Ο Καρδιτσιώτης της ΣΤΑΖΙ Reviewed by Momizat on .   Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, αναφέρει ότι Καρδιτσιώτης συγγραφέας που πέθανε το 1998 στην Καρδίτσα, ήταν διακεκριμένος κατάσκοπος της   Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, αναφέρει ότι Καρδιτσιώτης συγγραφέας που πέθανε το 1998 στην Καρδίτσα, ήταν διακεκριμένος κατάσκοπος της Rating: 0

Ο Καρδιτσιώτης της ΣΤΑΖΙ

Ο Καρδιτσιώτης της ΣΤΑΖΙ

 

Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, αναφέρει ότι Καρδιτσιώτης συγγραφέας που πέθανε το 1998 στην Καρδίτσα, ήταν διακεκριμένος κατάσκοπος της Ανατολικογερμανικής ΣΤΑΖΙ με το κωδικό όνομα «Anton».

Οι αποκαλύψεις πηγάζουν από «το “ελληνικό αρχείο” της ΣΤΑΖΙ αποτελείται από περίπου 100 φακέλους, σύνολο κάπου 11.000 με 12.000 σελίδες και από το ενδελεχή έρευνα που πραγματοποίησαν επί δύο χρόνια επιστήμονες του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Ένας άνθρωπος που η Καρδίτσα του απέδωσε τιμές, αποδεικνύεται ότι ήταν ένας αδίστακτος πράκτορας;

Μια πολύ σημαντική αποκάλυψη διαβάσαμε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και αφορά διακεκριμένο που τελικά κατονομάζεται ως πράκτορας της Ανατολικογερμανικής μυστικής υπηρεσίας, ΣΤΑΖΙ.

Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, αναφέρει ότι Καρδιτσιώτης συγγραφέας που πέθανε το 1998 στην Καρδίτσα, ήταν διακεκριμένος κατάσκοπος της Ανατολικογερμανικής ΣΤΑΖΙ με το ψευδώνυμο Anton.

Οι αποκαλύψεις πηγάζουν από «το “ελληνικό αρχείο” της ΣΤΑΖΙ αποτελείται από περίπου 100 φακέλους, σύνολο κάπου 11.000 με 12.000 σελίδες και από το ενδελεχή έρευνα που πραγματοποίησαν επί δύο χρόνια επιστήμονες του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Ένας άνθρωπος που η Καρδίτσα του απέδωσε τιμές, αποδεικνύεται ότι ήταν ένας αδίστακτος πράκτορας;

Ιδού το δημοσίευμα

Ο Anton ετάφη στις 10 Σεπτεμβρίου του 1998 στο χωριό του, στην Καρδίτσα, με τις τιμές του «άξιου Έλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του στα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς». Το πραγματικό του όνομα, με το οποίο κατέφυγε στις Λαϊκές Δημοκρατίες ως «παιδί του Εμφυλίου» μετά τη στρατιωτική συντριβή του ΚΚΕ στον Γράμμο, ήταν Θ.Ν., αλλά ως Anton «μεγαλούργησε» στην Ανατολική Γερμανία, με τους εγχώριους ομοϊδεάτες να τον εξυμνούν για τη «συμβολή του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων».

Με αυτό το ψευδώνυμο ήταν καταχωρισμένος στα αρχεία της διαβόητης ΣΤΑΖΙ, της οποίας διετέλεσε μέχρι και την πτώση του Τείχους κατάσκοπος. Οι μεταφράσεις έργων Ελλήνων συγγραφέων και γενικότερα η «διάδοση του ελληνικού πολιτισμού» ήταν ο μανδύας υπό τον οποίο κινούνταν στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους και κατασκόπευε από συμπατριώτες πολιτικούς πρόσφυγες και την ελληνική στρατιωτικοδιπλωματική αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο μέχρι Ανατολικογερμανούς που σχεδίαζαν να διαφύγουν στη Δύση, αλλά και αυτόν τον πιο διάσημο αντικαθεστωτικό, τον Βολφ Μπίρμαν.

Και άλλοι…

Δεν ήταν ο μόνος. Πολλοί Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες είχαν στρατολογηθεί από τη ΣΤΑΖΙ, όπως αποκαλύπτεται από ενδελεχή έρευνα που πραγματοποίησαν επί δύο χρόνια επιστήμονες του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στο πλαίσιο του προγράμματος «Θαλής» με θέμα «Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο έως τον Ψυχρό Πόλεμο». Από την έρευνα προκύπτει ότι δούλευαν ως έμμισθοι πληροφοριοδότες.

«Το “ελληνικό αρχείο” της ΣΤΑΖΙ αποτελείται από περίπου 100 φακέλους, σύνολο κάπου 11.000 με 12.000 σελίδες, ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν», λέει στην «Κ» ένας εκ των ερευνητών, ο καθηγητής Στράτος Δορδανάς, που μαζί με τον συνάδελφό του Bάιο Καλογρηά και υπό την επιστημονική διεύθυνση του Nίκου Μαραντζίδη, συμπεριέλαβε τα αποτελέσματα σε επιστημονικό τόμο υπό τον τίτλο «Έλληνες της ΣΤΑΖΙ». «Μέχρι σήμερα έχει γίνει περιορισμένη χρήση του “ελληνικού αρχείου”, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς, και δεν έχει μελετηθεί συστηματικά με στόχο την εκπόνηση επιστημονικών συγγραμμάτων», επισημαίνεται από τους ίδιους.

Όπως προκύπτει από τα απόρρητα έγγραφα και τις εκθέσεις, πολύ ψηλά στην ατζέντα του ενδιαφέροντος της ΣΤΑΖΙ ήταν η Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, που εκτελούσε χρέη προξενικής αρχής και η οποία εθεωρείτο από το κομμουνιστικό καθεστώς «φωλιά κατασκόπων». Καθώς μάλιστα η αποστολή εξέδιδε διαβατήρια και βίζες σε Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας που ως αλλοδαποί τότε κινούνταν ελεύθερα μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου, η ΣΤΑΖΙ λειτουργούσε δίκτυο πληροφοριοδοτών που την ενημέρωναν λεπτομερώς για ό,τι υπέπιπτε στην αντίληψή τους, ακόμα και για το τι μάθαιναν από άλλες δυτικές στρατιωτικές αποστολές που συστεγάζονταν με την ελληνική.

Το πρόσχημα

Ο Anton επισκεπτόταν συχνά –όπως και άλλοι πράκτορες– τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής για να πετύχει την έκδοση ελληνικού διαβατηρίου. Τουλάχιστον αυτό ήταν το πρόσχημα. Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλε στις 16 Ιουλίου 1965, πληροφορήθηκε από τους συνδέσμους του τα ονόματα Ελλήνων πρακτόρων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, που συμμετείχαν παράλληλα στην οργάνωση της διαφυγής Ανατολικογερμανών πολιτών στο Δυτικό Βερολίνο.

Ταυτόχρονα, στο «Café Corso», στέκι διανοουμένων και αντικαθεστωτικών στη Λειψία, αλλά και τόπος συναθροίσεων μυστικών αντιστασιακών δικτύων φοιτητών, ο Έλληνας πράκτορας συναντούσε συχνά πρόσωπα που τον ενδιέφεραν και τα οποία φυσικά κατέδιδε στην «υπηρεσία».

Καθώς ανέβαιναν οι μετοχές του στο σκοτεινό «χρηματιστήριο της ΣΤΑΖΙ», στις αρμοδιότητές του προστέθηκε αργότερα η παρακολούθηση διάσημων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, όπως για παράδειγμα των Ράινερ Κούντσε, Φόλκερ Μπράουν, Βολφ Μπίρμαν κ.ά.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας Ανατολικογερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Φέρεται να ενεθάρρυνε μάλιστα τους συνομιλητές του να υλοποιήσουν τις «παράνομες» ενέργειές τους και συνέτασσε εκθέσεις σχετικά με την πολυσχιδή δράση του.

Η ανταμοιβή

Η ΣΤΑΖΙ βεβαίως φρόντιζε να τον ανταμείβει συχνά, σε δυτικά και ανατολικά μάρκα, για τις υπηρεσίες του. Άλλωστε, από τις εκθέσεις της προκύπτει ότι εξαιτίας της δραστηριότητάς του ως καταδότη, συνελήφθησαν πολίτες και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης.

Με τον χρόνο, όμως, κίνησε τις υποψίες αντιπολιτευτικών στοιχείων που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της ΣΤΑΖΙ, κάτι βεβαίως που ο ίδιος αρνούνταν επίμονα, ύστερα και από σχετικές οδηγίες που έλαβε.

Η καριέρα του «διανοούμενου κατασκόπου» θα συντριβεί και αυτή στα ερείπια του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Το 1992 θα επιστρέψει στην Ελλάδα με μερίδα της εγχώριας Αριστεράς να του αποδίδει τιμές και δάφνες για τα «φώτα» του στους Ανατολικογερμανούς γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό. Οι φάκελοι της ΣΤΑΖΙ δεν είχαν ανοίξει ακόμα για να φωτίσουν την γκρίζα πλευρά της διαδρομής του…

Τα «παιδιά του Εμφυλίου» και η μετάλλαξή τους…

Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο φόβος για τις συνέπειες της απόρριψης της συνεργασίας, η ελπίδα για οικονομικά ανταλλάγματα, οι «ευκαιρίες» καριέρας και η προσδοκία βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης ήταν τα βασικά κίνητρα των Ελλήνων πρακτόρων της ΣΤΑΖΙ. Δεν έλειψαν ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές στον υπό έκδοση σχετικό τόμο, και εκείνοι που θεωρούσαν ότι η συνεργασία με τη ΣΤΑΖΙ ήταν ένα λιθαράκι στο «οικοδόμημα του σοσιαλισμού», αγνοώντας ή απωθώντας το δυσάρεστο γεγονός πως έγιναν η αιτία να διωχθούν αμείλικτα συμπολίτες τους και συμπατριώτες τους από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς.

Τα θύματα των Ελλήνων συνεργατών της ΣΤΑΖΙ, η πλειοψηφία των οποίων προερχόταν από τη γενιά «των παιδιών του Εμφυλίου» (που είχαν πλήρως ενσωματωθεί στη νέα δεύτερή τους πατρίδα) και στρατολογήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960, δεν ήταν αποκλειστικά πολιτικοί πρόσφυγες. Ανατολικογερμανοί και Δυτικογερμανοί, εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά και πολίτες άλλων κρατών συμπεριλήφθηκαν εξίσου στον κατάλογο των «υπόπτων» ή «ιδεολογικών εχθρών», που υποτίθεται ότι απειλούσαν τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία.

Ο συγγραφέας-ζηλωτής…

Ιδού όσα αναφέρουν στο βιβλίο τους ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΖΙ, οι Στράτος Ν. Δορδανάς & Βάιος Καλογρηάς.

Ιδού όσα αναφέρουν στο βιβλίο τους ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΖΙ, οι Στράτος Ν. Δορδανάς & Βάιος Καλογρηάς για την περίπτωση του «Anton».

Μάλιστα, στον πρόλογο υπάρχει και μια δήλωση που αναφέρει:

Δηλώνω υπεύθυνα και εν γνώσει τωνσυνεπειών του νόμου ότι το παραδοτέο «Συγγραφή μονογραφίας» αποτελεί πρωτότυπο έργο και δεν έχουν χρησιμοποιηθεί άλλες πηγές πέρα από αυτές στις οποίες γίνεται αναφορά.

Όπου υπάρχει αναπαραγωγή δεδομένων, πινάκων και παραθεμάτων, αυτό δηλώνεται ρητά.

Ο επιστημονικά υπεύθυνος, Καθηγητής Νικόλαος Μαραντζίδης

Η αναφορά στο βιβλίο

Η τελευταία περίπτωση είναι αναμφίβολα η πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για τον συγγραφέα Θ. Ν. (κωδικό όνομα «Anton»), ο οποίος είχε γεννηθεί το 1937 σε χωριό της Καρδίτσας. Ο Ν. ανήκε στη γενιά των «παιδιών του Εμφυλίου». Το 1957 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου και δίδαξε αργότερα ως λέκτορας. Το 1958 έγινε μέλος του ΚΚΕ. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν καταδότης της Στάζι, με εξαιρετική επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι εκθέσεις των ανωτέρων του. Πέντε φάκελοι υπάρχουν αποκλειστικά για τον Ν., που ανταγωνίζεται σε όγκο υλικού και γνωστούς Ανατολικογερμανούς αστέρες της Στάζι. Από την 1η Σεπτεμβρίου 1962, την ημέρα που συμφώνησε να συνεργαστεί με την κρατική ασφάλεια, διακρίθηκε στη συλλογή πληροφοριών για τους Έλληνες φοιτητές του Δυτικού Βερολίνου. Όμως, η δραστηριότητά του δεν σταμάτησε εκεί. Επεκτάθηκε και στην συλλογή πληροφοριών για τη στάση των φοιτητών

από άλλες εθνικές ομάδες, όπως για παράδειγμα από την Αφρική ή την Ινδονησία, απέναντι στο SED και τη ΓΛΔ.

Ο Ν. επισκεπτόταν επίσης συχνά – όπως και άλλοι πράκτορες – τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής στο Δυτικό Βερολίνο για να πετύχει την έκδοση ελληνικού διαβατηρίου. Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλε στις 16 Ιουλίου 1965 πληροφορήθηκε από τους συνδέσμους του τα ονόματα Ελλήνων πρακτόρων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, που συμμετείχαν παράλληλα στην οργάνωση της διαφυγής Ανατολικογερμανών πολιτών στο Δυτικό Βερολίνο, καθώς και στο εμπόριο ναρκωτικών. Στο άλλοτε αστικό περιβάλλον του «Café Corso» στη Λειψία συναντούσε συχνά πρόσωπα που τον ενδιέφεραν. Το «Café Corso» ήταν άλλωστε τόπος μυστικών συναθροίσεων αντιστασιακών δικτύων του φοιτητικού κόσμου, που εξέδιδαν και κυκλοφορούσαν παράνομα φυλλάδια με αντικομμουνιστικό περιεχόμενο. Η ανακάλυψη και εξάρθρωση αυτών των

δικτύων ήταν σίγουρα ψηλά στην ατζέντα της Στάζι.

Αργότερα προστέθηκε στις αρμοδιότητές του και η παρακολούθηση των καλλιτεχνικών αναζητήσεων διάφορων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, για παράδειγμα του Ράινερ Κούντσε (Rainer Kunze), του Φόλκερ Μπράουν (Volker Braun) και του Βόλφ Μπίρμαν (Wolf Biermann). Ως μέλος της «Κοινότητας Εργασίας Νέων Συγγραφέων» («Arbeitsgemeinschaft Junger Autoren») του σωματείου συγγραφέων στην περιφέρεια της Λειψίας, ο Ν. γνώριζε προσωπικά τους περισσότερους συγγραφείς σε αυτή την περιφέρεια.

Δεν παρέλειψε μάλιστα να υποβάλει προτάσεις για την αναδιοργάνωση της «Γερμανικής
97 Ένωσης Συγγραφέων» («Deutscher Schriftstellerverband»).203 Χάρη και στη συνεργασία του

με τη Στάζι κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στους ανώτερους κύκλους της λογοτεχνίας και του καλλιτεχνικού χώρου. Ο ίδιος διακρίθηκε στη συγγραφή μυθιστορημάτων και διηγημάτων και συγχρόνως μετέφρασε Γερμανούς συγγραφείς στα ελληνικά, όπως και Έλληνες συγγραφείς στα γερμανικά.

Ως δημοσιογράφος ο Ν. έγραψε άρθρα στον καθεστωτικό Τύπο. Εκτός των άλλων ανέλυσε την κατάσταση στην Ελλάδα ως ανταποκριτής της εφημερίδας Ελευθερία (Freiheit), όργανο της περιφερειακής διοίκησης του SED στο Χάλε (Halle). Επειδή η διεύθυνση σύνταξης απαίτησε να υπογράφει τα άρθρα με το πραγματικό του όνομα, η περιφερειακή διοίκηση της Στάζι στη Λειψία φοβήθηκε ότι η δημοσιοποίηση του ονόματός του θα δυσκόλευε την προσπάθειά του να διεισδύσει στους αντιπολιτευτικούς κύκλους του «Café Corso», όπως και άλλων παρόμοιων χώρων. Το αποτέλεσμα ήταν να διακόψει ο Ν. τη συνεργασία του με την εφημερίδα.204 Σε σχέση με την κατάσταση των πολιτικών προσφύγων στο Χάλε, ενημέρωσε τη Στάζι ότι Έλληνες «κατάσκοποι» είχαν προλειάνει το έδαφος για «υπονομευτική και διαλυτική δραστηριότητα».205 Ως ανταμοιβή για την επιτυχή εκτέλεση των αποστολών που του ανατέθηκαν, έλαβε διάφορα χρηματικά ποσά. Επειδή έδειχνε μεγάλη αφοσίωση και έβαζε στην άκρη τα προσωπικά του συμφέροντα, η Στάζι του χορηγούσε – αναλόγως με την περίπτωση – ειδικό πριμ.

Ο ζήλος που επέδειξε ο Ν. κατά την άσκηση των «καθηκόντων» του, φαίνεται πως είχε ιδεολογικά αλλά και καιροσκοπικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά ήταν ένθερμος οπαδός της κομμουνιστικής ιδεολογίας, και από την άλλη επιθυμούσε σφόδρα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της πολιτιστικής ζωής της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν ήταν τυχαίο πως διακρίθηκε σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων στα γερμανικά, αποτελώντας γέφυρα συνεννοήσεως ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας Ανατολικογερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Ενθάρρυνε μάλιστα τους συνομιλητές του να υλοποιήσουν τις «παράνομες» ενέργειές τους και συνέτασσε εκθέσεις σχετικά με την πολυσχιδή δράση του. Η Στάζι φρόντιζε να τον ανταμείβει συχνά, σε δυτικά και ανατολικά μάρκα, για τις υπηρεσίες του. Από τις εκθέσεις της για τον Ν. προκύπτει ότι εξαιτίας της δραστηριότητάς του ως καταδότη συνελήφθησαν πολίτες και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης. Η συνέπεια ήταν να κινήσει εναντίον του τις υποψίες αντιπολιτευτικών στοιχείων. Σε ορισμένες περιπτώσεις

κατηγορήθηκε ευθέως ως άνθρωπος της Στάζι. Ύστερα από σχετικές οδηγίες που έλαβε, αρνήθηκε έξαλλος τις κατηγορίες «διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του». Το 1992, μετά την πτώση του Τείχους, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αναγνωρίστηκε η συμβολή του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στην Ανατολική Γερμανία. Πολύ μεγαλύτερη, ωστόσο, ήταν η «συμβολή» του στην καταπολέμηση του «εσωτερικού εχθρού» στη ΓΛΔ. Ο θάνατός του στις 9 Σεπτεμβρίου 2008 βρήκε τον Ριζοσπάστη να θρηνεί για την απώλεια ενός «άξιου Έλληνα» που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του όλα αυτά τα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς.

Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν, φανερώνουν ότι οι Έλληνες συνεργάτες της Στάζι βοήθησαν το κομμουνιστικό καθεστώς να διεισδύσει και να απλώσει τον έλεγχό του στον κόσμο των πολιτικών προσφύγων, με σκοπό να πληροφορηθεί τη στάση του έναντι της ΓΛΔ, της Σοβιετικής Ένωσης και της κομμουνιστικής ιδεολογίας γενικότερα. Ο φόβος για τις συνέπειες της απόρριψης της συνεργασίας, η ελπίδα για οικονομικά ανταλλάγματα και «ευκαιρίες» καριέρας και η προσδοκία της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης ήταν τα βασικά κίνητρα των Ελλήνων πρακτόρων της Στάζι. Δεν έλειψαν, βεβαίως, και εκείνοι που θεωρούσαν ότι η συνεργασία με τη Στάζι ήταν ένα λιθαράκι στο «οικοδόμημα του σοσιαλισμού», αγνοώντας ή απωθώντας το δυσάρεστο γεγονός πως έγιναν η αιτία να διωχθούν αμείλικτα συμπολίτες τους από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Τα θύματα των Ελλήνων συνεργατών της Στάζι, η πλειοψηφία των οποίων προέρχονταν από τη γενιά «των παιδιών του Εμφυλίου» (που είχαν πλήρως ενσωματωθεί στη νέα δεύτερή τους πατρίδα) και στρατολογήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960, δεν ήταν αποκλειστικά πολιτικοί πρόσφυγες.

Ανατολικο- και Δυτικογερμανοί, εκπρόσωποι του ελληνικού κράτους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανία αλλά και πολίτες άλλων κρατών συμπεριλήφθηκαν εξίσου στον κατάλογο των «υπόπτων» ή «ιδεολογικών εχθρών», που υποτίθεται ότι απειλούσαν την ασφάλεια της ΓΛΔ.

εδημερίδα

ΑΛΗΘΕΙΑ

Σχόλια (3)

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή