Έλενα Παπαδοπούλου: “Ζήτηση και προσφορά για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης” Reviewed by Momizat on . Το θέμα που καλούμαστε να προσεγγίσουμε είναι και πολύ ευρύ και πολύ σύνθετο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ουσία του, αλλά και στη συγκυρία μέσα στην οποία τίθε Το θέμα που καλούμαστε να προσεγγίσουμε είναι και πολύ ευρύ και πολύ σύνθετο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ουσία του, αλλά και στη συγκυρία μέσα στην οποία τίθε Rating: 0

Έλενα Παπαδοπούλου: “Ζήτηση και προσφορά για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης”

00000000000000000000
Το θέμα που καλούμαστε να προσεγγίσουμε είναι και πολύ ευρύ και πολύ σύνθετο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ουσία του, αλλά και στη συγκυρία μέσα στην οποία τίθεται, και δημιουργεί δύο ειδών δυσκολίες: 1) Τη δυσκολία της «χρονικής ασυμμετρίας»: Η επανεκκίνηση και επαναλειτουργία μιας οικονομίας που τα τελευταία χρόνια βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του προϊόντος της, αλλά και ένα εξίσου μεγάλο μέρος της δυατότητάς της να παράγει, χρειάζεται άμεσες παρεμβάσεις. Το είδος των παρεμβάσεων αυτών, όμως, παρεμβάσεων που δεν έχουν στόχο να επαναφέρουν σε μια πρότερη «κανονικότητα», αλλά να αποτελέσουν τα πρώτα βήματα θεμελιωδών αλλαγών, απαιτούν χρονοβόρες διαδικασίες μετάβασης, 2) Η δεύτερη δυσκολία σχετίζεται άμεσα με την πρώτη: Τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελούν κομμάτια ενός συστήματος που είναι το ίδιο σε βαθιά κρίση, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και συνολικά. Αυτό δημιουργεί αντιφάσεις, αναπαράγει και μεταλλάσσει κρίσεις με διαφορετικό χαρακτήρα και ένταση στις επιμέρους οικονομίες και –σε πολλές περιπτώσεις- καταλήγει σε αδυναμία λειτουργίας σημαντικών μηχανισμών τους. Με άλλα λόγια το σύστημα είναι αναγκασμένο να βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία μετασχηματισμού χρησιμοποιώντας όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του για να επιβιώσει. Συνεπώς όταν μιλάμε για αλλαγές, δεν εννοούμε παρεμβάσεις σε ένα σταθερό καμβά, αλλά για μια ταυτόχρονη αλλαγή πλαισίου που εκτός των άλλων απαιτείτη δέσμευση των ίδιων των υποκειμένων στους στόχους, τα μέσα και τις διαδικασίες που θα την υλοποιήσουν.
Η πρώτη δυσκολία δημιουργεί ένα ερώτημα σχετικά με τις προϋποθέσεις που χρειάζονται για να μπορούμε να μιλάμε για νέα φάση ή νέο παράδειγμα στο αναπτυξιακό μας μοντέλο: Τι είδους παρεμβάσεις και που, πρέπει να γίνουν σήμερα για να προετοιμάσουν μεσοπρόθεσμα και μαροπρόθεσμα τη διαδικασία της μετάβασης; Στον πρόσφατο πολιτικό διάλογο το ερώτημα αυτό αποτυπώθηκε σε ένα δίλημμα που έχει μεγάλη θεωρητική και ιδεολογική ιστορία: «Χρειάζεται η οικονομία μας παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς ή στην πλευρά της ζήτησης;». Ας πάρουμε δύο παραδείγματα για τον τρόπο που τέθηκε το ζήτημα το τελεταίο διάστημα, τα οποία, αν και αποτελούν παραλλαγές του ίδιου επιχειρήματος ανοίγουν το καθένα ορισμένα επιπλέον πεδία συζήτησης. Το πρώτο ήταν μια ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών τον Σεπτέμβρη του 2014 με την οποία αξιολογούσε θεωρητικά και δημοσιονομικά το πρόγραμμα που κατατέθηκε από την αξιωματική αντιπολίτευση στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Εκεί ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «[…] η ελληνική οικονομία έχει πρόβλημα προσφοράς και όχι ζήτησης. Εάν η παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας δεν βελτιωθεί, η όποια αύξηση της ζήτησης θα μετατραπεί σε εισαγωγές και όχι ανάπτυξη». Το δεύτερο παράδειγμα, αφορά μια φράση του Υπ. Οικονομικών, κ. Χαρδούβελη, στην ομιλία του στη Βουλήγια τον Προϋπολογισμό του 2015 με την οποία ολοκλήρωσε έναν αντίστοιχο συλλογισμό: «Η Ελλάδα πρέπει να επουλώσει τη χαμένη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, την πλευρά της προσφοράς. Έτσι μόνο τελικά θα δημιουργηθεί και ζήτηση στην οικονομία».
Ζήτηση
Το τελευταίο κομμάτι αυτής τη φράσης, «η ζήτηση θα προέλθει μέσα από την προσφορά», παραπέμπει σε έναν από τους πιο γνωστούς «νόμους» στην επιστήμη των οικονομικών, το νόμο του Say. Ο νόμος αυτός, εγκαταλείφθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των οικονομολόγων όταν καταρρίφθηκε την περίοδο της Μεγάλης Κρίσης της δεκαετίας του ’30 γιατί δεν μπορούσε ούτε να ερμηνεύσει ούτε να απαντήσει στο πρόβλημα της γενικευμένης οικονομικής στασιμότητας και της τεράστιας ανεργίας. Τότε έγινε κατανοητή, από την ανάλυση του Κέϋνς η αδυναμία αυτορρύθμισης μιας οικονομίας που παγιδεύται σε τέλμα και ο ρόλος της ζήτησης που μπορεί και πρέπει να δημιουργηθεί μέσα από την παρέμβαση του κράτους.
Επιστρέφοντας στο σήμερα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα αντίστοιχο ερώτημα. Ισχυρίζομαι ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ένα μεγάλο θετικό σοκ στην πλευρά της ζήτησης, τόσο στο κομμάτι της κατανάλωσης, αλλά, κυρίως, στο κομμάτι της επένδυσης το οποίο απαιτεί σημαντική δημόσια παρέμβαση.
Σχετικά με την κατανάλωση πρέπει να παρατηρήσουμε το εξής: Η αύξηση του εισοδήματος, της καταναλωτικής δύναμης και τελικά της ευημερίας των εργαζόμενων στρωμάτων είναι φυσικά προτίστως ζήτημα αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης και μιας μεγάλης αναγκαίας αναδιανομής. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί τμήμα ενός ενάρετου κύκλου αναθέρμανσης της οικονομίας. Το επιχείρημα του Υπουργείου Οικονομικών αντικρούει την παρέμβαση αυτή σε δύο επίπεδα. Αφενός λέει ότι η όποια δυνατότητα για την αύξηση της κατανάλωσης σήμερα επαναφέρει άμεσα στο μοντέλο «πλασματικής υπερκατανάλωσης» του παρελθόντος, αφετέρου ότι πλήττει τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών οδηγώντας σε αύξηση των εισαγωγών. Το επιχείρημα αυτό αγνοεί δύο πράγματα. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι οι εισοδηματικές ανισότητες και η διεύρυνσή τους μέσα στην κρίση βρίσκεται στον πυρήνα του στρεβλού οικονομικού (και όχι μόνο αναπτυξιακού) μοντέλου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Η πρόσφατη μεγάλη συζήτηση στην οικονομική κοινότητα μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Th. Piketty δεν μπορεί να μένει έξω από τον προβληματισμό σε καμία «εθνική» περίπτωση. Το δεύτερο έχει να κάνει με το είδος της αναδιάρθρωσης που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία. Έχει υποστηριχθεί πολλές φορές (ακόμα και στις εκθέσεις του ΔΝΤ), ότι η βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην Ελλάδα είναι κυκλική και όχι διαρθρωτική. Υπ’ αυτή την έννοια πράγματι ένα κομμάτι του εισοδήματος και της αύξησης της κατανάλωσης θα αυξήσει τις εισαγωγές. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι πραγματικά λανθασμένες επιλογές γίνονται και στην πλευρά της προσφοράς.
Ας πάμε όμως στο δεύτερο σημαντικό μέρος της ζήτησης που είναι οι επενδύσεις. Αυτό που δεν μπορεί να μην γίνεται αντιληπτό σε μια περίοδο βαθιάς ύφεσης, είναι ο ρόλος των δημόσιων επενδύσεων, όχι με τους όρους της κατασπατάλησης που είχαν καθιερωθεί μέχρι τώρα, και που ως πρακτική στιγμάτισαν στην κοινή συνείδηση τη σημασία και τη χρησιμότητα τους, αλλά ως απαραίτητη παρέμβαση που απαντάει σε κοινωνικές ανάγκες και ταυτόχρονα δημιουργεί συνθήκες για την επένδυση και του ιδιωτικού τομέα. Η σχετική θεωρητική συζήτηση είναι έντονη και σ’ αυτό το πεδίο, αλλά δυστυχώς δεν έχει επηρεάσει σοβαρά την πολιτική ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το περίφημο «πακέτο Γιούνκερ». Η αρχική παραδοχή από την πλευρά της Επιτροπής ότι η αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας συνδέεται με ένα μεγάλο πανευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα ήταν μια ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, οι λεπτομέρεις του προγράμματος που ανακοινώθηκαν στα τέλη του περασμένου μήνα προκάλεσαν έντονη κριτική και αμφισβήτηση για το αν τα 21 δις ευρώ, αντί για 300, όπως αρχικά είχε ανακοινωθεί (που στην πραγματικότητα αφορά η συνεισφορά δημόσιων ευρωπαϊκών πόρων) μπορούν να καλύψουν το επενδυτικό κενό στην Ευρώπη και να απαντήσουν στο αυξανόμενο πρόβλημα της στασιμότητας και του αποπληθωρισμού.

Προσφορά
Ωστόσο, μια πραγματικά ριζοσπαστική αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης βρίσκεται πράγματι στην πλευρά της προσφοράς, και σ’ αυτό το σημείο το δίλημμα που θεωρεί τις παρεμβάσεις στην ζήτηση και τις παρεμβάσεις στην προσφορά αμοιβαία αποκλειόμενες, γίνεται εντελώςπαραπλανητικό. Εδώ μπαίνουν τα πραγματικά διλήμματα που αφορούν τα χαρακτηριστικά του νέου αναπτυξιακού μοντέλου, τα οποία προκύπτουν μέσα από τα βασικά ερωτήματα της παραγωγής: ποιός παράγει, τι παράγει, πώς το παράγει, για ποιόν το παράγει.
1) Το πρώτο χαρακτηριστικό έχει να κάνει με το μείγμα των οικονομικών υποκειμένων που συμμετέχουν στην παραγωγή. Αντίθετα με τη νεοφιλελεύθερη άποψη που υποστηρίζει ότι η επανεκκίνηση, αλλά και η οικοδόμηση ενός διαφορετικού μοντέλου στηρίζεται αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Σε αντίθεση με αυτό, υποστηρίζω ότι ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που θα είναι προσανατολισμένο στις κοινωνικές ανάγκες και θα προστατεύει το περιβάλλον δεν μπορεί παρά να βασίζεται στο συνδυασμό δημόσιου, ιδιωτικού, και κοινωνικού τομέα, ο οποίος μπορεί να κινητοποιήσει πολλαπλάσιες δυνάμεις καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια διαφορετική λογική στην οικονομική οργάνωση και δραστηριότητα.

2) Το δεύτερο χαρακτηριστικό σχετίζεται με το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων. Το γεγονός ότι παραδοσιακά σημαντικοί κλάδοι στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αποτελούν κομμάτι όλων σχεδόν των αναλύσεων ενός νέου παραγωγικού προτύπου δεν είναι τυχαίο. Ωστόσο, η αναδιάρθρωσή τους, αλλά και η απαραίτητη ανάπτυξη νέων, πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια. Ένα από αυτά μπορεί είναι οι πολλαπλασιαστκές συνδέσεις μεταξύ τους. Δηλαδή η δυνατότητα χρησιμοποίησης του προϊόντος του ενός για την παραγωγή του άλλου. Στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η κατανόηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δραστηριοτήτων όχι κλαδικά, αλλά ως συστήματα. Ένα δεύτερο κριτήριο θα μπορούσε να είναι η ελαστικότητά του προϊόντος τους σε σχέση με την ποιότητα. Το μοντέλο της εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόζεται και στην Ελλάδα στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού είναι πολλαπλά καταστροφικό. Εξαθλιώνει τους εργαζόμενους χωρίς να αποδίδει σε όρους ανταγωνιστικότητας, ενώ οδηγεί σε μισθολογικό ντάμπινγκ την Ευρώπη συνολικά. Η επένδυση στο υψηλής εκπαίδευσης εργατικό δυναμικό που αυτά τα χρόνια εγκαταλείπει μαζικά τη χώρα προϋποθέτει μια εντελώς διαφορετική λογική για τους όρους και τις σχέσεις εργασίας, αλλά και για το είδος των προϊόντων που παράγονται.

3) Το τρίτο χαρακτηριστικό αφορά μια σειρά από πράγματα που έχουν να κάνουμε με τη διαδικασία της παραγωγής. Ένα βασικό κριτήριο εδώ είναι η προστασία του περιβάλλοντος, το οικολογικό αποτύπωμα, και η χαμηλή κατανάλωση ενέργειας. Ένα άλλο, εξίσου σημαντικό στοχείο όμως είναι το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται στην παραγωγή όσον αφορά την οργάνωση, την ιδιοκτησία, τα υποκείμενα και τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων που σχετίζονται με την παραγωγική δραστηριότητα. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποτελέσει πυρήνα σημαντικών καινοτομιών στη λειτουργία των παραγωγικών μονάδων, που δεν αφορούν μόνο την τεχνολογία, αλλά και άλλα εξίσου σημαντικά κομμάτια της παραγωγής, όπως η μεθοδολογία λήψης αποφάσεων. Ο λόγος που η Αριστερά δίνει ιδιαίτερη σημασία στην κοινωνική οικονομία και στα πειράματα συλλογικής διαχείρισης είναι ακριβώς αυτός. Για να γίνει όμως ευρύτερα αποδεκτός στην κοινωνία ως εναλλακτικός τρόπος οικονομικής οργάνωσης πρέπει να δείξει ότι μαθαίνει από τις εμπειρίες και του παρελθόντος και των περιοχών του κόσμου όπου εφαρμόζεται άρα γίνεται κατανοητός με όρους κοινωνικής αποτελεσματικότητας.

4) Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό έχει να κάνει με τη χωρική «αγκίστρωση» της παραγωγής και τη δημιουργία οικοσυστημάτων. Η ενσωμάτωση της παραγωγής στην περιοχή και στην κοινωνία όπου πραγματοποιείται απαντάει και στο πρόβλημα της εύκολης μεταφοράς των οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά και στα οφέλη που προκύπτουν για ολες τις πλευρές από τις ευθύνες και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις που δημιουργεί μια τέτοιου είδους συνύπαρξη και συνεργασία.
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά σχετίζονται με τη δεύτερη από τις δυσκολίες στις οποίες αναφέρθηκα στην αρχή: αποτελούν κριτήρια δημιουργίας ενός πιο στέρεου εδάφους για τη σχέση των ριζικών επιμέρους αλλαγών με τον μετασχηματισμό του συνόλου. Σχηματικά δηλαδή, συνιστούν ένα κομμάτι της διαδικασίας μετατροπής αξιών και βασικών αρχών σε συγκεκριμένους στόχους, εξειδίκευσης των στόχων αυτών σε κριτήρια για την επιλογή του τρόπου, των εργαλείων, της μεθοδολογίας, του θεσμικού πλαισίου που διέπει την παραγωγή και τελικά μετάφραση των κριτηρίων σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.
Αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει οδηγός και για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που αναφέρθηκαν, αλλά και για την μεταβατική πορεία προς ένα πραγματικά διαφορετικό και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης που θα λειτουργεί σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Έλενα Παπαδοπούλου , Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς
Δεκέμβριος 2014

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή