Επιστροφή του «πακέτου Χατζηγάκη» ζητά η γεν. εισαγγελέας του Ευρωδικαστηρίου-Η χώρα καλείται να επιστρέψει 424 εκατ. ευρώ Reviewed by Momizat on . Την απόρριψη των ισχυρισμών της Ελλάδας στο αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το πακέτο Χατζηγάκη ύψους 424 εκατ. ευρώ πρότ Την απόρριψη των ισχυρισμών της Ελλάδας στο αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το πακέτο Χατζηγάκη ύψους 424 εκατ. ευρώ πρότ Rating: 0

Επιστροφή του «πακέτου Χατζηγάκη» ζητά η γεν. εισαγγελέας του Ευρωδικαστηρίου-Η χώρα καλείται να επιστρέψει 424 εκατ. ευρώ

Επιστροφή του «πακέτου Χατζηγάκη» ζητά η γεν. εισαγγελέας του Ευρωδικαστηρίου-Η χώρα καλείται να επιστρέψει 424 εκατ. ευρώ

Την απόρριψη των ισχυρισμών της Ελλάδας στο αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το πακέτο Χατζηγάκη ύψους 424 εκατ. ευρώ πρότεινε προχθες, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η εισαγγελέας Εleanor Sharpston.

Βέβαια, όπως σημειώνεται σε σχετική ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του Δικαστηρίου: «Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα».

Πάντως, το αίτημα της χώρας μας έχουν ήδη απορρίψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπκαι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ζητώντας να επιστραφούν περίπου 350 εκατ. ευρώ από όσους ωφελήθηκαν τότε από τις αποζημιώσεις και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η Ελλάδα έχει ασκήσει «έφεση» στην απόφαση αυτή με το σκεπτικό ότι το 2008 υπήρχε κρίση στον αγροτικό τομέα της χώρας, αλλά η κυρία Sharpston το απορρίπτει.

Αναλυτικότερα, η ανακοίνωση σχετικά με τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέως Εleanor Sharpston στην υπόθεση C-431/14 P, Ελλάδα κατά Επιτροπής για την «Aναίρεση αποφάσεως του ΓΔΕΕ – Αντισταθμιστικές ενισχύσεις που χορήγησε ο ΕΛΓΑ κατά τα έτη 2008 και 2009» αναφέρει τα εξής:

Ο Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ) αποτελεί οργανισμό κοινής ωφελείας, ο οποίος ιδρύθηκε το 1988 ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο. Ο ΕΛΓΑ έχει ιδίως ως σκοπό την ασφάλιση της φυτικής και ζωικής παραγωγής και του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων όσον αφορά ζημίες οφειλόμενες σε φυσικούς κινδύνους.

Το 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι ο ΕΛΓΑ επρόκειτο να καταβάλει αντισταθμιστικές πληρωμές ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ σε μεγάλο αριθμό Ελλήνων παραγωγών γεωργικών προϊόντων, λόγω των ζημιών που είχαν υποστεί κατά το έτος 2008 εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Για τις πληρωμές αυτές ο ΕΛΓΑ είχε συνάψει δάνειο ύψους 425 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και δεύτερο δάνειο ύψους 444 εκατομμυρίων ευρώ, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, και το οποίο πρέπει να αποπληρωθεί εντός δεκαετίας.

Το 2011, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2012/157/ΕΕ με την οποία διαπίστωσε ότι οι αποζημιώσεις ενδέχονταν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο παρέχοντας επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα στους έλληνες παραγωγούς σε σχέση με άλλους παραγωγούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι δεν τυγχάνουν της ιδίας στηρίξεως.

Συγκεκριμένα:

α) Αφενός, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2008 (349 493 652,03 ευρώ) για την αντιστάθμιση ζημιών στη φυτική παραγωγή, καθώς και για απώλειες στη φυτική παραγωγή που προξένησε η αρκούδα ύψους 91 500 ευρώ ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά.  Αφετέρου, οι ενισχύσεις που αντιστοιχούν στο υπόλοιπο ποσό των αντισταθμιστικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν το 2008 στο πλαίσιο του συστήματος ειδικής υποχρεωτικής ασφάλισης ήταν ασύμβατες με την εσωτερική αγορά.

β) Οι ενισχύσεις (27 614 905 ευρώ) που χορηγήθηκαν το 2009 ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά. Οι ενισχύσεις (387 404 547 ευρώ), που χορηγήθηκαν πριν την 28η Οκτωβρίου 2009, ήταν ασύμβατες με την εσωτερική αγορά.

Η Επιτροπή διέταξε την Ελλάδα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τους δικαιούχους, των ασύμβατων ενισχύσεων συμπεριλαμβάνοντας τους τόκους από την ημερομηνία διάθεσης στον κάθε δικαιούχο μέχρι τον χρόνο της πραγματικής ανάκτησης.

Στις 8 Φεβρουαρίου 2012, η Ελλάδα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο (υπόθεση Τ-52/14) την ακύρωση της αποφάσεως και με χωριστό δικόγραφο κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Με διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις: η αίτηση ήταν εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένη από πραγματικής και νομικής απόψεως (fumus boni juris) και είχε τον χαρακτήρα του επείγοντος.[1]

Ωστόσο, στις 16 Ιουλίου 2014 εκδόθηκε η απόφαση στην υπόθεση Τ-52/14: το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε όλα τα επιχειρήματα που είχε επικαλεστεί η Ελλάδα και επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, η Ελλάδα ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής (C-431/14). Προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως; ανεπαρκή αιτιολογία, παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ΣΛΕΕ[2].

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα υποστηρίζει (τρίτος λόγος αναιρέσεως) ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι πληρωμές του 2009 ήταν αδύνατο να κριθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά επειδή, κατά την εκτίμησή του, η προβλεπόμενη από την ανακοίνωση της Επιτροπής του 2009 σχετικά με τα μέτρα κρατικής ενίσχυσης κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης (ΠΚΠ) [3] χαλάρωση των ρυθμίσεων για τις κρατικές ενισχύσεις δεν ίσχυε για τις επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνταν στην πρωτογενή γεωργική παραγωγή. Κατά την Ελλάδα, το Γενικό Δικαστήριο θα όφειλε να έχει λάβει υπόψη, ως προς το ζήτημα αυτό, τις ειδικές περιστάσεις της κρίσης.

Με τις σημερινές της προτάσεις η γενική εισαγγελέας περιορίζεται μόνο στην εξέταση της νομικής διάστασης της υπόθεσης (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως) καθώς κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να κρίνει τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία. Θεωρεί ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν επιτρεπόταν να αποκλίνει από το ΠΚΠ διότι άλλως θα μπορούσε να της καταλογιστεί παραβίαση γενικών αρχών του δικαίου, όπως της ίσης μεταχείρισης ή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Προτείνει στο Δικαστήριο να απορρίψει την αναίρεση ως προδήλως αβάσιμη.

Για περισσότερα δείτε εδώ το πλήρες κείμενο των προτάσεων όπως διατίθεται στην ιστοσελίδα CURIA.

[1] Ο Πρόεδρος έκρινε ότι οι προβληθέντες από την Ελλάδα λόγοι ήταν αρκούντως εύλογοι και σοβαροί ώστε να δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, από πραγματικής και νομικής απόψεως (fumus boni juris), τη μη εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής. Έκρινε επίσης ότι το ποσό των 425 εκατομμυρίων ευρώ έπρεπε να μειωθεί σημαντικά και ότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο οι πληρωμές αυτές να χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικώς προς αποζημίωση των Ελλήνων γεωργών οι οποίοι υπέστησαν απώλεια εισοδήματος και όχι προκειμένου να ευνοηθούν τεχνητώς οι παραγωγοί και οι εξαγωγές. Ακολούθως, διαπίστωσε ότι υφίστατο επείγον λόγω του ότι η καταστολή της φοροδιαφυγής αποτελούσε απόλυτη προτεραιότητα για την Ελλάδα υπό τις τότε οικονομικές περιστάσεις λαμβάνοντας υπ’όψιν ότι το κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζονταν από τη γενικευμένη δυσαρέσκεια.

[2] Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά , μεταξύ άλλων, οι ενισχύσεις που χορηγούνται προς αντιμετώπιση της κατάστασης όταν η οικονομία συγκεκριμένου κράτους μέλους έχει διαταραχθεί σοβαρά.

[3] Στις 22 Ιανουαρίου 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση σχετικά με τη θέσπιση προσωρινού κοινοτικού πλαισίου για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης (ΠΚΠ). Στην εν λόγω ανακοίνωση επισήμαινε, μεταξύ άλλων, ότι η παγκόσμια αυτή κρίση καθιστούσε αναγκαία, πέραν της επείγουσας στήριξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την ανάληψη έκτακτης δράσης εκ μέρους των δημόσιων αρχών των κρατών μελών. Λόγω της σοβαρότητας της κρίση αυτής, καθώς και των επιπτώσεών της στη συνολική οικονομία των κρατών μελών, η Επιτροπή έκρινε ότι η χορήγηση ορισμένων κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων θα ήταν, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δικαιολογημένη προς αντιμετώπιση των σχετικών δυσχερειών και ότι οι οικείες ενισχύσεις θα μπορούσαν, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή