Τα Τρίκαλα ως μήτρα γέννησης του λαϊκού τραγουδιού – Στη μνήμη του Βασίλη Τσιτσάνη Reviewed by Momizat on .   Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στην πόλη των Τρικάλων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν δύο από τους σημαντικότερους συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής, ο Βασίλης   Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στην πόλη των Τρικάλων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν δύο από τους σημαντικότερους συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής, ο Βασίλης Rating: 0

Τα Τρίκαλα ως μήτρα γέννησης του λαϊκού τραγουδιού – Στη μνήμη του Βασίλη Τσιτσάνη

Τα Τρίκαλα ως μήτρα γέννησης του λαϊκού τραγουδιού – Στη μνήμη του Βασίλη Τσιτσάνη

 

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στην πόλη των Τρικάλων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν δύο από τους σημαντικότερους συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Απόστολος Καλδάρας, μπορούμε βάσιμα να χαρακτηρίσουμε τα Τρίκαλα ως μία από τις μήτρες γέννησης του λαϊκού τραγουδιού μας.

η εικόνα προφίλ του Θεόφιλος Αναστασίου

Θεόφιλος Αναστασίου

Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο πρώτος ήταν ένας από τους ελάχιστους πρώτους διαμορφωτές του και ο κατά γενική ομολογία αναδιαμορφωτής του.
Το γεγονός και μόνον αυτό, όμως, δεν θα αρκούσε για να χαρακτηρι-στούν τα Τρίκαλα «μήτρα γέννησης» του λαϊκού τραγουδιού, αν κατά τη γνώμη μου, δεν εκπλήρωναν και κάποιους άλλους σημαντικούς όρους, που είναι η αναγκαία επιβοηθητική συνθήκη για την πρωταρχική διαμόρφωση του μουσικού υπόβαθρου κάθε νέου προικισμένου ανθρώπου.

Οι όροι αυτοί είναι: μακροχρόνια σχετική παράδοση· γενικότερη μουσική ατμόσφαιρα· καλλιέργεια ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ειδών μουσικής· και, τέλος, κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες.


Από την έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα φαίνεται πως όλοι οι προηγούμενοι όροι υπήρχαν στα Τρίκαλα από το 1881, που η πόλη ενσωματώθηκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, μέχρι το 1935 που ο Τσιτσάνης παίρνει την απόφαση να αναζητήσει την τύχη του στην Αθήνα και ο Καλδάρας αρχίζει να ασχολείται με τη μουσική.
Η δημοτική παράδοση της περιοχής, με τραγούδια του βουνού και του κάμπου, ήταν ήδη πλουσιότατη και συνέχισε να καλλιεργείται, όπως φαίνεται όχι μόνον από τον αριθμό των ενδημούντων μουσικών του είδους, οι οποίοι διέπρεπαν στην περιοχή, αλλά και από όσους απέκτησαν πανελλήνια φήμη στην πρώτη πεντηκονταετία του 20ου αιώνα (π.χ. οικογένεια Λαβίδα, Νίκος Καρακώστας).
Οι πλούσιοι μεγαλοαστοί, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη από άλλες περιοχές της Ελλάδας ή από το εξωτερικό, αφού αγόρασαν με-γάλες εκτάσεις γης από τους Οθωμανούς, αλλά και όσοι από τους α-στούς πλούτιζαν στη συνέχεια από το εμπόριο, τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, άρχισαν να καλλιεργούν και να διαδίδουν την ευρωπαϊκή μουσική, ίδρυσαν μουσική μπάντα, μαντολινάτες, χορωδίες και ωδεία, όπου δίδαξαν Έλληνες και ξένοι μουσικοδιδάσκαλοι.
Θεατρικοί και μουσικοί θίασοι επισκέπτονταν πολύ συχνά την πόλη και έδιναν παραστάσεις με έργα του δραματικού ειδυλλίου, του κωμυ-δειλλίου, του κλασικού θεάτρου, όπερες και οπερέτες.
Λειτουργούσαν κέντρα διασκέδασης κάθε τύπου, είτε εποχιακά είτε μόνιμα, από τα ευρωπαϊκά καφέ-σαντάν, μέχρι τα απλά ζυθοπωλεία, τα λαϊκά καφέ-αμάν ή τα κέντρα διασκέδασης όπου έπαιζαν ορχή-στρες ευρωπαϊκής μουσικής, ορχήστρες τζαζ ή ορχήστρες ντόπιων καλλιτεχνών της δημοτικής μουσικής.
Καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών άρχισαν να εμφανίζονται στην πό-λη από το 1889 σταθερά και συνεχώς μέχρι το 1940, αρκετοί από τους οποίους συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες μορφές του είδους, όπως ο Μέμος Χριστοδούλου, ο Γιώργος Κρανιώτης, ο Κωνσταντίνος Γιαννίδης, ο Ανδρέας Αγιομαυρίτης, ο Μήτσος Μανωλόπουλος, οι οποίοι μετέφεραν και διέδιδαν σ’ όλη την Ελλάδα την λαϊκή κυρίως μουσική (αμανέδες, δημοτικά, σμυρναίικα).
Το γραμμόφωνο εμφανίστηκε στην πόλη από τις αρχές του 20ου αιώνα (η παλιότερη διαφήμιση για πωλήσεις γραμμοφώνων είναι του 1905) και πολλά κέντρα διασκέδασης είχαν εγκαταστήσει γραμμόφωνα σ’ όλα σχεδόν τα σημεία της πόλης, όπου διασκέδαζαν ανάλογα με τις εποχές και τις συνθήκες οι Τρικαλινοί.
Ο βωβός κινηματογράφος αρχίζει τις προβολές ταινιών από το 1900, οι οποίες συνοδεύονται από ορχήστρες που παίζουν μουσική, μέχρι το 1930 που εξελίσσεται σε ομιλούντα και άδοντα.


Τα πρώτα ραδιόφωνα εγκαθίστανται το 1930 στα καφενεία «Αθή-ναι», «Πανελλήνιον», «Ένωσις» και μεταδίδουν εκπομπές από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Ρώμης, των Παρισίων, της Βιέννης, της Βουδαπέστης και της Κωνσταντινούπολης.
Από το 1930, που αρχίζει να λειτουργεί και στην Ελλάδα εργοστά-σιο κοπής δίσκων γραμμοφώνου, λειτουργούν και στα Τρίκαλα αντι-προσωπείες των δισκογραφικών εταιρειών, οι οποίες διαφημίζουν την πραμάτεια τους εγκαθιστώντας στα πεζοδρόμια γραμμόφωνα που παίζουν στη διαπασών όλες τις καινούριες ηχογραφήσεις.
Ειδικότερα για το αστικό λαϊκό τραγούδι, το λεγόμενο ρεμπέτικο, πρέπει να επισημάνουμε ότι: οι πρώτοι καλλιτέχνες του είδους που εμφανίστηκαν στην πόλη και στα περίχωρα αμέσως μετά την απελευ-θέρωση της πόλης (1882 και μετά) ανήκαν στις διασημότητες του εί-δους, ότι σμυρναίικα συγκροτήματα δεν έπαψαν να εμφανίζονται στην πόλη μέχρι το 1935, ότι οι λαϊκοί χοροί (ζεϊμπέκικος, χασάπικος, καρσιλαμάς) ήταν γνωστοί ήδη πριν από το 1912 και ότι το μπουζούκι είναι γνωστό και χρησιμοποιείται από τους δύο πρωτοπόρους του είδους, τους Γιαννιώτες Κωνσταντίνο Τσιτσάνη και Θωμά Παπασίκα, από την εγκατάστασή τους στην πόλη γύρω στα 1900.
Όσο για τις κοινωνικές συνθήκες, στα Τρίκαλα μετά την απελευθέ-ρωση τους συρρέουν άνθρωποι από όλες σχεδόν τις γύρω περιφέρειες (Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο, Μακεδονία) αλλά και από άλλες μακρινότε-ρες (Ανατολική Ρωμυλία, Δωδεκάνησα, Μικρά Ασία). Άλλοι από αυ-τούς τους ανθρώπους αναζητούσαν ένα καλύτερο μέλλον κι άλλοι κα-τέφευγαν στα Τρίκαλα ως πρόσφυγες.

Έτσι, ό,τι έγινε σε άλλες ανάλο-γες περιπτώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έγινε και στα Τρίκα-λα. Όσοι από τους ανθρώπους αυτούς δεν κατόρθωσαν να βρουν στην πόλη το Ελντοράντο τους, απετέλεσαν, μαζί με τη ντόπια πολυπληθή φτωχολογιά, το κοινωνικό στρώμα που υποδέχτηκε, ζύμωσε και μετε-ξέλιξε την προϋπάρχουσα λαϊκή μουσική παράδοση σε νέες μορφές έκφρασης.
Στην κατηγορία αυτών των ανθρώπων ανήκαν οι οικογένειες Τσι-τσάνη και Καλδάρα, δύο από τα μέλη των οποίων κατόρθωσαν, με τη βοήθεια και του μουσικού πλούτου που παρείχε αφειδώς η πόλη, να εμπλουτίσουν με τις δημιουργίες τους, όπως και όλοι οι άλλοι σπου-δαίοι Τρικαλινοί μάστορες του είδους, το λαϊκό μας τραγούδι, που με-γαλούργησε στην Ελλάδα μέχρι τα τέλη σχεδόν του προηγούμενου αιώνα.

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή