«Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί»! Reviewed by Momizat on . Του Χρήστου Πίσσα, Δασκάλου στο 2ο Δ.Σ. Καλαμπάκας Τα σχολεία, τα υπουργεία, οι επιτροπές, οι καθηγητές, οι γονείς, οι μαθητές. Όλοι αυτοί ‘δίνουν’ Πανελλήνιες Του Χρήστου Πίσσα, Δασκάλου στο 2ο Δ.Σ. Καλαμπάκας Τα σχολεία, τα υπουργεία, οι επιτροπές, οι καθηγητές, οι γονείς, οι μαθητές. Όλοι αυτοί ‘δίνουν’ Πανελλήνιες Rating: 0

«Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί»!

«Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί»!
Του Χρήστου Πίσσα,
Δασκάλου στο 2ο Δ.Σ. Καλαμπάκας

Τα σχολεία, τα υπουργεία, οι επιτροπές, οι καθηγητές, οι γονείς, οι μαθητές. Όλοι αυτοί ‘δίνουν’ Πανελλήνιες κάθε χρόνο βουτηγμένοι σε διαστήματα ανώφελης διέγερσης και χαμένου χρόνου. Ξοδεύεται κόπος, χρήμα, αξίες και συναισθήματα, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο την τρύπα της αλλοτρίωσης για την κοινωνία.

Εν τω μεταξύ, όπως και να δεις το αποτέλεσμα, είναι κωμικό. Και στην τεχνική αποτίμηση και στην ηθική, παράγεται ένα πλεόνασμα χαμένης ενέργειας την οποία η πραγματικότητα φοβάται να την σταματήσει. Αν μαζέψεις όλη αυτή την προσπάθεια και το χρήμα που θα δαπανηθεί για τις δύο εβδομάδες των εξετάσεων, μπορείς να φτιάξεις την καλύτερη Παιδεία στον κόσμο!

Ο πιο τραγικός όμως, από όλους αυτούς δεν είναι ο μαθητής. Είναι ο δάσκαλος! Αυτή η αναξιοπαθούσα κουρασμένη φιγούρα που επωμίζεται όλες τις παράπλευρες απώλειες του συστήματος. Το μεγάλο διαχρονικό θύμα της παρακμής μιας εθνικής παιδείας που ευτελίζει θεσμούς κι ανθρώπους. Αυτός που αναγκάζεται να κάνει συνεχώς εξετάσεις, να ‘φουσκώνει’ βαθμούς στην Γ’ Λυκείου, να ‘μαγειρεύει’ απουσίες μη μείνει ο μαθητής στην ίδια τάξη, να κάνει εξετάσεις, να διορθώνει και στο τέλος να υφίσταται τις ύβρεις του ‘προλετάριου’ από όλους.

Το ζήτημα είναι πως έξω έχει (ακόμη) καλοκαίρι, πως τα δέντρα, οι θάλασσες, τα ίδια τα μυαλά των παιδιών τρέχουν ασυγκράτητα σε εικόνες και ήχους. Την ίδια στιγμή, ένα ολόκληρο σύστημα δίνει αγώνα να τις φυλακίσει σε ένα μηχανισμό απάτης κι ανασφάλειας. Κι εκεί μέσα, καθηγητής και μαθητής αγριοκοιτάζονται θυμωμένοι από την αγγαρεία, την υποκρισία και την έλλειψη εμπιστοσύνης.

Ο κόσμος άλλαξε, αλλά το σχολείο δε θέλει να αλλάξει ούτε το δάσκαλο ούτε το μαθητή. Δεν έχει νόημα να προτείνεις τι πρέπει να γίνει και ποια είναι τα βήματα ‘εκσυγχρονισμού’ του σχολείου. Να βρεις τρόπο να απελευθερώσεις το σύστημα πρέπει, χωρίς καταναγκασμούς. Να πεις την αλήθεια σε όλους όσοι δεν είναι για Πανελλήνιες, να συνδέσεις τα σχολεία με τη φύση, να απελευθερώσεις τους δασκάλους από τη μιζέρια και την αναξιοπιστία της αυθεντίας. Να τους αφήσεις να βρουν την άκρη μόνοι τους, με ιδέες και συνεργασίες.

Ο δάσκαλος δεν είναι πια ούτε αυθεντία ούτε μοναδική πηγή γνώσης ούτε ‘ιεροεξεταστής’. Αν ο μαθητής ανοίξει το κινητό του, θα βρει εκεί μέσα όλο τον κόσμο: γνώσεις, πληροφορίες, σχέδια, εικόνες, πανεπιστήμια, τα πάντα που δεν μπορούν με τίποτα να χωρέσουν ούτε στις σελίδες του σχολικού βιβλίου ούτε στην ‘τραγική’ φωνή της ‘έδρας’.

Μη το βασανίζεις άλλο το δάσκαλο! Άστον ελεύθερο να μιλήσει με το μαθητή. Αυτό το μαθητή που ο καταναλωτισμός κι η καχυποψία τον κάνει θηρίο.

Άστον να κάνει αυτό που δε θα μπορέσει ποτέ κανένα κινητό και καμία ταμπλέτα να υποκαταστήσει. Δώσε του περιθώρια να συνεργαστεί, παίρνοντας στα σοβαρά την άγρια φύση του παιδιού και το μπερδεμένο εφηβικό του μυαλό.

Έτσι, θα τον αναγκάσεις να ξεφύγει από την κακομοιριά του δημοσίου υπαλλήλου. Να παρακολουθήσει την επικαιρότητα, να διαβάσει κανένα εξωσχολικό βιβλίο, να μάθει πώς δουλεύει το ίντερνετ, να παίξει με τα προγράμματα και τις γνώσεις, να αξιολογήσει το ρόλο του περιβάλλοντος και της φυσικής πραγματικότητας που ζούμε. Να ρίξει ματιές έξω από το παράθυρο. Να πάρει από το χέρι το μαθητή και να του δείξει τον κόσμο. Να προσαρμόσει το ‘φυσικό άνθρωπο’ του Ανθρωπισμού στις σύγχρονες απαιτήσεις!

Τα σχολεία θέλουν ‘managers- teachers’ στις διευθύνσεις, στις τάξεις, στα μυαλά και στις ψυχές των μαθητών. Η βαρεμάρα έχει σαπίσει τις συνειδήσεις όλων κι η υποκρισία τους αλλοτρίωσε. Η νοσηρότητα βρίσκεται παντού αλλά οι Πανελλήνιες είναι το αποκορύφωμα. Εκεί φαίνεται η κορύφωση της υστερίας. Πολλοί τρελαίνονται με την διαδικασία κι ελάχιστοι, στο τέλος, είναι οι κερδισμένοι.

Το 80% των ‘χαμένων’ (άλλα θέλουν κι άλλα σπουδάζουν) μόνο κακές αναμνήσεις έχουν από ένα σχολείο που τους πρόδωσε, χωρίς αιτία.
Από τις αρχές του 20ου αιώνα που ο Καζαντζάκης έγραφε για τον Περίανδρο Κρασάκη, η ζωή κι η φύση έξω από το σχολείο έγιναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσες.

Ε, δεν είναι κάπως γελοία η εικόνα του γραφικού δασκάλου που μιλάει και διορθώνει μόνος του, χωρίς να τον ακούει κανείς; Άλλο πράγμα θέλει ο νέος σήμερα, άλλο κι ο δάσκαλος. Μόνο οι εξουσίες θέλουν πάντα το ίδιο…

 

YΓ.1:
Σε κάθε περίπτωση, καλή επιτυχία σε όσους μπαίνουν φέτος (σχ. έτ. 2016-2017) στη δοκιμασία των εξετάσεων.
Κι ο αγώνας, πάντα, δίνει αξία στον άνθρωπο.
Μάταιος δεν είναι.

ΥΓ.2:
Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
-Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.

Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε.

Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε.

Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
-Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

(Ν. Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο»)

Αφήστε το σχόλιο σας

Επιστροφή στην κορυφή