” To τελευταίο σακκάκι” Reviewed by Momizat on . Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Η βιοτεχνία ήταν ομολογουμένως επιτυχημένη. Τα ρούχα ήταν καλοραμμένα, με καλά σχέδια, μοδάτα όπως λένε, και Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Η βιοτεχνία ήταν ομολογουμένως επιτυχημένη. Τα ρούχα ήταν καλοραμμένα, με καλά σχέδια, μοδάτα όπως λένε, και Rating: 0

” To τελευταίο σακκάκι”

gimtsas
Γράφει ο γιατρός και συγγραφέας Χρήστος Γκίμτσας : Η βιοτεχνία ήταν ομολογουμένως επιτυχημένη. Τα ρούχα ήταν καλοραμμένα, με καλά σχέδια, μοδάτα όπως λένε, και με υφάσματα που έδειχναν από μακριά πως ήταν από τα πρώτα.
Είχε κατακτήσει την τοπική αγορά και έτσι, όταν με τον καιρό άρχισε να στέλνει την παραγωγή σε μαγαζιά του κέντρου, αλλά και σε δυό ,τρία του εξωτερικού, κανείς δεν ξαφνιάστηκε. Αυτοί που ήξεραν, είπαν:
-Μπράβο του Αγαμέμνονα, πάει μπροστά και το αξίζει.
Ο πατέρας του, εμποροράφτης ήταν. Και μια που οι δουλειές πήγαιναν καλά, πήρε στο μαγαζί μερικούς καλφάδες, τους καλύτερους στην αγορά, μερικές γυναίκες να γαζώνουν και να ράβουν, στοίβαξε με πίστωση μπόλικα τόπια ύφασμα και μπήκε στο ετοιματζίδικο ρούχο. Απ’ όλα έραβε. Από φτηνά για το πόπολο, μέχρι και αγγλικά κασμίρια για τους σπουδαίους.
Αυτή την καλοστρωμένη δουλειά κληρονόμησε ο Αγαμέμνονας, που άρχισε την καριέρα του σαν ραφτάκι και που είναι όμως αλήθεια πως την μεγάλωσε και την έκανε μία από τις καλύτερες βιοτεχνίες στα αντρικά.
Πήγαινε τόσο καλά που οι τράπεζες του δάνειζαν με κλειστά μάτια και όταν προγραμμάτισε να επεκταθεί σε κανονική βιομηχανία ,καμία δεν αρνήθηκε να τον βοηθήσει στα ανοίγματά του.
Ξανοίχτηκε λοιπόν, συνεργάσθηκε με μερικούς σχεδιαστές- φίρμες , προώθησε τα ρούχα σε κεντρικές μπουτίκ , βάλε και την διαφήμιση και δεν άργησε να γίνει ένα από τα πρώτα ονόματα στη πιάτσα των ρούχων, με τζίρους που σε άφηναν με το στόμα ανοιχτό.
Αρχισε λοιπόν να ανεβαίνει ο Αγαμέμνονας όχι μόνο οικονομικά και επαγγελματικά αλλά και κοινωνικά. Εγινε πρόεδρος στο βιομηχανικό επιμελητήριο , οι πολιτικοί πάσχιζαν να φωτογραφηθούν μαζί του, έδινε συνεντεύξεις σε εφημερίδες και περιοδικά και όπως ήταν επόμενο πήρε και αρκετό λούστρο από την αριστοκρατία και την κοινωνία της γκλαμουριάς.
Έκανε όμως στην πορεία το πρώτο λάθος. Ξέχασε την συνταγή του πατέρα του που έραβε από τα φτηνότερα μέχρι τα ακριβότερα, για όλο τον λαό όπως έλεγε, και περιορίσθηκε στα ακριβά και πολυτελή. Εκεί δηλαδή που υπήρχε η μόδα και το εύκολο χρήμα.
Όταν ήλθε όμως ο καιρός που ο κόσμος σφίχτηκε και το ακριβό και το λουσάτο δεν μπορούσε να το φτάσει, τότε έκανε το δεύτερο λάθος. Επέμεινε στο ακριβό.
– Που θα πάει θα γυρίσει η αγορά, έλεγε.
Μόνο που δεν γύρισε και αυτός βρέθηκε στενεμένος.
Ξαναπήγε στις τράπεζες για να καλύψει τις ανάγκες που έτρεχαν, αλλά τις βρήκε σφιχτές. Του έδωσαν κάτι λίγα, αλλά μετά άρχισαν να του ζητούν και όσα παλιά χρωστούσε.
Όταν κατάλαβε, ήταν αργά. Έδιωξε προσωπικό , περιόρισε τα έξοδα, έκανε ρυθμίσεις στην εφορία και αποφάσισε να περιορίσει τα ακριβά και τα λουσάτα ρούχα –ποιος τα αγόραζε πια- και να γυρίσει την παραγωγή στα φτηνά που ζητούσε ο κοσμάκης. Βρήκε όμως την αγορά κλειστή. Την είχαν πιάσει άλλοι αετονύχηδες που έφερναν καραβιές από το εξωτερικό . Που να μπορέσει να τους ανταγωνιστεί με τόσα έξοδα και τόσες υποχρεώσεις.
Το έσκασε το κανόνι ο Αγαμέμνονας, κήρυξε πτώχευση και τα έχασε όλα. Του πήραν το εργοστάσιο, τα υποκαταστήματα λιανικής που είχε ανοίξει, το σπίτι – σωστό ανάκτορο-, τα αυτοκίνητα την βίλλα που είχε αγοράσει σε κάποιο νησί , τα πάντα.
Του έμεινε μόνο ένα μικρό σπιτάκι, το πατρικό της μάνας του, σαράβαλο πια, που κανένας δανειστής δεν το διεκδίκησε, θες από λύπηση , θες γιατί δεν άξιζε τον κόπο και τα έξοδα της κατάσχεσης.
Εκεί έμεινε πια ο Αγαμέμνονας χωρίς φράγκο στην τσέπη, εκτός και αν κανένας γνωστός από τις παλιές , καλές ημέρες τις γεμάτες μεγαλεία , του δάνειζε – δανεικά και αγύριστα, δηλαδή- κανένα μικροποσό, έτσι για να μην φτάσει στο πάτο. Αλλά και όταν έφτανε καμία φορά, έβγαζε στο σφυρί , με διακριτικότητα βέβαια, κανένα από εκείνα τα πολύτιμα και ακριβά αντικείμενα που του είχαν μείνει. Όπως εκείνον τον χρυσό- σαράντα καράτια, παρακαλώ- αναπτήρα η εκείνη την πέννα πολυτελείας με την οποία υπέγραφε κάποτε.
Κράτησε μόνο το χρυσό ρόλεξ, όχι βέβαια για να βλέπει την ώρα, αλλά για να θυμίζει επάνω του κάτι από την παλιά αρχοντιά του.
Και ευτυχώς, εδώ που τα λέμε, δεν είχε κάνει και οικογένεια για να είναι τα βάσανά του περισσότερα.
Ήταν Κυριακή όταν το αποφάσισε.
Ξεκρέμασε από την παλιά ντουλάπα της μάνας του το σακάκι , ένα από εκείνα που έβγαζε το εργοστάσιο του όταν ήταν στις δόξες του, το τελευταίο που είχε μείνει από εκείνη την εποχή και το φόρεσε.
Ήταν ένα όμορφο πραγματικά ρούχο , έτσι που ένοιωσε την ανάγκη να ορθώσει το κορμί του για να φανεί το αρχοντικό ράψιμο. Ύστερα πήρε το τάπερ, το έκρυψε σε μια νάιλον σακούλα ,φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά, και πήρε τον δρόμο για την εκκλησία του Αγίου Κοσμά, μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Εκεί που η μητρόπολη μοίραζε κάθε Κυριακή συσσίτιο για τους πεινασμένους αυτής της γης.
Μπήκε στην σειρά και περιμένοντας με υπομονή, κατέβαζε πότε, πότε το αριστερό μανίκι του σακακιού του πιο κάτω, έτσι , για να κρύβει το ρόλεξ από τους περίεργους.

εφημερίδα ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Christos.gim@gmail.com

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή