίσεις σε όλα τα επίπεδα προκειμένου η αντίληψή μου να αντιστοιχεί κατά το δυνατόν στην πραγματική φύση των πραγμάτων, που η αίσθησή μου είναι όλο και περισσότερο πως «δεν μου κάνουν πιά τα παλιά ρούχα».

Με την έκρηξη της πανδημίας και το χάσμα που προκλήθηκε στη λειτουργία της «κανονικότητας»- μιας κανονικότητας που είχε ήδη αρχίσει από καιρό να συμπεριφέρεται ακανόνιστα, μα τώρα πια αυτό γινόταν και « με τη βούλα»-η αίσθηση αυτή επανήλθε με δριμύτητα. Όπως συμβαίνει συχνά σ’αυτές τις περιπτώσεις, ένα γεγονός μπορεί να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα ανατροπών. Το γεγονός αυτό στο πεδίο που διαπραγματευόμαστε, ήταν οι δηλώσεις του Ιταλού διανοούμενου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, που ανέδειξαν ως μείζον πολιτικό θέμα τα μέτρα για τον περιορισμό των κινήσεων και των επαφών στον δημόσιο χώρο της Ιταλίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πανδημία στη χώρα. Κατά τον Αγκάμπεν τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στη χειραγώγηση των πολιτών και τον θεσμικό περιορισμό των ελευθεριών τους. Μολονότι θα μπορούσε κάποιος καλοπροαίρετα να πει ότι δηλώσεις σαν αυτές βοηθάνε ενδεχομένως στο να αποτρέψουν την εξουσία από το να σκεφθεί να αξιοποιήσει την απειλή υπέρ της θέσπισης ενός μόνιμου θεσμικού πλαισίου καταπίεσης, στην πραγματικότητα οι θέσεις αυτές δεν είχαν σχέση με την ιεράρχηση των προβλημάτων που έπρεπε να γίνει στην σοβαρά πληττόμενη από τον ιό Ιταλία. Επί πλέον, οι δηλώσεις αυτές είναι μετέωρες τόσο από επιστημονική όσο και από επί της ουσίας πολιτική άποψη.

Ας δούμε τα θέματα με τη σειρά:

Πρώτα απ’όλα, δεν είναι όλοι για όλα. Όποιο και αν είναι το βάρος σου στον τομέα που έχεις διακριθεί, όταν απευθύνεσαι στην ευρύτερη κοινωνία δεν μπορείς να έχεις βαρύνουσα γνώμη επί παντός του επιστητού αν δεν έχεις γνώση του πεδίου στο οποίο αναφέρεσαι (τότε θα προσομοιάζεις με τον εκ γενετής τυφλό του Αριστοτέλη που δίνει διάλεξη για τα χρώματα). Με άλλα λόγια, με όλο τον σεβασμό στο έργο του Αγκάμπεν δεν θα τον διαλέγαμε για διευθυντή Νοσοκομείου ούτε για να ορίσει τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις μιας μεγαλούπολης.

Υπάρχει ένα γενικότερο θέμα με την εμβέλεια απεύθυνσης του διανοούμενου στη δημόσια σφαίρα, με την έννοια ότι έχουμε κληρονομήσει από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου το είδος του διανοούμενου- «οδηγητή της μάζας». Μακριά από οποιαδήποτε διάθεση υποτίμησης των υψηλότατης ποιότητας διανοούμενων που η ανθρωπότητα ευτύχησε όντως να έχει το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, σε όλα τα πεδία, αναφερόμαστε σε έναν ρόλο που συχνά τους αποδιδόταν- άλλες φορές για λόγους σκοπιμότητας των συστημάτων εξουσίας, και άλλες φορές απέναντι σ’αυτές τις σκοπιμότητες καθώς δρούσαν και δημιουργούσαν σε έναν ενδιάμεσο χώρο ιδιάζουσας ελευθερίας σε σχέση με την κυρίαρχη δεσμευτική κανονικότητα.

Αν όντως υφίσταται μια τέτοια κληρονομιά στο πεδίο του ρόλου των διανοούμενων, πάντως δεν έχει πια αντίκρισμα. Οι συνθήκες έχουν πια ριζικά αλλάξει. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν σε μια κουβέντα πριν από δύο χρόνια με φίλους Ιταλούς, νέους και καλλιεργημένους, αναφέρθηκα με πολλή εκτίμηση στον Αγκάμπεν, με κοίταξαν με αμηχανία: απλά δεν τον γνώριζαν. Έκπληκτος τους μίλησα περισσότερο για τον συγκεκριμένο διανοούμενο ( το βιβλίο του «Βεβηλώσεις» με εμπνέει σταθερά) και οι άνθρωποι μου εξήγησαν με τη σειρά τους ότι στην Ιταλία δεν υπάρχει πια ένας ενιαίος χώρος συζήτησης και απήχησης για τους διανοούμενους. Στη θέση του υπάρχουν πολλά επί μέρους «δωμάτια παραγωγής διανοητικού έργου και λόγου» που λειτουργούν καθ’εαυτά και συχνά χωρίς επαφή μεταξύ τους: Ινστιτούτα των κομμάτων ή πιο σταθερών θεσμών, όπως της Καθολικής Εκκλησίας, τα Πανεπιστήμια βεβαίως, κάποια εξειδικευμένα περιοδικά και τα σχετικά.

Η συνολική αποτίμηση αυτής της κατάστασης ξεφεύγει από τα όρια αυτού του κειμένου, μα για τις ανάγκες της διαπραγμάτευσής μας επισημαίνουμε το εξής: αν για τον προβεβλημένο διανοούμενο των μεταπολεμικών δεκαετιών υπήρχε αφ’ενός μεν το έργο του με την αξία του καθ’εαυτή, αφ’ετέρου δε η περιβολή του με ένα «φωτοστέφανο» που του έδινε τη δυνατότητα να απευθύνεται στον κόσμο ως «Οδηγητής», σήμερα απλά το φωτοστέφανο δεν υφίσταται. Η έμφαση βρίσκεται στο έργο του, όχι στη διάσταση του κατευθύνοντος τους άλλους με βάση τη (σχεδόν μεταφυσική και πάντως αυθαίρετη) γνώση της απόλυτης, συνολικής αλήθειας.

Σίγουρα κάτι χάνουμε εξ αιτίας αυτού του περιορισμού της εμβέλειας του λόγου των διανοούμενων, μα παράλληλα είναι τελικά ωφέλιμο και αποδοτικό να αποκτούν τα πράγματα στα μάτια μας το μέγεθος που όντως έχουν, παρά αυτό της σκιάς τους.

*

Τα όσα σημειώσαμε δεν συνεπάγεται ότι δεν χρειαζόμαστε πια τους διανοούμενους. Αλίμονο, στην εποχή που ζούμε, της έντονης ρευστότητας και των κινδυνωδών χασμάτων της όποιας κανονικότητας, το έργο τους μας είναι εξαιρετικά πολύτιμο σε όλα τα πεδία, όσο τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα οι συνθήκες που επιτρέπουν, έστω με εμπόδια, την παραγωγή ενός τέτοιου έργου.

Αλλά ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου έργου ώστε να ανταποκρίνεται στις καινοφανείς ανάγκες της εποχής; Μια τέτοια συζήτηση μπορεί να γίνει συναρπαστική, ιδιαίτερα αν επεκταθεί στο μυθιστόρημα, το δοκίμιο, τις κοινωνικές επιστήμες, μα μια τέτοια επέκταση είναι έξω από τα όρια του παρόντος κειμένου. Ας εστιάσουμε στην πολιτική θεωρία με την ευρεία έννοια που συμπεριλαμβάνει και τη διάσταση της βιοπολιτικής. Η πολιτική (όχι ο πολιτικαντισμός) συνιστά άλλωστε τον κινητήρα των εξελίξεων.

Με αφορμή τις δηλώσεις του Αγκαμπεν, μπορούμε κατ’αρχάς να πούμε: δεν μπορεί να υπάρξει επί της ουσίας πολιτικός λόγος αποξενωμένος από την επιστήμη. Για παράδειγμα, όπως επισήμανε ο στιβαρός Αμερικανος διανοητής Mike Davies (η συντριπτική πλειοψηφία των βιβλίων του είναι αμετάφραστη και ασχολίαστη στην Ελλάδα) σε βαρυσήμαντο άρθρο του για την πανδημία, μία κρίσιμη παράμετρος των εξελίξεων είναι το γεγονός ότι οι μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες έχουν από καιρό εγκαταλείψει τις έρευνες για τις επιδημίες, θεωρώντας τις «πεταμένα λεφτά», για να εστιαστούν στο εύκολο κέρδος των αντικαταθλιπτικών, διεγερτικών, καλλωπιστικών κλπ φαρμάκων. Αυτή η διάσταση είναι κατ’εξοχήν πολιτική, αν μάλιστα συνδυαστεί με τις άλλες τεκμηριωμένες με συγκεκριμένα στοιχεία αποφάνσεις του Davies, ότι δηλαδή οι τεράστιες κοινωνικές ανισότητες είναι που καθιστούν ευπαθείς τους πληθυσμούς σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, μα και μέσα στις ίδιες τις πόλεις, έχουμε μια επί της ουσίας ιεράρχηση των ζητημάτων που σχετίζονται με αυτή την πλανητική διαστάσεων απειλή. Η ιεράρχηση χρειάζεται έτσι ώστε να εντοπιστεί η ρίζα του προβλήματος, προκειμένου να αρχίσουμε να ζητάμε και (γιατί όχι;) σταδιακά να επιβάλλουμε μεσομακροπρόθεσμες λύσεις.

Τοποθετήσεις σαν αυτές του Davies- σε αντιδιαστολή με εκείνες που αναδεικνύουν ως το μείζον ζήτημα το “πόσες μέρες θα μείνουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας”- κάνουν σημαία τους με αφορμή και παράδειγμα τα δεινά της πανδημίας το ότι τα πράγματα μετά δεν είναι σωστό  να συνεχίσουν να λειτουργούν όπως πριν και προδιαγράφουν την επιθυμητή- υπέρ των συμφερόντων των πολλών- κατεύθυνση. Ετσι προχώρησαν τα πράγματα μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά το τεράστιο μέγεθος των καταστροφών που είχαν προκληθεί- συγκρινόμενες με αυτές, οι απώλειες ανθρώπων και υποδομών από τον κορονοιό είναι, με όλο τον σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, ελάχιστες.

*

Εννοείται ότι όταν αναφερόμαστε στην επιστήμη δεν απαιτούμε από τον εκφέροντα γνώμη για τα πολιτικά ζητήματα να έχει γνώσεις πυρηνικής φυσικής, μα το να έχει ως υπόβαθρο των τοποθετήσεών του μια συγκροτημένη και αξιόπιστη έρευνα στο πεδίο. Θέλει δουλειά αυτό, μα είναι κάτι που μπορεί να γίνει. Δεν ισχύει εκείνο που επικαλούνται πολλοί, ότι δηλαδή αυτά τα στοιχεία δεν διατίθενται: αντιθέτως, διατίθενται με πολλούς τρόπους γύρω μας, αρκεί να τα αναζητήσεις και να τα δουλέψεις για να τα συνδυάσεις. Ακόμα και οι εφημερίδες του εξωτερικού χρόνια τώρα αναφέρονται στο γεγονός ότι οι φαρμακοβιομηχανίες σταματούν τις έρευνες η μία μετά την άλλη, ασχέτως αν το παρουσιάζουν ως κάτι το θετικό για τους μετόχους, αφού έτσι θα έχουν μεγαλύτερα κέρδη. Ο πυρήνας της τεχνολογίας προκειμένου να παραχθούν καινοτόμα προιόντα είναι που φυλάσσεται μυστικός με κάθε τρόπο, μα εμείς δεν αναζητούμε αυτό.

Το ζήτημα είναι ότι όταν η συστηματική έρευνα στο πεδίο απουσιάζει, η έκφραση απόψεων γίνεται χαοτική καθώς δεν αντιστοιχεί σε κάποια δεδομένα, και το κυριότερο: ακόμα κι αν προκληθούν έντονες αντιπαραθέσεις, αυτές θα είναι μετέωρες και επομένως εντελώς μη αποδοτικές σε σχέση με την ουσία της πολιτικής που είναι η επέμβαση στα πράγματα και στην κατεύθυνση των εξελίξεων.

*

Είναι δικαιολογημένο το να προκύψουν ενστάσεις: ο επιστημονικός λόγος δεν μπορεί να είναι χειραγωγούμενος; Ασφαλώς ναι. Οπότε προκύπτει άλλη μία στιβαρή πολιτική απαίτηση: μεγαλύτερη διαφάνεια στα της επιστήμης. Όχι τόσο με τη διαδικασία της “εκλαΐκευσής” της, η οποία μπορεί να λειτουργήσει με αυθαίρετες ρηχές προσεγγίσεις ή με δραματοποιήσεις που θα προκαλέσουν μεν το ενδιαφέρον του κοινού, μα πρακτικά θα λειτουργούν συσκοτιστικά ως αυτοεπιβεβαιούμενες προφητείες. Πρέπει να σκεφτούμε ξανά σοβαρά το πώς τα Πανεπιστήμια θα μπορέσουν ξανά να συμβάλλουν σοβαρά σ’αυτό το πεδίο. Το ποιός άλλος θεσμός ή διαδικασία  μπορεί να συμβάλλει είναι επίσης ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα με το οποίο θα πρέπει να ασχοληθούμε. Ενα πρακτικό παράδειγμα, πέραν της πανδημίας: σε μια περίοδο που η Ελλάδα δοκιμάζεται πολλαπλώς δεν θα έπρεπε η Ελληνική Πολιτεία να αναλάβει να συγκροτήσει αξιοποιώντας τις επιστήμες και μακριά από ad nauseum επαναλαμβανόμενα αγοραία τσιτάτα που δεν οδηγούν πουθενά, ένα εμπνευσμένο Σχέδιο ευρείας αποδοχής υπέρ μιας ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης; Πώς αλλιώς θα κινηθούν τα πράγματα; Ο “αυτόματος πιλότος” έχει προ πολλού παύσει να λειτουργεί.

Η Jane Jacobs, σπουδαία διανοούμενος και ακτιβίστρια με καίριες επεμβάσεις στη βιοπολιτική των ΗΠΑ, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, συγγραφέας των βιβλίων μεγάλης επιρροής “Η χαμένη Ανοιξη” και “Η ζωή και ο θάνατος των αμερικανικών πόλεων” (άλλη μία σοβαρή διανοούμενος πρακτικά άγνωστη και εν πολλοίς αμετάφραστη στην Ελλάδα) επισημαίνει στο τελευταίο βιβλίο που έγραψε πριν τον θάνατό της με τίτλο “Έρχεται Μεσαίωνας” ότι πρέπει να αναδειχθεί ξανά η Επιστήμη, η οποία επί της ουσίας έχει επικαλυφθεί από την κυρίαρχη ψευδο-επιστήμη του “οικονομισμού”.

*

Βεβαίως, η συμπερίληψη της επιστήμης στον πολιτικό λόγο στερείται της απαραίτητης δυναμικής αν δεν συνδυαστεί με τη συγκρότηση ενός ενιαίου χώρου όπου οι διαφορετικές απόψεις θα δοκιμάζονται και θα αλληλεπιδρούν. Και οπωσδήποτε, ακόμα κι αυτά θα είναι λειψά αν δεν συνδυάζονται με τη σταδιακή κατάληξη σε μεσο-μακροπρόθεσμους πολιτικούς στόχους για τον τρόπο που θα θέλαμε και θα μπορούσε να διαμορφωθεί η επόμενη φάση της ανθρωπότητας.

Τη δυναμική πολυεπίπεδη προσέγγιση ευνοούσε απολύτως ο Γάλλος φιλόσοφος και πολεοδόμος Paul Virilio, ο διανοούμενος που έδινε κατ’εξοχήν βάρος στον ρόλο της επιστήμης στον ουσιαστικό πολιτικό λόγο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο γραφείο του δέσποζε το motto «κίνηση + γνώση= δύναμη», σε αντιπαράθεση με το παλαιότερο «γνώση= δύναμη». Το στοιχείο της «κίνησης», εκτός από τη σημασία του για τη μη στατικότητα της προσέγγισης, έχει κατά τον Virilio τη σημασία των πολλαπλών εμπειριών στα πεδία της πραγματικότητας, σε αντιδιαστολή με τις γνώσεις που αποκτώνται μόνο στη βιβλιοθήκη. Όπως επίσης την ευέλικτη χρήση των εργαλείων και των δυνατοτήτων που παρέχει η διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογία. Ο Virilio μάλιστα είχε τη σπάνια διανοητική τιμιότητα να αποσυρθεί από την παραγωγή νέου έργου, όταν σε κάποια φάση αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί πλέον να παρακολουθήσει αποδοτικά και με έμπνευση τις καλπάζουσες μεταβολές της τεχνολογίας όπως αυτές επηρεάζουν την κοινωνική δυναμική.

Η «απόσυρση» του Virilio είναι διαφωτιστική για τα περαιτέρω. Σε τελευταία ανάλυση, η πολιτική θεωρία συνδέεται «οργανικά» ( για να θυμηθούμε τον Γκράμσι) με τις συνθήκες της εποχής όπου γεννήθηκε και «ζυμώθηκε»: είναι αληθινή και ισχύει στον καιρό της και στις περιστάσεις της, και άσχετη, εκτός θέματος, έξω από τον καιρό της και τις περιστάσεις της.

Επομένως;

Έχοντας ψηλαφήσει προηγουμένως τις προτεραιότητες προκειμένου να συγκροτηθεί μια επαρκής πολιτική θεωρία που να αντιστοιχεί στις ανάγκες της ριζικά διαφορετικής από το πρόσφατο παρελθόν νέας εποχής ( κατά την κρίση μας, μεταξύ άλλων: συγκρότηση ενιαίου χώρου ζύμωσης των επί μέρους προσεγγίσεων, μια συνολική μεσομακροπρόθεσμη στρατηγική που να σχετίζεται με τις εξελίξεις τόσο τοπικά όσο και συνολικά στον πλανήτη, συμπερίληψη της επιστημονικής προσέγγισης, και εννοείται ότι ο κατάλογος είναι ανοιχτός σε προσθήκες και άλλων πεδίων), είναι παράλληλα σαφές ότι πολύ απέχουμε από τη συγκρότηση μιας τέτοιας θεωρίας. Με αυτή την έννοια, η κατάστασή μας προσομοιάζει πολύ με αυτή του οδηγού αυτοκινήτου που προχωρά κοιτάζοντας το καθρεφτάκι του οδηγού, δηλαδή προς τα πίσω, αντί να κοιτάζει μπροστά, κατά την προσφυή παρατήρηση του καινοτόμου αμερικανού κοινωνιολόγου και φιλοσόφου Μάρσαλ ΜακΛούαν, ασχέτως αν αυτός ο χαρακτηρισμός  αφορούσε παλαιότερες φάσεις των εξελίξεων.

Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο και ζούμε σε μία πενία πολιτικής θεωρίας, τότε δεν έχουμε ακόμα την πολυτέλεια να βάλουμε στην άκρη τη βιβλιοθήκη μας. Εξακολουθεί να είναι χρήσιμη, έστω ως περιέχουσα θραύσματα συλλογισμών που θα συμπλήρωναν ενδεχομένως τον σχηματισμό ενός καινούριου παζλ ή κάποιες μεθοδολογίες που μπορεί ως τέτοιες (όχι για τα συμπεράσματά τους) να μας υποστηρίξουν στην αρχή ή ακόμα και κάποια κείμενα που υπογράφουν διανοητές του παρελθόντος μεταδοτικά ενός ενθουσιασμού και ενός ζήλου υπέρ της ανακάλυψης της «αλήθειας» της εποχής τους: ο Φουκώ, ο Ντελέζ, ο Βιριλιό, ο Μπάουμαν, ο Βαλερστάιν, άλλοι που ακόμα το παλεύουν και εξακολουθούν να προσφέρουν όπως ο Mike Davies, ο George Kaffentzis, και λοιποί. Στα έργα αυτών, που έτσι κι αλλιώς δεν ανήκουν στενά στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας αλλά διασταλτατικά, θα πρόσθετα και το σύνολο του έργου του ενορατικού συγγραφέα Philip K. Dick, ο οποίος χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας ως φιλοσοφικό όχημα, αξιοποιώντας τα επιστημονικά και τεχνολογικά άλματα των ΗΠΑ, από την Κυβερνητική ως το DNA και συνδυάζοντάς τα με τις θεωρίες των προσωκρατικών φιλοσόφων στην Ελλάδα, όπως και εναλλακτικών φιλοσοφικοθεολογικών ρευμάτων της αρχαιότητας, όπως των Γνωστικών.

Στα βιβλία που θα κρατήσω δεν υπάρχουν βιβλία γεωστρατηγικής- τα περισσότερα ανατρέχουν ακόμα στο καθεστώς του Ψυχρού Πολέμου και δεν αντιστοιχούν στις σημερινές συνθήκες-, ούτε βιβλία απολογητικά των κυρίαρχων εξουσιών. Δεν έχω να αποκομίσω κάτι το δημιουργικό από τον απολογητισμό. Επί πλέον, έτσι όπως τρέχουν οι εξελίξεις, τέτοιου είδους βιβλία γρήγορα γίνονται ανεπίκαιρα. Υπάρχουν τα ειδικά περιοδικά για να έχεις την απαραίτητη ενημέρωση σ’αυτό το πεδίο.

Γενικότερα, το κριτήριό μου σε σχέση με τα βιβλία που με ενδιαφέρουν σ’αυτή τη φάση, βρίσκει την καλλίτερη περιγραφή του παραλλάσσοντας μια φράση του Ρόμπερτ Κέννεντυ: “ Ο Τζωρτζ Μπέρναρ Σω έλεγε: κοιτάζω τα πράγματα και ρωτάω Γιατί;   Επί πλέον: σκέφτομαι τα πράγματα όπως θά ΄πρεπε να είναι και ρωτάω: Γιατί όχι;”

*

Εννοείται ότι η βιβλιοθήκη που προδιαγράφω κάθε άλλο παρά είναι το κέντρο του κόσμου, και κάθε άλλο παρά συνιστά ένα γενικό πρότυπο, αλίμονο! Ευτυχώς, ο καθένας έχει τη δική του βιβλιοθήκη την οποία διαμορφώνει με τα δικά του κριτήρια και ανάγκες. Με αυτή την έννοια, γι’αυτό είναι τόσο απαραίτητη η συγκρότηση ενός ενιαίου χώρου όπου ιδανικά όλοι θα έχουν πρόσβαση, ώστε να βρισκόμαστε και να ανακατεύουμε τα βιβλία των βιβλιοθηκών μας, υπέρ νέων, εμπνευστικών συνθέσεων…

Επίμετρο

Το ξεμπλοκάρισμα από την αποτελμάτωση που βρέθηκα σε σχέση με τη βιβλιοθήκη μου, λειτουργεί δημιουργικά και για τα άλλα πεδία, πέραν της πολιτικής θεωρίας και της βιοπολιτικής. Έτσι ξαναδιαβάζω αλλιώς, με φρέσκο πνεύμα τον Γκαίτε, τον Μπαλζάκ, τους Αγγλους συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως και ό,τι με έχει συγκινήσει σε προηγούμενες φάσεις, σαν να ανακαλύπτω την εναλλακτική ενέργεια που κρύβουν παλιά κοιτάσματα που τα νόμιζα πια ανενεργά.

Με την ηρεμία του ότι βρήκαμε μια άκρη, έχουμε πια την πολυτέλεια στο τέλος τέλος να μην είμαστε τόσο αυστηροί με τα παλιά πράγματά μας και να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν κι άλλες συνάφειες με αυτά, πέρα από τις γνωστικές μας ανάγκες. Γι’αυτό κλείνουμε με μια τρυφερή αναφορά σ’αυτές τις συνάφειες αντλώντας από το πολύτιμο κοίτασμα των έργων του Αγκάμπεν:

“ Ο καθένας μας φυλάει άχρηστα αντικείμενα,ως κάτι ανάμεσα σε ενθύμια και φυλακτά, για τα οποία ντρεπόμαστε λίγο, αλλά που δεν θα θέλαμε με τίποτε στον κόσμο να απαρνηθούμε και να αποχωριστούμε…Ενα τέτοιου είδους ενθύμιο είναι η μορφή της σχέσης με ό,τι χάθηκε και απολησμονήθηκε…Αλλά αυτό το άμορφο και θαμπό χάος του απολησμονημένου, δεν είναι ούτε αδρανές ούτε αναποτελεσματικό- αντιθέτως, αυτό ενεργεί μέσα μας με όχι λιγότερη δύναμη από εκείνη των συνειδητών αναμνήσεων, αν και με τρόπο διαφορετικό…Με μια έννοια, τα ενθύμια ή τα φυλακτά αυτά είναι οι επιθυμίες μας που δεν εισακούστηκαν, εκείνες που δεν έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε ούτε στον ίδιο τον εαυτό μας…Μα ό,τι δεν εισακούστηκε, είναι αυτό που απομένει… ”

*

Στην απευκταία περίπτωση που τα πράγματα κινηθούν προς τη «σκοτεινή πλευρά της Σελήνης», όπως μας προειδοποιεί η Jane Jacobs, οπότε μπορεί να μην είναι εύκολο να έχουμε καν μια συστηματική βιβλιοθήκη, τότε ο Αγκάμπεν μπορεί, με κουβέντες σαν αυτές που μόλις προηγήθηκαν, να είναι ο πιο πολιτικός διανοούμενος για τις συνθήκες. Είναι απίστευτο πόσο έχει ο καιρός γυρίσματα (ασχέτως αν εμείς ενδιαφερόμαστε και εργαζόμαστε υπέρ της «φωτεινής πλευράς»). Κοιτάμε τον ορίζοντα με μια φρέσκια ματιά και κατά το δυνατόν με έμπνευση και οραματισμό, μα δεν είναι ώρα αυτή να πετάμε πράγματα…

(*)Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το βιβλίο του “ Ο πολιτισμός των φαντασμάτων” μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή