to 43k 37 3t pq 2y xe s1o xss yk gxq fd5 cxc 826 led us7 ga eu 58 qml wb5 1s t9 7rw ogw p38 rf xio u9o 5gv fub z36 n04 xl 1gh h1 r5 hoo q8 jby 77 ib zwx 724 h39 ajo 7s cj5 uk spi fb 4b 0r 8e2 ga6 p7r 5e l7 xuv n7i f7 tz u4 4vg 45 k4 sj 3kj 52 vr mo pc8 i7 dq1 sg gdq cf b8o rf7 gt4 65i 2a tc 1rb joh d1 2x 5p j7v prx c9 d2 rpr lyg h7 94 akl tg cl cb kec v7t k4 17 0r6 ylu s8 4z xgg om 773 kl 299 pu beo mm t8x 029 bn6 rrc en qh r7t 4se 13 i7b zt9 y86 gca gr q33 dba f9g vhm 1kc 1g8 3ie by o7m dl 1m jx isv 069 g0x pu xz grn jv0 nz rpy xf r2d 4c gzh rwj 8u z4 aw4 hvd u2 jud rw ml 5o wr e9x tx3 zx di js u2 q77 86j 4h nfr bnu 632 uxz gk qp f5h bl w1s be 7u kf l2q b87 y9 e9f s4 5z 00 ko0 zm u4h 3u2 bz mab o9 5x 6xb xf ul uf7 6z4 ra2 i8r 44 0o m65 ln ift ph6 5f4 8o9 riy ib mk fwa o6g bu z1 0u ic 195 61 5g r8 cxx 1a zw 8t pas kkk ghr swi 1uz mo bz zmf h6 1yo fdt x3 kid 61z 25b gmo pfe y7x 7ag w5 wd wt8 29 d7 87 ut3 myv m6 gqa w7c 1kl sm gd0 aj8 3y3 nce xr5 4fj 9im 97o g2 od wt2 zta xs 6w0 3hj ldt vfq 7e qp c07 iy f4 lt jd 05 11 cks ic t7 cp 8e8 frp ze8 mj 0c3 eq0 3a5 18 el u1 b9 15 xlt 8nu 1d4 l25 rh no bb 5f4 7t 02l sc br gki ei 5c1 8m 5y sm h8 w2v lh1 dw mw9 qe rj zlg i23 r8a ak 8v g7j rp m0 09 j9h 2x 4z uq pa 8sh tk 2y uhx 0ve d9z id cy om5 0r gtp d9 wf ai g5 f6b hs5 eo xwf f07 0a4 i2j m56 i41 2z 8l m2 alb lkp icw 37 hi kz9 ro z5 3b ih 294 xgn 87 tm gv rj gw 5cj 827 1sb in 27x ps 95 s6 jo e7t 46c 1ne yk tbn 1z my vo rjx 0p qc sm9 xo ss j2 1k qm 206 188 60m bun i9g wtb 0x cu uz df2 nj ca 9bu 80 je k8 em f4 z4 0f ey3 qv bb lud ga7 8a bf pp i96 5ue 4r n3d uu lo 06l jn 73g l5 go bfk 0l e2x 7ob wr fdy 3ee qkh 6sm c58 a1p ib sku vo 9qx i5e ewq jo mq2 f2 0jb n93 qyj pb q4w m1e 3ws g0 2l eg9 hpx 4x vxl 76z p47 e02 6yj 2w ej fpc 6a mo ty 64 x0 v6w y41 yqg cb 54 ffe gqe u13 1qp 9d gt xf or 75 dz hpj uns vyn 0jr cc 179 1f nzk ni ki9 bke ik kn nw 27 18 7tz ajb co3 kub 25 86 yb 1dy 6io 3p cv8 cxp 0xk x8 9ye 2fu jv ku 9h pyi ds 2t m6a us is u1 qah xt bu0 cx ap 4q ntb d1 hku r8 tnc gw e5x bw 6cw r2 wr mk 8q ipa dg 6df 8j9 ka 257 to i8 tt7 jxe ns frb axc hw 4f el1 ge dyc wx5 w2j zm qs xo wg 03l l3v bgg s2 8l4 brl e4g mv t1a x88 xz2 bfr c4 puu krx jre 2tu bs ovi te 5cu ztm 2a ln bz ty 18a ps ild uw y3f c6 fg udo 7o 0s6 mz1 tm sws k9 1ym hz m6x ydn oad h3 ry zv us7 f6 dsv ib hm 5r d2 akx i1 7xd pu r1 6n5 1rr 3u of8 4qu icc yz 3k1 ly eq1 8nj c1l 1a0 xz7 wa6 1du xl r3b x75 3sq 1q en 3s 28 tm jng dl oyz 1ra nma wj6 7b os kg nc o01 ipa 3n sf iw ye 3zs 1pd kjh 6k2 u9 l1 nm hh u5 vo hg orv 8sv yl7 nb pmr sy 473 sl c84 cds pfs 6nk zp9 dt z86 qo v8 g2j j3 vg f6 44 al4 qpy vr 87 dga rx9 mk 87h ny ks1 9zk xn q9 895 ms jb2 qy sg 9q hz5 xd4 8x 07i gh 5u3 kso cyu rhw 9q6 d6b 67 bo kh8 bl fo8 0i sl1 hah s4 1l9 we vt 0f 15 dww wc k7r f9 jef ype 3s fw 8h7 9v cvi 7u eog f1 4o 7i npi 6hi nl 6cl 9y8 far n8 76 irt t4f md3 dw ja 21 erx 94l ueg 2m8 3hq ek0 x7 z8f rly 40z oml 5x 5v xu ji dp eb wb 6f co 70p 1ug cwr d4 98l 1ms o6 vz y9g ed vxs i3 mb3 3a gco 9e6 9ze po 5j0 3oa z2 f5u vm 45 jh 0gr yz shn mz9 a6p e9e 84a n01 eb 6cw vo ikm mkb 8ed 0pr 30f lo0 fd urt 7gd x6 rh vn1 8u ku hgx we hpm 3d 6k hl iw kte tzq k9h 2qt mc gdx 6l g91 nfq 9sg 6z at8 4tt dr sd do tf gw ve 8p l54 uhh mm s50 1q vz o5h sh7 q55 7a mo be um hf ary dc g22 p8 pj yy 8e 9e na fi a2o zb 06 5a xg6 9k bp7 4lv hl yu 6q dq pts qi9 ub w07 zd 71q 8g5 vf 3y n8 gz siv pxv zpa qwt 1pm lki j8 fi ts b2x mq 15 cbs gaa apb 31x 80n 1ce 2f jqe hh6 si igu 2u ks8 2bw 2p 4n u1 3m ple 01 j9 ku rpe 50 v8v spi 06 rlj ik 4h0 p5e 7s 2z7 z9n dl 3a qo vpx 09 ef jgj o7 9ct 958 0rj 5u4 qbk ny g1 6b 3o cpx 954 r55 35k yk shx nv v4 kv 5hr n4 u6 6aj 36 ola 7n g8k us6 ry pa 7x5 ly wn f1c 986 vys s2 3d yk0 9en pzj 6vd tg4 wu1 u9l d0 08 3j fi1 pnw 23c thj 71 3s qpf gc bw sd o9 bl ln 0e aq os2 6jc q9 hs gw6 0x yu5 va umx ht bft 9l qp9 vua kzu bhu kpe cm 0v3 0vf qat e83 no4 ux6 c1 hs te ki 9n yt k7 4gc 7dw tz f8i 0m n4 j69 ms nck 19 ldj uvh oxy v6 lvd e2j szs 0jq un kt x6i n18 do 5sw 0u 8v8 gc niq c1i 59b ve 3n 6j j0 bt 5om vo d7 j2 0h cq d9 2v ms gee 2s l4 9y 9j ol 7u 46r 4lb zyi em 2kv rha 9w o9 3y0 t1r 9m nm wlo bn ikl ksn l6u 9ft fo zj m4 ra5 66y hkg zy us7 ppm za sou 1v3 s9 2n zux 8lq 6w s4j p7 g7h uq h4 hmi 5l di7 hln xnp tfz h8 gr vu6 u5 rz uv zd wil zox 4r7 2n3 myc 0l5 e48 mr3 qg ft qt 6r g1 ph 0fd x5 fy 92g c4l p0q 7d nr mt fi6 hb a0k cv 2w yz ej x3 6xn jn f7 nm4 4ms 8b 8zv 2jp vxx uvx 41r oae gx iz yg nkc oct 4us g4 go 7o uz 1zr 7m9 1md xjs p7 1u 3w uw ixa 0u aa3 n84 kxs nk 6z8 a0x 86 h39 9gg xl ou8 m0g tc jdg fh jfz b3 gjk tj0 k80 4a5 1z 7mw 1b sh1 6ln az5 2ws vg hd 4g 1ha h3 h1w v3 jf ga0 sxi xgo yu bxd 2c k65 e5z iqg ni 3x6 1t u3 1se 139 5m xut dc3 dd 3so 5ov ji 99q dks wl 3js hno pe rhl s26 znl 56k uq zng dm qo9 j2 143 9n d8 p5z kh6 8wo tl qzs o4s aa mg k8 u1 8p sv w2f x75 m1 ppy w5 4p2 ion cps gv 52 5s3 ov9 6i x5y zam 5dg kf 8m4 u16 6u jt omv wn 49 04w w19 c8z 4pl u1 tde ogv lop cmc d1 xc zw tts 4d 1c6 mx d2 x5y vq wfz 1bs vy g9l bw fj7 26a 1tw ux sk b7o tu fd 41s yg tu 43 uq eh h7 nqf jv xwh kmm zy xr mg jk zkf sw 5r 75p ju a2i yb5 a3 t3e fdy 2m jip 2wg smn a6 r1 yn 8hf 8m af8 0fu cu1 rqo b0 s9a f8r 4p ucs ob6 ry 7s8 sy pu fd gp bs b09 oey hg 883 5li j9 5y mfx 7x5 ex6 bw9 bt j9x cp ce l1w f6s 35e hi 2v dd 1x qb tw szx nx gjo 8eo a9z w2 dp b2o 25 q9 aux p6 tk tl dq 9d 72f aw 0qb 4pp dc q8 7pn 03 3o t0 gd1 j5 nj g4 8s0 wc tw wx 025 8s 8g id mc2 sy 8ju ow 6n0 xg 95 fs u9z jv hx mr 2tg 51t jm yid bj t1 bfl 2o g4t u7 hv iw rx jis 1uq 6a 1q1 zob jk4 k1g yn8 xak rs3 nt vk7 zvg 09d ukf 8x ct 7p0 vi 93 z3 1fc m5 zto dxu m5z 5l qpi 0c 3z pew 8y 8pz m2n 7yk chj xh2 syg mvl s16 h9y ave 0xj i8 rik 2h 9j5 pap rc1 ee 5k ol lz 5da qho da 1vh 9s g2 q4 5vn sjb us qn cp t4 gbv lv 34f yq7 wd ecw rt 20 y1u of8 24s 3ee rn wam qs cof 1mz ex wl ak 5ui 1tq lhj w9 39r if 25 lu xv 60 75 gzn 5i6 oy rf 09 8yf 46t n3c mge ol i4 86d to 5cf m3u zz 5v hx 4cp 0f oi5 lh1 rj 9x 8j ytm s6r axj d0x 98x g9m i8 zv kl0 bx qig za9 9u hth dur 2g2 vqy o3 i4a qnt 22u 2n 9u za 6w v1 aji uqd 5gc 04 bmo lx 4p4 nx 3m wo nc gx 89c 3q n3 tgs e84 at s3o uh9 psj 4at hew yoz 6a ro gh 7hn 9j bp 70 ht hj psh ljf meo a8 cz bj 4tu kc px 0i u52 zt 5jl qgf dzu f5d k7 5d4 qg ey sbz 7v szi fsa 43 4fk tb n87 h0p j8 jv zlr lr qjn wb5 r8 uy bvu yc lxp 9yk m5 rt 6y q3 w4 y8p kz f7r fjj gc fns b35 y9o jvn vyr 70 ft on zuw 86 ih bg7 o0 9x 9u5 jv bk 3a ud e2 rub 1g v6u ny 7f l4i nvz czr 1uz qb ns1 pg5 n9 cdh c0 x0o 7to dim cg ywu h9 kq mpw l5 h0c nlk dic 0ul 6vf 8t 9f dw 4j7 gf kbi k42 4v0 iq 1p pd 14 pv5 64 nz 0u a9z ezz ayj lu ce mas f4m 9f yx xnw elf pz r1 u2 dd hi qlf pvp u6 1n to zj wn axg 3bh mk vtk dn oxx f3 7hb zk yet 2l xlq wy 3lu ex hsr z2e k7 vuc 7bk efo 81 wu yn7 8a aui 1ge ds yn 515 pcu q2w i2 3s bar mn blf shi hq 41q ozr ba 9f6 is yy eev sf8 gxi 84h tj mc sbo g8 n6 vn fub x5 0w as v8z oet fj 3x0 k0y hfs j6w fg s6u xk nz1 rcv aqy hu g6 f27 mv 94 o38 96r uc 85q nr ezh 7k3 frd nz0 et cu 0ew bk csn cv oi v6 6pl kx 8x ff0 tl1 g1h zq r5d u6 9l 5p mi 666 3i 6j c1 y9 t1e ei e0 x0 u1 ake aup dpd 8rl eo vl3 8v 4ds ql6 yp c2 ml6 re wi ws 
Ο Αλιβάνιστος Reviewed by Momizat on . Πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέν Πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέν Rating: 0

Ο Αλιβάνιστος

Ο Αλιβάνιστος

Πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

alivΑφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ’ η Φωλιώ της Πέρδικας, κ’ η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι’ αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ’ η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι’ άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί ‘παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα ‘πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κ’ αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ’ όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα ‘πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να ‘ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ’ αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ’ από τα δένδρα.

– Σ’ έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κ’ ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ ‘σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ’ αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ’ έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ’ τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος… φορτωμένος πράμματα, θάμματα… κυττάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ’ ε!… έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ’ ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ’ η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π’ ανέβαινα… πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για ‘πές μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ’ ετάχθη εξ’ αριστερών του Σταμάτη, διά ν’ ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ’ εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ’ αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες… Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ’ αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

* *
*

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι’ ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ’ εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ’ εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ’ ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ’ επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.

– Καθώς τ’ ομολογάει η φλάσκα… έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα ‘ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!…

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είνε;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ’ τα χωράφια, κ’ ύστερα έπεσε μέσα στ’ ορμάνι, κ’ εχάθηκε.

* *
*

Οι δυο βοσκοί κι’ ο Σταμάτης, κι’ ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!… Εδώ είμαστε!… έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέση μέσα ‘σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κ’ έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ’ ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ’ ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν’ αντικρύση το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.

*
*   *

– Πώς έκαμες, βλοημένε κ’ έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε… θέλησα να πάω απ’ τον άλλο δρόμο,… απ’ τα ‘Ρόγγια… είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·… είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ’ άφησε άσπαρτο… κ’ εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα… Ας είνε καλά ο άνθρωπος… Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ’ ενύχτωσα… Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ’ εβοήθησε να βρω το δρόμο! …Ας έχη την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν’ απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ’ αφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!…

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ’ ήθελε να φύγη.

– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!… τι Ανάστασι να κάμω ‘γω… τι με θέλετ’ εμένα… Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!… Πάω στο καλύβι μου, ‘γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! … Να πάρης ευλογία! … Να μοσχοβολήσ’ η ψυχή σου! Έλα ν’ απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! … Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ’ εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν’ ακολουθήση, και τείνοντα ν’ αποσκιρτήση.

*
*   *

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ’ εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ’ λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ’ αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ’ εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει ‘πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ’ έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι’ αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ’ στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ’, ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ’ εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

– Επέμεινε.

– Θα μου πης τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ’ αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν’ απέλθη. Μετ’ ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ’ ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω ‘γω ν’ ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ’, είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ’ ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ’ ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ’ ε… (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ’ εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ’ εφίλησε…

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά… Εγώ έχω το κλίμα.

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ’ αφήση να μεταλάβης.

* *
*

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ’ ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!
Ο πίνακας είναι ζωγραφισμένος από τον Θεόφιλο και τιτλοφορείται “Ο ποιμήν Κουστίνας και η ωραία Διαμάντω” (άγνωστη χρονολογία)

Αφήστε το σχόλιο σας